Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Ψυχοθεραπευτικά, Βιβλία, Παπισμός και Ορθοδοξία

Η Εκκλησία ως θεραπευτική επιστήμη // Οι έννοιες της λέξης "θρησκεία" // Η αρρώστια της θρησκείας

Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της

 

© πρ. Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης, Καθηγητής Πανεπιστημίου

 

 

Μετατροπή από την καθαρεύουσα στη νεοελληνική (Ρωμαίικη) γλώσσα από τον Θ.Φ.Δ.

 

Πηγή Πρωτότυπου κειμένου: http://www.romanity.org/htm/rom.e.02.i_thriskeia_einai_neurobiologiki_astheneia.01.htm

Πρώτη δημοσίευση από την Ι. Μ. Κουτλουμουσίου, Αγίου Όρους, στον τόμο "Ορθοδοξία, Ελληνισμός, πορεία στην 3η χιλιετηρίδα" 1966, σελ. 67-87

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Εισαγωγικά

Μέθοδος

I. Η ΝΟΣΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

II. ΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΛΙΝΙΚΩΝ

III. Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

V. ΕΠΙΜΕΤΡΟ

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

·        Εισαγωγικά

Το κλειδί για την κατανόηση της μεταβολής της Ορθοδόξου Καθολικής Παραδόσεως από παράνομη σε νόμιμη θρησκεία και κατόπιν σε επίσημη Εκκλησία, έγκειται στο γεγονός, ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαπίστωσε, ότι δεν είχε απέναντί της απλώς μία επιπλέον μορφή θρησκείας ή φιλοσοφίας, αλλά μία καλά οργανωμένη Εταιρία Νευρολογικών Κλινικών, οι οποίες θεράπευαν την νόσο της θρησκείας και αναζητούσαν την ασθένεια της ευδαιμονίας της ανθρωπότητος και έτσι παρήγαγαν φυσιολογικούς πολίτες με ανιδιοτελή αγάπη, αφιερωμένους στην ριζική θεραπεία των προσωπικών τους και των κοινωνικών νοσημάτων. Η σχέση που ανεπτύχθη μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, ήταν ακριβώς αντίστοιχη προς την σχέση μεταξύ Κράτους και σύγχρονης Ιατρικής.

 

·        Μέθοδος

Η μέθοδος στο υπόβαθρο της εκθέσεως αυτής είναι απλή. Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και οι Πατέρες επισημαίνουν εντός της ιστορίας την δική τους εμπειρία της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδιάς και του δοξασμού (της θεώσεως), την οποία ταυτίζουν με εκείνη των προφητών όλων των αιώνων, αρχίζοντας τουλάχιστον από του Αβραάμ. Αυτό αντιστοιχεί με την επανάληψη της θεραπείας στην ιατρική επιστήμη, της οποίας η μέθοδος μεταδίδεται από γιατρό σε γιατρό. Αλλά σε  αυτή την περίπτωση ο Χριστός, ο Κύριος της Δόξας και Μεγάλης Βουλής Άγγελος, είναι ο γιατρός ο οποίος προσωπικά θεραπεύει και "τελειοί" τους γιατρούς Του, τόσο στην Παλαιά όσο και  στην Καινή Διαθήκη. Αυτή η ιστορική παράδοση και διαδοχή θεραπείας και τελειώσεως "εν τω Κυρίω της Δόξης" πριν και μετά την ενσάρκωσή Του, συνιστά την καρδιά και τον πυρήνα της Βιβλικής και της Πατερικής Παραδόσεως.

 

Διαιρούμε την έκθεσή μας στα ακόλουθα: 1) Η νόσος της θρησκείας. 2) Οι Σύνοδοι ως Εταιρείες Νευρολογικών Κλινικών. 3) Σύνοδοι και Πολιτισμοί. 4) Συμπεράσματα. 5) Επίμετρο.

 

I. Η ΝΟΣΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Οι πατριάρχες και οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, οι απόστολοι και οι προφήτες της Καινής Διαθήκης και οι διάδοχοί τους γνωρίζουν καλά την νόσο της θρησκείας και τον Γιατρό που την θεραπεύει, δηλαδή τον Κύριο (Γιαχβέ) της Δόξας. Αυτός είναι ο Γιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας. Θεράπευε την νόσο αυτή στους φίλους και πιστούς Του πριν την ενσάρκωση Του και συνεχίζει και ως Θεάνθρωπος να την θεραπεύει.

Η εν λόγω νόσος συνίσταται στο ότι υπάρχει βραχυκύκλωμα μεταξύ του πνεύματος στη καρδιά του ανθρώπου (δηλαδή κατά τους πατέρες της νοερής ενέργειας) και του εγκεφάλου. Στην φυσιολογική της κατάσταση η νοερή ενέργεια κινείται κυκλικά σαν στρόφαλος προσευχόμενη μέσα στην καρδιά. Στην νοσούσα κατάστασή της η νοερή ενέργεια δεν στροφαλίζεται κυκλικά. Αλλά ξεδιπλωμένη και ριζωμένη στην καρδιά κολλάει στον εγκέφαλο και δημιουργεί βραχυκύκλωμα μεταξύ εγκεφάλου και καρδιάς. Έτσι τα νοήματα του εγκεφάλου, που είναι όλα από το περιβάλλον, γίνονται νοήματα της νοερής ενέργειας ριζωμένης πάντα στην καρδιά. Έτσι ο παθών γίνεται δούλος του περιβάλλοντός του. Ως εκ τούτου συγχέει ορισμένα προερχόμενα από το περιβάλλον του νοήματα με τον Θεό ή τους θεούς του. 

Με τον όρο Θρησκεία εννοούμε κάθε "ταύτιση" του ακτίστου με το κτιστό και μάλιστα κάθε "ταύτιση παραστάσεων" του ακτίστου με νοήματα και ρήματα της ανθρώπινης σκέψης, που είναι το θεμέλιο της λατρείας των ειδώλων. Τα νοήματα και ρήματα αυτά μπορεί να είναι απλώς νοήματα και ρήματα ή και παραστάσεις και με αγάλματα και εικόνας εντός και εκτός νομιζομένου θεόπνευστου κειμένου. Με άλλα λόγια και η ταύτιση των περί Θεού νοημάτων και ρημάτων της Αγίας Γραφής με το άκτιστο ανήκει και αυτή στον κόσμο της ειδωλολατρίας και είναι το θεμέλιο όλων των μέχρι τώρα αιρέσεων. 

Στην θεραπευτική παράδοση της Π. και της Κ. Διαθήκης χρησιμοποιούνται κατάλληλα νοήματα και ρήματα ως μέσα κατά την διάρκεια της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδιάς και τα οποία καταργούνται κατά την διάρκεια του δοξασμού όταν αποκαλύπτεται στο σώμα του Χριστού η πληρούσα τα κτιστά πάντα απερίγραπτη, ακατάληπτη και άκτιστη δόξα του Θεού. Μετά τον δοξασμό τα νοήματα και τα ρήματα της νοερής στην καρδιά προσευχής επανέρχονται. Από τον δοξασμό του ο παθών διαπιστώνει ότι ουδεμία ομοιότητα υπάρχει μεταξύ κτιστού και ακτίστου και ότι ο Θεός είναι αδύνατο να εκφρασθεί κι ακόμα πιο αδύνατο να εννοηθεί. 

Το θεμέλιο των αιρέσεων του Βατικανού και των Διαμαρτυρομένων είναι το γεγονός ότι ακολουθούν τον Αυγουστίνο ο οποίος εξέλαβε την εν λόγω αποκαλυφθείσα δόξα του Θεού στην Π. και την Κ. Διαθήκη ως "κτιστή," η οποία μάλιστα γίνεται και απογίνεται. Όχι μόνο τούτο, αλλά και το χειρότερο, εξέλαβε μεταξύ άλλων και τον Μεγάλης Βουλής Άγγελο και την Δόξα Του ως γινόμενα και απογινόμενα κτίσματα τα οποία ο Θεός φέρνει από την αρχή σε ύπαρξη για να γίνουν  ορατά και να ακουσθούν και τα οποία επιστρέφει πάλι στην ανυπαρξία μετά την τέλεση της αποστολής τους. Μάλιστα τις ανοησίες αυτές αναπτύσσει παραδείγματος χάριν στο βιβλίο του De Trinitate (Βιβλία Β και Γ). 

Αλλά για να έχει κανείς ορθή κατεύθυνση στην θεραπεία της νοερής ενέργειας πρέπει να έχει οδηγό την πείρα θεουμένου ο οποίος μαρτυρεί σχετικά με  ορισμένα αξιώματα ότι μεταξύ: α) του ακτίστου Θεού και των ακτίστων ενεργειών Του και β) των κτισμάτων Του ουδεμία ομοιότητα υπάρχει και ότι "Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον." (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.) Μόνον βάσει αυτών των αξιωμάτων δύναται κανείς να αποφύγει το κατάντημα να αποκτήσει οδηγό τον διάβολο μέσω δήθεν θεολόγων που στοχάζονται περί Θεού και των θείων.

Στην φυσική κατάστασή της η νοερή ενέργεια ρυθμίζει τα πάθη, δηλαδή αυτά της πείνας, της δίψας, του ύπνου, του ενστίκτου της αυτοσυντηρήσεως (δηλαδή του φόβου θανάτου) ώστε να είναι αδιάβλητα. Σε νοσούσα κατάσταση τα πάθη γίνονται διαβλητά. Αυτά, σε συνδυασμό με την αδέσποτη πλέον φαντασία, δημιουργούν μαγικές θρησκείες για την χαλιναγώγιση των στοιχείων της φύσεως ή και της επιπλέον σωτηρίας της ψυχής από την ύλη σε κατάσταση ευδαιμονίας ή και της ευδαιμονίας με σώμα και ψυχή.

Η πίστη, κατά την Αγία Γραφή, είναι η συνεργασία με το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο εγκαινιάζει την θεραπεία της νόσου της ιδιοτελούς αγάπης στην καρδία και την μεταβάλλει σε αγάπη, η οποία "ου ζητεί τα εαυτής." Η θεραπεία αυτή κορυφώνεται με τον δοξασμό (την θέωση) και συνιστά την πεμπτουσία της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, η οποία αντικατέστησε μέσω αυτής, την ειδωλολατρεία ως τον πυρήνα του Ελληνικού Πολιτισμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Οφείλουμε να έχουμε σαφή εικόνα των πλαισίων μέσα στα  οποία και η Εκκλησία και το Κράτος είδαν την συμβολή των θεουμένων στην θεραπεία της νόσου της θρησκείας που διαστρέφει την ανθρώπινη προσωπικότητα μέσα από την αναζήτηση της ευδαιμονίας εντός και πέρα από  τον τάφο για να κατανοήσουμε τον λόγο, για τον οποίο η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ενσωμάτωσε την Ορθόδοξη Εκκλησία στο διοικητικό της δίκαιο. Ούτε η Εκκλησία, ούτε το Κράτος είδαν την αποστολή της Εκκλησίας ως απλή άφεση αμαρτιών των πιστών για την μετά θάνατο είσοδό τους στον παράδεισο. Αυτό θα ισοδυναμεί με ιατρική συγχώρεση των νόσων των ασθενών για την μετά θάνατο θεραπεία τους. Και η Εκκλησία και το Κράτος γνώριζαν καλά ότι η άφεση αμαρτιών ήταν μόνο η αρχή της θεραπείας της αναζητούσας την ευδαιμονία νόσου της ανθρωπότητας. Η θεραπεία αυτή άρχιζε με την κάθαρση της καρδιάς, έφθανε στην αποκατάσταση της καρδιάς στην φυσική της κατάσταση του φωτισμού και τελειοποιείτο ολόκληρος ο άνθρωπος στην υπερφυσική κατάσταση του δοξασμού, δηλαδή της θεώσεως. Το αποτέλεσμα της θεραπείας και της τελειώσεως αυτής δεν ήταν μόνο η κατάλληλη προετοιμασία για την μετά τον σωματικό θάνατο ζωή, αλλά και η μεταμόρφωση της κοινωνίας εδώ και τώρα από συγκροτήματα εγωϊστικών και εγωκεντρικών ατόμων σε κοινωνία ανθρώπων με ανιδιοτελή αγάπη, "ήτις ου ζητεί τα εαυτής."

 

II. ΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΩΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΛΙΝΙΚΩΝ

1. Παράδεισος και Κόλαση

Ο καθένας  θα δει την εν Χριστώ δόξα του Θεού και θα φθάσει στον βαθμό εκείνο της τελειώσεως τον οποίο έχει επιλέξει και για τον οποίο έχει εργασθεί. Ακολουθώντας τον Απ. Παύλο, τον Ευαγγελιστή Ιωάννη και την δική τους πείρα οι Πατέρες υποστηρίζουν, ότι θα σωθούν εκείνοι που βλέπουν τον αναστημένο Χριστό δοξασμένο σε αυτή την ζωή, είτε "δι' εσόπτρου εν αινίγματι" μέσω των αδιαλείπτων από την καρδιά προσευχών και ψαλμών, είτε "πρόσωπον προς πρόσωπον" μέσω του δοξασμού. Εκείνοι που δεν Τον βλέπουν έτσι στην ζωή αυτή, θα δουν την δόξα Του ως αιώνια φωτιά που καταναλώνει και εξώτερο σκοτάδι στην άλλη ζωή. Η άκτιστη δόξα, την οποία έχει ο Χριστός εκ φύσεως από τον Πατέρα, είναι παράδεισος για εκείνους, των οποίων η εγωκεντρική και ιδιοτελής αγάπη έχει θεραπευθεί και μεταμορφωθεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Όμως η ίδια η δόξα είναι το άκτιστο πυρ το αιώνιο και η κόλαση για εκείνους που επέλεξαν να μείνουν αθεράπευτοι μέσα στην ιδιοτέλειά τους.

Δεν είναι εν προκειμένω σαφείς μόνο η Γραφή και οι Πατέρες, αλλά και οι Ορθόδοξες εικόνες της Κρίσεως. Το ίδιο συμβαίνει και με το χρυσό φως της δόξας  το οποίο πηγάζει  από τον Χριστό, μέσα στο οποίο περικλείονται οι φίλοι Του, γίνεται κόκκινο καθώς κυλά προς τα κάτω, για ν' αγκαλιάσει, αυτή η ίδια θεία αγάπη, τους "καταραμένους," που την βλέπουν ως δύναμη κολαστική. Αυτή είναι η δόξα και η αγάπη του Χριστού, που καθαρίζει τα αμαρτήματα όλων, αλλά δοξάζει τους μεν και κολάζει τους δε. Όλοι θα οδηγηθούν από το Άγιο Πνεύμα "εις πάσαν την αλήθειαν," δηλαδή θα δουν τον Χριστό μαζί με  τους φίλους Του δοξασμένους, αλλά όλοι δεν θα δοξασθούν. "Ους εδικαίωσεν, τούτους και εδόξασεν," κατά τον Απ. Παύλο. Η παραβολή για τον φτωχό Λάζαρο στους κόλπους του Αβραάμ και του πλούσιου στον τόπο των βασάνων είναι σαφής. Ο πλούσιος βλέπει, αλλά δεν μετέχει (Λουκ. 16:19-31).

Η Εκκλησία δεν στέλνει κανένα στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά προετοιμάζει τους πιστούς για την δοξασμένη εικόνα του Χριστού την οποία θα έχουν όλοι οι άνθρωποι. Ο Θεός αγαπά τον κολασμένο τόσο, όσο και τους αγίους. Θέλει την θεραπεία όλων, αλλά όλοι δεν δέχονται την θεραπεία, που Αυτός προσφέρει. Αυτό σημαίνει, ότι η άφεση αμαρτιών δεν είναι αρκετή προετοιμασία για να δει κανείς τον Χριστό δοξασμένο και να δοξασθεί.

Είναι φανερό ότι δεν έχει θέση στην Ορθόδοξη Παράδοση η Φραγκο-Λατινική Παράδοση κατά την οποία οι σωζόμενοι είναι εκείνοι για τους οποίους ο Χριστός δήθεν δυσφήμησε τον Πατέρα του. Ερμηνεύοντας το 2 Κορ. 5:19, π.χ., ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος λέει, "Καταλλάγητε τω Θεώ. Και ουκ είπε, καταλάξατε εαυτοίς τον Θεόν, ου γαρ εκείνός εστιν ο εχθραίνων, αλλ' ημείς, Θεός γαρ ουδέποτε εχθραίνει." Μέσα στα παραπάνω πλαίσια κατανόησε το Ρωμαϊκό Κράτος την θεραπευτική και τελειωτική αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο αυτόν για το γενικό όφελος της κοινωνίας. Αλλιώς δεν διαφέρουν κατ' ουσία μεταξύ τους οι θρησκείες, που υπόσχονται την μετά θάνατο ικανοποίηση, αντί στον κόσμο αυτόν της θεραπείας της νόσου της επιθυμίας για ευδαιμονία.

 

2. Η δήθεν προσπάθεια απομυθοποιήσεως της Αγίας Γραφής

Το δήθεν αυτό πρόβλημα απασχολεί τους Προτεστάντες και Παπικούς, αλλά και φωτισμένους απ' αυτούς Ορθοδόξους δήθεν ειδικούς της ερμηνείας της Βίβλου. Μάλιστα σηκώνουν ψηλά την μύτη άμα ακούσουν για πατερική ερμηνεία. Προέρχεται το δήθεν πρόβλημα από τον Νεο-Πλατωνικό Αυγουστίνο και αυτούς που τον ακολουθούν, κυρίως από τους Καρλοβιγκίους Φράγκους. Ο επίσκοπος Ιππώνος εξέλαβε την άκτιστη και πανταχού παρούσα δόξα του Θεού ως γινόμενο και απογινόμενο κτίσμα. Δεν γνώριζε ότι την βλέπει κανείς μέσω του δοξασμού. Ως εκ τούτου παραδέχετο την διαίρεση του σύμπαντος σε τρεις ορόφους με τον παράδεισο στον ουρανό, την κόλαση κάτω από την γη και την επιφάνεια της γης ως τόπο δοκιμασίας.

3. Το ανοικτό παράθυρο του Παύλου προς την Εκκλησία[1]

Τα κεφάλαια 12 έως 15 της Α' προς Κορινθίους είναι μοναδικό παράθυρο, μέσω του οποίου δύναται κανείς να θεωρήσει την πραγματικότητα της Εκκλησίας ως σώματος του Χριστού. Οι μετέχοντες στην Εκκλησία εντάσσονται σε δύο ομάδες ως προς τον βαθμό της θεραπείας και της τελειώσεως: τους φωτισμένους και τους δοξασμένους. Τα μέλη του σώματος του Χριστού αναγράφονται σαφώς στην Α' Κορ. 12:28.[2]

Αρχίζει να γίνεται ιδιώτης[3] αυτός ο οποίος  λέει ‘’αμήν’’ σύμφωνα με την λογική λατρεία σε αντιπαραβολή με την νοερή λατρεία που γεννιέται στην καρδιά. Σε αυτό το στάδιο ο ιδιώτης ασχολείται με την μετάβασή του από την κάθαρση της καρδιάς στον φωτισμό της υπό την καθοδήγηση εκείνων που είναι ναοί του Αγίου Πνεύματος και μέλη του σώματος του Χριστού και αποτελούν το "βασίλειον ιεράτευμα."

Οι βαθμίδες του φωτισμού αρχίζουν με τα "γένη γλωσσών", το κατώτερο των χαρισμάτων, στην 8η θέση και φθάνουν μέχρι το χάρισμα του "διδασκάλου" στην 3ην θέση.

Επί κεφαλής της τοπικής Εκκλησίας είναι οι "προφήτες" (στην 2η θέση), οι οποίοι έλαβαν την ίδια αποκάλυψη με τους αποστόλους (Εφ. 3:5) στην 1η θέση και μαζί με αυτούς αποτελούν "το θεμέλιο" της Εκκλησίας (Εφ. 2:20). Οι απόστολοι και προφήτες είναι το θεμέλιο της Εκκλησίας κατά παρόμοιο τρόπο που οι γιατροί είναι το θεμέλιο των νοσοκομείων.

Τα "γένη γλωσσών" είναι το θεμέλιο, επάνω στο οποίο οικοδομούνται όλα τα άλλα χαρίσματα, που αναστέλλονται προσωρινά μόνο κατά την διάρκεια του δοξασμού (Α' Κορ. 13:8). Ως απόστολος ο Παύλος κατατάσσει τον εαυτό του στην κορυφή του καταλόγου των μελών, που "έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία". Όμως διατηρεί ακόμη "τα γένη γλωσσών," δηλαδή το κατώτερο των χαρισμάτων. Γράφει: "Ευχαριστώ τω Θεώ, πάντων υμών μάλλον γλώσσαις λαλώ," (Α' Κορ. 14:18). Αυτό σημαίνει, ότι τα "γένη γλωσσών" ανήκουν σε όλα τα επίπεδα των χαρισμάτων εντός του σώματος του Χριστού. Με το "μη πάντες γλώσσαις λαλούσι;" ο Παύλος εννοεί τους "ιδιώτες," οι οποίοι δεν αριθμούνται μεταξύ των ναών του Αγίου Πνεύματος και των μελών του σώματος του Χριστού (1 Κορ. 12:28). 

Ο φωτισμός και ο δοξασμός των μελών του σώματος του Χριστού δεν είναι βαθμοί αυθεντίας προερχόμενοι από ανθρώπινη υπόδειξη ή εκλογή. Είναι χαρίσματα από τον Θεό προς εκείνους που συνεργάσθηκαν με φωτισμένους και θεουμένους, για να τους διαδεχθούν ως θεραπευμένοι και τελειοποιημένοι για να  διατηρήσουν έτσι την αποστολική παράδοση και διαδοχή από γενιά σε γενιά. Το ότι ο Παύλος καλεί τα μέλη των κατωτέρων βαθμίδων θεραπείας και τελειότητας να αναζητήσουν τα ανώτερα χαρίσματα σημαίνει σαφώς, ότι όλοι οφείλουν και μπορούν να γίνουν προφήτες, δηλαδή να φθάσουν τον δοξασμό. "Θέλω δε πάντας υμάς λαλείν γλώσσαις, μάλλον δε ίνα προφητεύητε"(Α' Κορ. 14:5).

 

4. Νευρολογική Κλινική

Η Εκκλησία στην περιγραφή του Παύλου μοιάζει με ψυχιατρική κλινική. Η αντίληψή του όμως για την νόσο της ανθρώπινης προσωπικότητας είναι πολύ πιο διορατική απ' ό,τι είναι σήμερα γνωστή στην σύγχρονη ιατρική. Για να κατανοήσουμε αυτήν την πραγματικότητα, πρέπει να δούμε μέσω του Παύλου την Βιβλική κατανόηση της φυσιολογικής και της μη φυσιολογικής καταστάσεως του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος που νοσεί,  επανέρχεται στην φυσιολογική του κατάσταση, όταν οδηγείται "εις πάσαν την αλήθειαν" από το Πνεύμα της Αλήθειας, δηλαδή στην θέα του Χριστού μέσα από τη δόξα του Πατρός Του (Ιω. 17). Οι άνθρωποι που δεν βλέπουν την δόξα του Θεού δεν είναι φυσιολογικοί. "Πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού" (Ρωμ. 3:23). Με άλλα λόγια ο μόνος άνθρωπος, που γεννήθηκε στην φυσιολογική Του κατάσταση είναι ο Κύριος της δόξας ο Οποίος γεννήθηκε από την σάρκα της Θεοτόκου κι ανέλαβε εκούσια τα αδιάβλητα πάθη (τ.έ. πείνα, δίψα, κούραση, ύπνο, φθορά, θάνατο, φόβο θανάτου), παρόλο που ως κατά φύση πηγή της ακτίστου "δόξας," τα καταργεί. Η άλλη όψη του εν λόγω θέματος είναι, ότι ο Θεός δεν αποκαλύπτει την δόξα Του στον καθένα, διότι δεν θέλει να κολάσει με ανιδιοτελή αγάπη τους μη κατάλληλα προετοιμασμένους. Η έκπληξη των προφητών της Π. Δ., ότι μπορούν να ζουν ακόμη, παρ' ότι είδαν τον Θεό, και η παράκληση του λαού προς τον Μωϋσή να ζητήσει από τον Θεό να σταματήσει να δείχνει την δόξα Του, την οποία δεν μπορούν να υποφέρουν πια, είναι εν προκειμένω σαφώς επιβεβαιωτικά.

Η Εκκλησία των αποστόλων και των πατέρων δεν ασχολούταν με τον Θεό με στοχασμούς και αφηρημένες σκέψεις σχετικά με Αυτόν. Και αυτό, διότι ο Θεός παραμένει μυστήριο στην λογική ακόμα και αυτών, στους οποίους αποκαλύπτει την εν Χριστώ δόξα και βασιλεία Του και οι οποίοι μετέχουν έτσι στο μυστήριο του σταυρού μέσω του δοξασμού, δηλαδή της θεώσεώς τους. Η μόνη απασχόληση των προφητών, αποστόλων και πατέρων ήταν 1) η θεραπεία των "ιδιωτών" (λαϊκών) μέσω της καθάρσεως της καρδιάς τους και 2) η μύηση τους α) στην κατάσταση ως μελών του σώματος του Χριστού και ναών του Αγίου Πνεύματος μέσω του φωτισμού της καρδιάς, και β) "στο τέλειο" (Α' Κορ. 13:12), δηλαδή στην θέα του Χριστού εν δόξη "πρόσωπο προς πρόσωπο" (Α' Κορ. 13:12), μέσω του δοξασμού (Α' Κορ. 12:26; Ρωμ. 8:30) για την διακονία της ανθρωπότητας (Ιω. 17). Το "...ους εδικαίωσεν, τούτους και εδόξασεν" (Ρωμ. 8:30) σημαίνει, ότι ο φωτισμός και ο δοξασμός συνδέονται μεταξύ τους σε αυτή την ζωή, αλλά δεν ταυτίζονται.

Η αρρώστια της ανθρώπινης προσωπικότητας συνίσταται στην εξασθένηση της κοινωνίας της καρδιάς με την δόξα του Θεού (Ρωμ. 3:23) και την υποδούλωσή της στον κόσμο, με τον κατακλυσμό της από λογισμούς εξαρτημένους από το περιβάλλον (Ρωμ. 1:21-24, 2:5). Σ’ αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος φαντάζεται τον Θεό σύμφωνα με  την εικόνα του νοσούντος εαυτού του ή ακόμη και των ζώων (Ρωμ. 1:22). Έτσι ο εσωτερικός άνθρωπος υφίσταται τον πνευματικό θάνατο, "εφ' ω (λόγω του οποίου) πάντες ήμαρτον" (Ρωμ. 5:12).[4] Δηλαδή η αγάπη υποδουλώνεται από το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως, το οποίο την παραμορφώνει και την μεταμορφώνει σε εγωκεντρική και ιδιοτελή ενέργεια, υποβαθμισμένη σε απλή αναζήτηση επιβίωσης, ασφαλείας και ευτυχίας. 

Η πτώση κάθε ανθρώπου και η δουλεία του στην κτίση συνίσταται στην σύγχυση της ενέργειας του ανθρώπινου πνεύματος[5] με αυτή της διάνοιας, κατά την οποία σύγχυση, οι προερχόμενοι από το περιβάλλον λογισμοί γίνονται λογισμοί του πνεύματος, με αποτέλεσμα να εξασθενεί κατά ποικίλους βαθμούς η κοινωνία της καρδιάς με την άκτιστη ενέργεια και βασιλεία του Θεού. Η θεραπεία της νόσου αυτής αρχίζει με την κάθαρση του πνεύματός του από όλους τους λογισμούς, καλούς και κακούς, και τον περιορισμό τους στην διάνοια. Συγχρόνως το πνεύμα (δηλαδή η νοερή ενέργεια) του ανθρώπου ελευθερώνεται από την διάνοια και επιστρέφει με την νοερή ευχή στην καρδιά. Στην φυσική του κατάσταση το πνεύμα του ανθρώπου ενεργεί σαν στρόβιλος μέσα στην καρδιά, ενώ στην πτωτική του κατάσταση βρίσκεται διάχυτο στον εγκέφαλο ταυτιζόμενο με τα νοήματα και τα ρήματά του και υπόδουλο σε αυτά.

Έτσι αντί να βασιλεύει μαζί με τον Θεό στη φύση, καθίσταται δούλος αυτής. Για να αποκατασταθεί η φυσιολογική λειτουργία της ανθρώπινης προσωπικότητας μέσω της περιτομής  της ίδιας της καρδιάς από όλους τους λογισμούς (Ρωμ. 2:29), πρέπει να ελευθερωθεί ο εσωτερικός άνθρωπος από την δουλεία σε ό,τιδήποτε έχει σχέση με το περιβάλλον του, λ.χ. αυτοϊκανοποίηση, πλούτο, ιδιοκτησία, ακόμη και τους γονείς και συγγενείς του (Ματθ. 10:37; Λουκ. 14:26). Ο σκοπός δεν είναι η απόκτηση Στωϊκής απάθειας για την κατάργηση της συμπάθειας, αλλ' η παροχή της δυνατότητας στην καρδιά να δεχθεί τις προσευχές και τους ψαλμούς, που το Άγιο Πνεύμα μεταφέρει εκεί από την διάνοια και ενεργοποιεί αδιάλειπτα. Έτσι ο επικεφαλής του νευρικού συστήματος εγκέφαλος απασχολείται με τις καθημερινές δραστηριότητες και τον ύπνο, ενώ συγχρόνως το πνεύμα του ανθρώπου προσεύχεται με  την καρδιά αδιάλειπτα. Δηλαδή γίνεται σαν επισκευασμένη δισκέτα υπολογιστού στην οποία κείμενα προσευχών μεταφέρονται από τον εγκέφαλο και επανέρχονται σε αυτόν. Όμως οι προσευχόμενοι με το πνεύμα αδιάλειπτα, προσεύχονται και μεγαλόφωνα με την λογική προκειμένου να συνεισφέρουν στην κατήχηση και οικοδομή των ιδιωτών και απίστων. Αυτό εννοεί ο Παύλος με το "προσεύξωμαι τω πνεύματι, προσεύξωμαι τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ και τω νοΐ" (Α' Κορ. 14:15).

Αυτό είναι το πλαίσιο της αναφοράς του Αποστόλου Παύλου και του Ευαγγελιστή Ιωάννου στο Παράκλητο Πνεύμα το Οποίο απευθύνεται στην καρδιά μας. Το Άγιο Πνεύμα καθ' αυτό απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους "στεναγμοίς αλαλήτοις" (Ρωμ. 4:26). Αλλά βρίσκει ανταπόκριση σε εκείνους, που συνεργάζονται 1) στην κάθαρση του πνεύματός τους, δηλαδή του "εσωτερικού ανθρώπου" ή "της νοερής ενέργειας" από όλους τους λογισμούς, καλούς και κακούς, 2) στον επαναχωρισμό του πνεύματος αυτού από την λογική και 3) στην επάνοδο του πνεύματος στην καρδιά μαζί με προσευχές και ψαλμούς της διάνοιας. Έτσι η θεραπεία της ανθρώπινης προσωπικότητας εισέρχεται στο στάδιο του φωτισμού. Αυτά προϋποθέτει ο Παύλος όταν γράφει, "προσεύξομαι τω πνεύματι, προσεύξομαι δε τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δε και τω νοΐ." (1 Κορ. 14:15).

Μόλις μας είπε ο Παύλος, ότι η προσευχή του πνεύματος περιλαμβάνει ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης. Επομένως δεν μιλά για ακατάληπτες και μεγαλόφωνες προσευχές, αφού οι ψαλμοί ήταν γνωστοί σε όλους.

Ο Παύλος μιλά για τα "γένη γλωσσών," τα οποία συμπεριλαμβάνουν προσευχές και ψαλμούς του πνεύματος του ανθρώπου στην καρδιά και τα οποία ακούγονται μόνο από εκείνους που έχουν το ίδιο χάρισμα. Όσοι ιδιώτες δεν είχαν ακόμα το χάρισμα αυτό δεν μπορούσαν να ακούσουν τις προσευχές και τους ψαλμούς στην καρδιά αυτών που έχουν αυτό το χάρισμα των "γλωσσών." Κορίνθιοι στην κατάσταση του φωτισμού είχαν εισαγάγει την καινοτομία να τελούν ακολουθίες νοερώς στην καρδιά παρόντων των "ιδιωτών," που δεν είχαν λάβει ακόμα "τα γένη γλωσσών." Έτσι όμως ήταν αδύνατο στους ιδιώτες να οικοδομούνται και να απαντούν με το "αμήν" τους στα κατάλληλα μέρη της ακολουθίας, διότι απλώς δεν άκουγαν τίποτε. 

Ο Παύλος δηλώνει σαφώς, ότι "ουδείς ακούει" (Α'Κορ.14:2). "Εάν έλθω προς υμάς γλώσσαις λαλών, τι υμάς οφελήσω, εάν μη υμίν λαλήσω...;" (Α'Κορ. 14:6-7). Οι μη έχοντες το χάρισμα των γλωσσών πρέπει να ακούσουν την "δύναμη της φωνής" των προσευχών και των ψαλμών για να απαντήσουν με το δικό τους "αμήν" (Α' Κορ. 14:11,16). "...εάν άδηλον σάλπιγξ φωνήν δω, τις παρασκευάσεται εις πόλεμον; ούτως και υμείς δια της γλώσσης, εάν μη εύσημον λόγον δώτε, πώς γνωσθήσεται το λαλούμενον; έσεσθε γαρ εις αέρα λαλούντες. τοσαύτα ει τύχοι γένη φωνών εισιν εν κόσμω, και ουδέν άφωνον." (1 Κορ, 14:8-10). Δεν πρέπει οι φωτισμένοι να περιορισθούν στο "λαλείν γλώσσαις" με "άδηλον φωνήν" παρουσία των "ιδιωτών" (Α' Κορ. 14:10-11). "Συ μεν γαρ καλώς ευχαριστείς, αλλ' ο έτερος ουκ οικοδομείται" (Α' Κορ. 14:17).

Όταν ο Παύλος λέει "μείζων ο προφητεύων ή ο λαλών γλώσσαις, εκτός ει μη διερμηνεύει, ίνα η Εκκλησία οικοδομήν λάβη" (Α' Κορ. 14:5), εννοεί σαφώς, ότι εκείνος, ο οποίος μιλά μόνο "γλώσσες," πρέπει να αποκτήσει το χάρισμα να "διερμηνεύει" τις προσευχές και τους ψαλμούς του πνεύματος με την καρδιά, συγχρόνως σε προσευχές και ψαλμούς του νου, για να απαγγέλονται και μεγαλόφωνα προς ιδιώτες που οικοδομούνται. "Διο ο λαλών γλώσση προσευχέσθω, ίνα διερμηνεύη. Εάν γαρ προσεύχωμαι γλώσση, το πνεύμά μου προσεύχεται, ο δε νους μου άκαρπός εστιν. Τι ουν εστιν; προσεύξωμαι τω πνεύματι, προσεύξωμαι δε (συγχρόνως) και τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δε και (συγχρόνως) τω νοΐ. Επεί εάν ευλογής εν πνεύματι, ο αναπληρών τον τόπον του ιδιώτου, Πως ερεί το αμήν επί τη ση ευχαριστία, επειδή τι λέγεις ουκ οίδεν, συ μεν καλώς ευχαριστείς, αλλ' ο έτερος ουκ οικοδομείται. Ευχαριστώ τω Θεώ, πάντων υμών μάλλον γλώσσαις λαλώ, αλλ' εν εκκλησία θέλω πέντε λόγους τω νοΐ μου λαλήσαι, ίνα και άλλους κατηχήσω ή μυρίους λόγους εν γλώσση" (Α' Κορ. 14: 13- 19).

Ο Παύλος ποτέ δεν είπε, ότι ο καθένας διερμηνεύει εκείνα που ο άλλος ονομάζει "γλώσσες." Ο καθένας διερμηνεύει αυτά που ο ίδιος ονομάζει "γλώσσες." Αυτό προϋποθέτουν και τα όσα λέγονται στο Α' Κορ. 14:27- 28: "είτε γλώσση τις λαλεί, κατά δύο ή το πλείστον τρεις και ανά μέρος και εις διερμηνευέτω. Εάν δε μη ή διερμηνευτής, σιγάτω εν εκκλησία, εαυτώ λαλείτω και τω Θεώ." Δηλαδή εάν αυτός που μιλάει τη γλώσσα δεν είναι διερμηνευτής, τότε σιωπά στην εκκλησία. Όμως μιλά στον εαυτό του και στον Θεό. Η καθεαυτό χρήση άλλων λέξεων της γλώσσας  γίνεται μέσα στην καρδιά και όχι μεγαλόφωνα. Με την εντολή αυτή ο Παύλος στερεί τους έχοντες μόνο "τα γένη γλωσσών" από τη δύναμη να επιβάλλουν την εν λόγω καινοτομία τους μέσω της πλειοψηφίας τους.

Ο Παύλος μιλά σαφώς για προσευχές και ψαλμούς οι οποίοι δεν απαγγέλονται με "την δύναμη της φωνής," αλλ' ακουγόμενοι μέσα από την καρδιά. Ο φωτισμός αυτός της καρδιάς εξουδετερώνει την υποδούλωση στο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως και αρχίζει την μεταμόρφωση της ιδιοτελούς αγάπης σε ανιδιοτελή αγάπη. Αυτό αποτελεί το χάρισμα της πίστεως που πηγάζει από μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο, το οποίο είναι η δικαίωση, καταλλαγή, υιοθεσία, ειρήνη, ελπίδα και ζωοποίηση.

Οι προσευχές και οι ψαλμοί αδιάλειπτα (Β' Θεσ. 5:17) ενεργούμενοι νοερά μέσα στην καρδιά (Εφ. 5:18-20), τ.έ. "τα γένη γλωσσών" (Α' Κορ. 12:10,28), μεταμορφώνουν τον "ιδιώτη" (λαϊκό) σε ναό του Αγίου Πνεύματος και μέλος του σώματος του Χριστού και του βασιλείου ιερατεύματος. Αυτή είναι η αρχή της απελευθερώσεως του πιστού από την δουλεία στο περιβάλλον, όχι με τη φυγή απ' αυτό, αλλά με τον έλεγχο  αυτού, όχι μέσω της ιδιοτελούς εκμεταλλεύσεως, αλλά μέσω της ανιδιοτελούς αγάπης. Εντός των πλαισίων αυτών "ο νόμος του Πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού ηλευθέρωσέ με από του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου... Ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστιν αυτού. Ει δε Χριστός εν υμίν, το μεν σώμα νεκρόν δι' αμαρτίαν, το δε πνεύμα ζωή δια δικαιοσύνην" (Ρωμ. 8:2,9, 10). 

Με το πέρασμα του χρόνου η θεραπεία του φωτισμού αυξάνει την τελειότητα της αγάπης, και μάλιστα με ήττα του διαβόλου, ο φωτισμένος λαμβάνει ανάλογα τα απαριθμούμενα στο  Α' Κορ. 12.28 ανώτερα χαρίσματα, με κορύφωση τον δοξασμό. Ο Παύλος δηλώνει, ότι "ει δοξάζεται εν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη" (Α' Κορ. 12: 26), με σκοπό να εξηγήσει, γιατί οι προφήτες είναι δεύτεροι μετά τους αποστόλους και πριν από όλα τα άλλα μέλη του σώματος του Χριστού. Η υπό του Πνεύματος μεταβίβαση από τη διάνοια στην καρδιά προσευχών και ψαλμών είναι η δικαίωση και η ζωοποίηση του εσωτερικού ανθρώπου και η θέα του Χριστού "δι' εσόπτρου εν αινίγματι" (Α' Κορ. 13:12). Δοξασμός είναι η έλευση του "τελείου" (Α' Κορ. 13:10), δηλαδή η θέα του Χριστού εν δόξα "πρόσωπο προς πρόσωπο" (Α' Κορ. 13:12). Όταν γράφει ο Παύλος, "άρτι γιγνώσκω εκ μέρους" (αυτόθι), αναφέρεται στην τρέχουσα κατάσταση του φωτισμού του ή της δικαιώσεως. Με την επομένη φράση του: "τότε δε επιγνώσομαι, καθώς και επεγνώσθην" (αυτόθι), ο Παύλος λέει, ότι θα δοξασθεί, όπως είχε ήδη δοξασθεί. Στην κατάσταση του φωτισμού ο πιστός είναι "νήπιος." Αφού δοξασθεί, επιστρέφει στον φωτισμό ως "ανήρ" (Α' Κορ. 13:11).

Κατά την διάρκεια του δοξασμού, που είναι θέωση και αποκάλυψη, η προσευχή μέσα από την καρδιά ("γλώσσες"), η γνώση και η προφητεία, μαζί με την πίστη και την ελπίδα, καταργούνται, αφού αντικαθίστανται από τον ίδιο τον Χριστόν μέσα στην άκτιστη βασιλεία και δόξα του Πατρός. Μόνον η αγάπη δεν εκπίπτει (Α' Κορ. 13:8-11). Κατά την διάρκεια του δοξασμού καταργούνται τα σχετικά με τον Θεό και τα εν ευχή προς τον Χριστό νοήματα και ρήματα. Μετά την θέωση και με την επιστροφή στον φωτισμόν, επιστρέφουν γνώση, προφητεία, γλώσσες, πίστη και ελπίδα και επανενώνονται με την αγάπη, η οποία δεν είχε "εκπέσει." Τα ρήματα και νοήματα που χρησιμοποιούνται από τους θεουμένους στην διδασκαλία και την προσευχή για την καθοδήγηση άλλων μέχρι τον δοξασμό είναι θεόπνευστα, αλλά μόνο στην χρήση και κάτω από την καθοδήγηση φωτισμένων και θεουμένων. Αυτοί που δεν  γνωρίζουν ότι ο σκοπός αυτών των ρημάτων και νοημάτων είναι η κατάργηση τους κατά την διάρκεια της θεώσεως, βαδίζουν με βάση  την φαντασία τους.

Αυτή είναι η θέα του εν δόξη αναστάντος Χριστού, την οποία είχε ο Παύλος και για την οποία ο Θεός θέτει στην κεφαλή (Α' Κορ. 12:28) και το θεμέλιο (Εφ. 2:20) της Εκκλησίας τους αποστόλους και προφήτες. Αυτό το "θεμέλιο," το οποίο περιλαμβάνει και γυναίκες προφήτες (Πράξ. 2:17; 21:9; Α' Κορ. 11:5), αποτελεί το πλαίσιο της δηλώσεως του Παύλου, ότι εν Χριστώ "ουκ ένι άρσεν και θήλυ" (Γαλ. 3:28).

 Ο δοξασμός δεν είναι θαύμα. Είναι το τελικό φυσικό στάδιο της μεταμορφώσεως της ιδιοτελούς αγάπης σε ανιδιοτελή αγάπη και η άφιξη του ανθρώπου στην κατάστασιν για την οποία δημιουργήθηκε. Και ο Παύλος και ο Ιωάννης σαφώς θεωρούν αυτήν την θέα του Χριστού εν δόξη μέσα στη ζωή αναγκαία για την τελείωση της αγάπης και της διακονίας προς την κοινωνία (Ιω. 14:21-24, 16:22, 17:24; Α' Κορ. 13:10-13; Εφ. 3:3-6). Οι εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού εν δόξη δεν ήταν και δεν είναι θαύματα, για να εκθαμβώσουν τους θεατές και να τους πείσουν να πιστεύσουν στην θεότητά Του. Θαύμα δεν ήταν η ανάσταση του Κυρίου της δόξας. Θαύμα ήταν η σταύρωση και ο θάνατός Του. Ο αναστημένος Χριστός εμφανίζεται μόνο για την τελείωση της αγάπης, ακόμη και στην περίπτωση του Παύλου, ο οποίος είχε φθάσει το κατώφλι του δοξασμού (Γαλ. 1:14 εξ.), μη γνωρίζων, ότι ο Κύριος της δόξας, τον οποίο επρόκειτο να δει, είχε γεννηθεί, σταυρωθεί και αναστηθεί. Οι εμφανίσεις του αναστημένου Κυρίου της δόξας στο Α' Κορ. 15: 1-11 είναι οι δοξασμοί με τους οποίους ο Παύλος ολοκληρώνει την περί χαρισμάτων ανάπτυξη που είχε αρχίσει στο 12:1.

Όλοι όσοι θεοποιήθηκαν στην συνέχεια μαζί  με τους αποστόλους αποτελούν το θεμέλιο της Εκκλησίας, διότι "...την ίσην δωρεάν έδωκεν αυτοίς ο Θεός ως και ημίν," λέει ο Πέτρος (Πράξ. 11:17, 10:47). Δηλαδή οδηγήθηκαν, όπως οι απόστολοι κατά την Πεντηκοστή, σε "πάσα την αλήθεια," η οποία είναι ο αναστημένος και αναληφθείς εν δόξα Χριστός, ο οποίος επιστρέφει με  σάρκα στις άκτιστες πύρινες γλώσσες του Πνεύματός Του, για να κατοικήσει ως άνθρωπος μαζί με  τον Πατέρα  Του στους  ναούς του Αγίου Πνεύματος που φτιάχθηκαν με πίστη όπως  ακριβώς υποσχέθηκε (Ιω. 14-17). Έτσι, η Εκκλησία των ναών του Αγίου Πνεύματος προφητών έγινε το Σώμα του Χριστού, κατά του Οποίου "πύλαι άδου (θανάτου) ου κατισχύσουσιν."

Δοξασμός είναι η συμμετοχή όχι μόνο της ψυχής αλλά και του σώματος στην αθανασία και αφθαρσία για την τελείωση της αγάπης. Δύναται να είναι θέα μικρής ή μακρής διάρκειας. Μετά από κάποια έκσταση αποπροσανατολισμού ο νέος θεοποιούμενος βλέπει τα πάντα γύρω του διαβρωμένα με την δόξα/βασιλεία του Θεού, η οποία, αφού δεν είναι ούτε φως, ούτε σκότος, και δεν μοιάζει με τίποτε το κτιστό, υπερβαίνει πάντα τα ρήματα και νοήματα και, παρ' ότι αποκαλυπτομένη, παραμένει μυστήριο αδιαπέραστη, ανέκφραστη και ως εκ τούτου απερίγραπτη. Κατά την διάρκεια της θέας τα πάθη, τα οποία είχαν ουδετεροποιηθεί και καταστεί αδιάβλητα με τον φωτισμό, καταργούνται. Ο θεούμενος ούτε τρώει, ούτε πίνει, ούτε κοιμάται, ούτε κουράζεται και δεν επηρεάζεται από την ζέστη ή το κρύο. Αυτά τα φαινόμενα στους βίους των αγίων, πριν και μετά την ενσάρκωση του Κυρίου της δόξας, δεν είναι θαύματα, αλλ’ η αποκατάσταση της υγείας της ανθρώπινης φύσεως που νοσεί.

Οι Γεροντολόγοι[6]  έχουν αποδείξει ότι το γήρας είναι αρρώστια και ερευνούν, μήπως και ο ίδιος ο Θάνατος είναι αρρώστια. Θα ήταν δυνατόν να συμβάλλουν στην εν λόγω έρευνα οι θεούμενοι και τα λείψανά τους. Τα σώματα εκατοντάδων θεουμένων παραμένουν σχετικά ακέραια επί αιώνες σε μία κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Από τα παλαιότερα παραδείγματα είναι το ακέραιο σώμα του Αγίου Σπυρίδωνος στο νησί της Κέρκυρας, ο οποίος έλαβε μέρος το 325 στην Α' Οικ. Σύνοδο. Μόνο στην Μονή των Σπηλαίων στο Κίεβο υπάρχουν 120 ακέραια ιερά λείψανα.

Αυτό είναι το πλαίσιο των όσων έχουν λεχθεί από τον Απόστολο Παύλο, ότι "και η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού" (Ρωμ. 8:21). Από τα συμφραζόμενα είναι φανερό, ότι η "ελευθερία της δόξας" είναι εδώ ελευθερία από την φθορά και την θνητότητα. Αλλ’ ακόμη και εκείνοι, των οποίων ο εσωτερικός άνθρωπος έφθασε στην υιοθεσία του φωτισμού, ως και εκείνοι, των οποίων και τα σώματα είχαν για τη θέωση πρόγευση της αθανασίας και της αφθαρσίας, περιμένουν "την υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν του σώματος ημών" (Ρωμ. 8:23). "Οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι και ημείς αλλαγησόμεθα... Δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν" (Α' Κορ. 15:53,54).

Αυτά τα γνωρίζει κανείς όχι από στοχασμό επάνω σε βιβλικά κείμενα, αλλά από την εμπειρία του δοξασμού, τουτέστι από "την ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού." Η εμπειρία του δοξασμού και όχι μόνο βιβλικά κείμενα είναι το θεμέλιο της πίστεως της Εκκλησίας στην σωματική ανάσταση του βιολογικού μέρους της ανθρώπινης προσωπικότητας.

 

5. Τα Ιερά Λείψανα

Υπάρχουν δύο γενικά είδη αγίων λειψάνων, αυτά που ευωδιάζουν και αυτά που και σώζωνται ολόκληρα ή σχεδόν ολόκληρα. Φαίνεται ότι τα πρώτα ανήκουν στους αγίους που βρίσκονται  στην κατάσταση φωτισμού όταν πέθαναν και τα δεύτερα σε αγίους που βρίσκονται σε κατάσταση δοξασμού. 

Από μαρτυρίες πατέρων προκύπτει το γεγονός ότι η άκτιστος δημιουργική, συνεκτική, προνοητική, καθαρτική, φωτιστική και θεωτική ενέργεια του Θεού είναι απλή, διαιρείται αδιαιρέτως και πανταχού παρούσα ενεργεί τα πάντα για τους πάντες. Έτσι ο θεούμενος εν Αγίω Πεύματι βρισκόμενος βλέπει ως μέλος του Σώματος του Χριστού τον Πατέρα μέσα στον ενσαρκωθέντα Λόγο. Αυτών τα σώματα διατηρούνται με αυτό τον τρόπο αφού η νοερά ενέργειά τους συνεχίζει να στροφαλίζεται κυκλικά μέσα στην καρδιά τους στην κοινωνία με την θεωτική ενέργεια της Αγίας Τριάδας. Πιθανόν θα μπορούσαμε να δούμε τον στροφαλισμό αυτόν με μαγνητικό αξονικό τομογράφο.

Φαίνεται ότι έχουν δίκιο εκείνοι που πιστεύουν ότι οι μαύρες τρύπες βρίσκονται όχι μόνο στο κέντρο των Γαλαξιών δίνοντας σε αυτές την κυκλική τους κίνηση, αλλά και σε μικροσκοπικά μεγέθη παντού στο σύμπαν και ανάμεσά μας και μέσα μας.

 

6. Όχι "εκ του κόσμου," αλλ’ "εν τω κόσμω"

Η Φραγκο-Λατινική διάκριση μεταξύ πρακτικής (αctive) και θεωρητικής (contemplative) ζωής δεν υπάρχει εντός του σώματος του Χριστού. Το χάρισμα του Αγίου Πνεύματος των αδιαλείπτων προσευχών και ψαλμών, μέσω των οποίων ο ιδιώτης (λαϊκός) εισέρχεται στο βασιλικό ιεράτευμα, ο οποίος γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος και μέλος του σώματος του Χριστού, καθιστά την εν λόγω διάκριση αδύνατη. Η κάθαρση και ο φωτισμός της καρδιάς και η θέωση είναι η πραγματικότητα μέσα στην οποία κινείται ο κάθε πιστός και η παράδοση μέσα στην οποία λειτουργεί αναπόσπαστα η ειδική ιερωσύνη. Αντίθετα προς την εν λόγω Λατινική διάκριση όλα τα μέλη του σώματος του Χριστού βρίσκονται στην θεωρία του φωτισμού βαδίζοντας προς την θεωρία της θεώσεως.

"...ουδείς εν πνεύματι Θεού λαλών λέγει, ΑΝΑΘΕΜΑ ΙΗΣΟΥΣ, και ουδείς δύναται ειπείν, ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ, ει μη εν Πνεύματι Αγίω" (Α' Κορ. 12:3). Αυτή είναι η βιβλική και πατερική πνευματικότητα και η δύναμη, εξαιτίας της οποίας ήταν αδύνατον για ένα πιστό-ναό του Αγίου Πνεύματος, παρ' όλα τα βασανιστήρια και μαρτύρια, να λυγίσει και να απαρνηθεί τον Χριστό. Τυχόν απάρνηση απλώς απεδείκνυε, ότι δεν ήταν μέλος του σώματος του Χριστού. Οι μάρτυρες και οι νεο-μάρτυρες ήταν η απόδειξη της δυνάμεως του φωτισμού και της θεώσεως, δηλαδή του μυστηρίου του σταυρού, κατά των δυνάμεων του σκότους όπως και το κατ' εξοχήν κήρυγμα ελευθερίας. Η πρωταρχική αποστολή των ναών του Αγίου Πνεύματος ήταν να εργάζονται σε οποιοδήποτε επάγγελμα είχαν ταχθεί και να επιδιώκουν να διαδώσουν την δική τους θεραπεία στους άλλους. Κατά κυριολεξία εργάζονταν μέσα στην κοινωνία τους, με μία ειδικότητα όμοια με εκείνη των ψυχιάτρων. Διέφεραν, όμως, απ' αυτούς στο ότι δεν επεδίωκαν, σαν αυτούς, την διανοητική ισορροπία των νοσούντων, με την προσαρμογή τους σε γενικώς αποδεκτούς κανόνες φυσιολογικής σκέψεως και συμπεριφοράς. Ο δικός τους κανόνας υγείας και φυσιολογικής σκέψεως και συμπεριφοράς ήταν ο δοξασμός. Η θεραπευτική δύναμη τους δεν ήταν και δεν είναι "εκ του κόσμου τούτου." Αλλ’ αυτοί, όμως, είναι "εν τω κόσμω," εργαζόμενοι για την θεραπεία της καρδιάς των ανθρώπων και, ως εκ τούτου, για την μεταμόρφωση του κόσμου.

 

7. Θεολογία και δόγμα

Όλοι όσοι έφθασαν στον δοξασμόν μαρτυρούν το γεγονός, ότι "Θεόν φράσαι μεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον," αφού γνωρίζουν απ' αυτήν την εμπειρία τους, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ομοιότητα μεταξύ κτιστού και ακτίστου.

Αυτό σημαίνει, ότι τα περί Θεού ρήματα και νοήματα, τα οποία δεν αντιτίθενται στην εμπειρία της θεώσεως, αλλά και οδηγούν στην κάθαρση και τον φωτισμό της καρδιάς και την θέωση, είναι Ορθόδοξα. Ρήματα και νοήματα, τα οποία αντιτίθενται στον δοξασμό και απομακρύνουν από την κάθαρση και τον φωτισμό της καρδιάς και την θέωση είναι αιρετικά.

Αυτό είναι το κλειδί των αποφάσεων των Επτά Ρωμαϊκών Οικουμενικών Συνόδων, όπως και της 8ης του 879 και της 9ης του 1341.

Σχεδόν όλοι οι ιστορικοί των δογμάτων αγνοούν το κλειδί αυτό και πιστεύουν ότι οι πατέρες προσπαθούν, σαν τον Αυγουστίνο, να κατανοήσουν στοχαστικά και διαλεκτικά το μυστήριο, το οποίο κρύβεται πίσω από τα του Θεού ρήματα και νοήματα. Επιστρατεύουν μεταξύ των πατέρων ακόμη και τον Γρηγόριο τον Θεολόγο στο στρατόπεδο της Φραγκο-Λατινικής θεολογίας, παρουσιάζοντας τον σε μετάφρασηυ να λέει, ότι επιτρέπεται "το φιλοσοφείν περί Θεού" μόνο στους "ήδη γενομένους ειδικούς εις τον διαλογισμόν" (past masters of meditation), αντί σε μόνους τους "διαβεβηκότας εν θεωρία," η οποία είναι η θέα του Χριστού "δι' εσόπτρου εν αινίγματι" "γλώσση" και "πρόσωπον προς πρόσωπον" κατά τον "δοξασμόν."

Οι Πατέρες σαφώς απορρίπτουν ως πλάνη την ιδέα ότι η διατύπωση των δογμάτων αποτελεί μέρος προσπάθειας κατανοήσεως των μυστηρίων της πίστεως περί Αγίας Τριάδος και ενσαρκώσεως του Λόγου. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γελοιοποιεί τέτοιους αιρετικούς: "Ειπέ συ την αγεννησίαν του πατρός, καγώ την γέννησιν του υιού φυσιολογήσω και την εκπόρευσιν του πνεύματος και παραπληκτίσομεν άμφω εις Θεού μυστήρια παρακύπτοντες" (Θεολ. Λόγος Δ',8). Ούτε δέχθηκαν ποτέ οι Πατέρες την θέση του Αυγουστίνου και των Λατίνων που τον ακολουθούσαν, ότι η Εκκλησία κατανοεί καλύτερα και βαθύτερα την πίστη και τα δόγματα με την πάροδο του χρόνου. Κάθε περίπτωση δοξασμού μέσω των αιώνων είναι μετοχή "εις πάσαν την αλήθειαν" της Πεντηκοστής, η οποία ούτε αύξηση, ούτε βαθύτερη κατανόηση επιδέχεται.

Αυτό σημαίνει επίσης, ότι η Ορθόδοξη δογματική είναι καθ' ολοκληρία ποιμαντική, αφού δεν υφίσταται εκτός των πλαισίων της θεραπείας της καρδιάς μέσω της καθάρσεως και του φωτισμού και εφόσον θεολόγος είναι κατ' εξοχήν ο θεούμενος, του οποίου η θέωση είναι υπέρ πάντα λόγο και έννοια.

Το να είναι κανείς θεολόγος σημαίνει κατά πρώτον και κύριο λόγο, ότι είναι ειδικός στις μεθόδους του διαβόλου. Ο φωτισμός και κυρίως ο δοξασμός μεταδίδουν το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων για την κατατρόπωση του διαβόλου, ειδικά όταν αυτός προσφεύγει στην διδασκαλία της θεολογίας και πνευματικότητας σε εκείνους που αρχίζουν να γλιστρούν μέσα από τα χέρια του.

 

8. Τα Μυστήρια

Το σημαντικότερο αποτέλεσμα της από φραγκο-λατινικεύσεως της Ορθοδόξου θεολογικής παιδείας τον 18ο και 19ο αιώνα, υπήρξε η εξαφάνιση από τα δογματικά εγχειρίδια, και ιδίως από τα κεφάλαια περί μυστηρίων, της υπάρξεως των μελών του σώματος του Χριστού εντός των πλαισίων της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδιάς και της θεώσεως, παρ' ότι τα λειτουργικά κείμενα ακριβώς αυτά προϋποθέτουν. Επηρεασμένα από Ρωσικά και Λατινικά εγχειρίδια λησμόνησαν το γεγονός ότι το μυστήριο της ιεροσύνης προϋποθέτει την θέωση, δηλαδή την προφητεία, "μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου. (Α' Τιμ. 4:14)"

 

9. Προφήτες και διανοούμενοι

Η δημιουργία είναι τελείως εξαρτημένη από τον Θεό, μολονότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ομοιότητα μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει, ότι δεν υπήρξε και δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ πεπαιδευμένου και απαιδεύτου, όταν και οι δύο βαδίζουν την οδό της θεραπείας του φωτισμού και της τελειώσεως του δοξασμού, για να γίνουν απόστολοι και προφήτες. Η υψηλότερη γνώση για την κτιστή πραγματικότητα δεν παρέχει κανένα ιδιαίτερο δικαίωμα επάνω εις την γνώσιν του ακτίστου. Ούτε η άγνοια για την κτιστή πραγματικότητα αποτελεί μειονέκτημα για να φθάσει κανείς στην ύψιστη  γνώση  υπέρ του ακτίστου.

 

10. Προφήτες και Φραγκο-Λατίνοι Πάπες

Από τα πέντε Ρωμαϊκά Πατριαρχεία Πρεσβύτερης Ρώμης, Νέας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων οι Φράγκοι κατέλαβαν, με την στρατιωτική βία, εκείνο της Πρεσβύτερης Ρώμης, αντικαθιστώντας τους Ρωμαίους Πάπες με Τεύτονες κατά την διάρκεια ενός αγώνα, ο οποίος άρχισε το 983 και έληξε το 1046. Έτσι, επέκτειναν τον έλεγχό τους στην  αποστολική διαδοχή μέχρι αυτόν του Παπικού Θρόνου ως μέρος των σχεδίων τους για παγκόσμια κυριαρχία. Μετέβαλαν τους Ρωμαίους Πατέρες σε Γραικούς και Λατίνους και προσέθεσαν τους Φράγκους στους λεγομένους ανύπαρκτους αυτούς Λατίνους Πατέρες και έτσι χάλκευσαν τον μύθο ότι οι Φράγκοι και οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες αποτελούν κάποια ενιαία Λατινική Χριστιανοσύνη. Για το Ισλάμ ο Πάπας είναι ακόμη και σήμερα Λατίνος και Φράγκος και οι δικοί μας Πατριάρχες Νέας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων είναι Ρωμαίοι. 

Η άγνοια του ποιοι και τι είναι οι προφήτες και γιατί κατέχουν την δεύτερη θέση μετά τους αποστόλους, δημιούργησε το κενό, το οποίο πληρώθηκε με το Φραγκο-Λατινικό αλάθητο του Πάπα. 

 

11. Προφήτες και Πατέρες

Ο Γρηγόριος Νύσσης πληροφορεί τους αναγνώστες του, ότι αιρέσεις εμφανίζονται σε εκείνες τες Εκκλησίες, όπου δεν υπάρχουν προφήτες. Ο λόγος είναι, ότι οι ηγέτες τους προσπαθούν να κοινωνήσουν με τον Θεό μέσω του λογικού στοχασμού και της περί Θεού (αφηρημένης) φαντασίας, αντί μέσω του φωτισμού και δοξασμού. Το να συγχέει κανείς τις σκέψεις για τον θεό του με τον Θεό είναι από απόψεως θρησκείας, ειδωλολατρεία και από απόψεως επιστημονικής μεθόδου αγραμματοσύνη.

Περί αποστόλων και προφητών μιλά ο Παύλος όταν γράφει, "ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ' ουδενός ανακρίνεται." (1 Κορ. 3:15). Διότι αυτοί έφθασαν στην εν τω Χριστώ θεοπτία γενόμενοι αυτόπτες μάρτυρες, ότι οι άρχοντες του αιώνα αυτού είχαν σταυρώσει "τον Κύριο της δόξας" (1 Κορ. 2:8). Αυτόν τον Κύριο της δόξας, Μεγάλης Βουλής Άγγελο, τον Ώντα, Θεό Αβραάμ και Θεό Ισαάκ και Θεό Ιακώβ, τον Παντοκράτορα, την Σοφία του Θεού, την ακολουθούσα Πέτρα (1 Κορ. 10:4), είδαν όλοι οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Από τους οποίους ο Βαπτιστής Ιωάννης εν θεοπτία γενόμενος, είδε με σάρκα τον Κύριο της δόξας. Ασφαλώς και αυτοί οι Ιουδαίοι οι οποίοι τυπικά πιστεύουν σε Αυτόν, "ει έγνωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν." Πάντως στους θεουμένους προσαρμόζει ο Παύλος το "α οφθαλμός ουκ είδεν και ους ήκουσεν και επί καρδίαν ουκ ανέβη, όσα ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν. ημίν απεκάλυψεν ο Θεός δια του πνευματός αυτού" (1 Κορ. 2:9-10) ότι "τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν" (1 Κορ. 8:8). Αυτοί οι αυτόπτες μάρτυρες θεούμενοι και οι φωτισθέντες μαθητές τους είναι οι μόνες αυθεντίες μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτοί διατυπώνουν τους όρους της πίστεως που οδηγούν στην θεραπεία του "εσωτερικού ανθρώπου" και χρησιμεύουν ως σήματα κινδύνου να αποφύγουν οι πιστοί τους κομπογιαννίτες που υπόσχονται πολλά και δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν στην προετοιμασία για την εμπειρία της εν Χριστώ δόξας του Θεού που όλοι θα δουν, είτε ως παράδεισο είτε ως κόλαση.

 

12. Ο Κύριος της Δόξας και οι Οικουμενικοί Σύνοδοι

Για τον Χριστό και τους αποστόλους η Αγία Γραφή είναι η Παλαιά Διαθήκη στην οποία προστέθηκε η Καινή Διαθήκη. Τα ευαγγέλια του Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά συντάχθηκαν ως οδηγοί στην κάθαρση του εσωτερικού ανθρώπου, δηλαδή του πνεύματός του (νοός) στην καρδιά, και τα πρώτα στάδια του φωτισμού πριν το βάπτισμα με το νερό. Σε αυτά ο Χριστός αποκαλύπεται ως ο ενσαρκωθείς Κύριος της δόξας στο βάπτισμά του και την μεταμόρφωσή του, όταν φανερώνεται ως η κατά φύσιν πηγή της ακτίστου δόξας, βασιλείας και θεότητας του Πατρός. Το ευαγγέλιο του Ιωάννου συντάχθηκε για τους ήδη βαπτισθέντες με νερό ως οδηγός στο βάπτισμα του Πνεύματος, δηλαδή τον φωτισμόν και την προκοπή της καρδιάς (ιδίως Ιων. 13:31-17) για να φτάσει η  ανιδιοτελής αγάπη στον δοξασμό (Ιων. 17) μέσω του οποίου θεωρεί τον Κύριον της δόξας με σάρκα να δοξάζεται μέσω του Πατρός και ο Πατέρας μέσω  Αυτού με  το μυστήριο του σταυρού (Ιων. 13:31;18-21). Για τον λόγο αυτό το ευαγγέλιο του Ιωάννου ονομάζεται το "πνευματικό ευαγγέλιο".[7]

Οι από τους αποστόλους, προφήτες και πατέρες μυημένοι στο σώμα του Χριστού ουδέποτε έμαθαν περί ενσαρκώσεως, βαπτίσματος, μεταμορφώσεως, σταυρώσεως, ταφής, αναλήψεως, γλωσσών όπως για την φωτιά την Πεντηκοστή όταν η Εκκλησία έγινε το Σώμα του Χριστού, με απλή μελέτη της Αγίας Γραφής. Την μελέτησαν ως μέρος αναπόσπαστο της μυήσεως στην κάθαρση και τον φωτισμό της καρδιάς και την ετοιμασία για τον δοξασμό της Παλαιάς Διαθήκης υπό του Κυρίου της δόξας η οποία  γεννήθηκε από την σάρκα της Θεοτόκου.

Μέσα στα πλαίσια του δοξασμού αυτού των αποστόλων και προφητών ταύτισε η αρχαία εκκλησία τον Χριστό με τον Άγγελο της Μεγάλης Βουλής  και την Σοφία του Θεού, για τον Οποίο έκτισε ο Θεός τον κόσμο, δόξασε τους φίλους Του τους προφήτες και μέσω αυτών οδήγησε τον περιούσιο λαό του στην ενσάρκωση αυτού του Κυρίου της δόξας προερχόμενης από την Θεοτόκο για να καταργήσει το κράτος του Θανάτου επί των μελών της Εκκλησίας της Παλαιάς Διαθήκης (Ματθ. 16:18). Παρ' ότι δοξάσθηκαν, ο "Αβραάμ απέθανεν και οι προφήται" (Ιων. 8:53). "...εάν τις τον εμόν λόγον τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα" (Ιων. 8:53). Για αυτό υπάρχει η πρώτη ανάσταση της ψυχής (Αποκ. 20:5) και η δεύτερη ανάσταση του σώματος (Αποκ. 20:6), όπως επίσης υπάρχει πρώτος θάνατος της ψυχής (1 Τιμ. 5:6; Αποκ. 20:14) και ο δεύτερος Θάνατος του σώματος (Αποκ. 20:14).

Ακόμη και αυτοί οι αιρετικοί Αρειανοί και Ευνομιανοί που δικάσθηκαν από τις Οικουμενικές Συνόδους δέχονταν την ταύτιση αυτή του Χριστού με τον Κύριο της δόξας και Μεγάλης Βουλής Άγγελο της Παλαιάς Διαθήκης ως ουσιαστικό μέρος της αποστολικής παραδόσεως. Αλλά λόγω κοινών φιλοσοφικών αρχών, τις οποίες κληρονόμησαν αυτοί και οι Νεστοριανοί από τον Παύλο Σαμοσατέα, που περιέγραψα αλλού[8], οι Αρειανοί ισχυρίζονταν ότι ο Άγγελος και Κύριος της δόξας είναι το πρώτο εκ του μη όντος δημιούργημα της βουλής του Θεού πριν τον χρόνο και τους αιώνες και γι' αυτό δεν είναι όμοιο είδος και ομοούσιος με το Θεό.

Μεταξύ άλλων χρησιμοποίησαν οι Αρειανοί και Ευνομιανοί τον ισχυρισμό, ότι ο Άγγελος της δόξας έγινε ορατός στους προφήτες για να αποδείξουν, ότι είναι κτιστός. Έμοιαζε η διδασκαλία τους με αυτή των Γνωστικών που ταύτιζαν τον εν λόγω Άγγελο της Παλαιάς Διαθήκης με τον κατώτερο ορατό θεό, ή και τον σατανά, ο οποίος δήθεν από άγνοια του καλού θεού έκτισε τον τάχα κακό τούτο υλικό κόσμο και παραπλάνησε μέσω της σωματικής οράσεως τους προφήτες των Εβραίων.

Οι Αρειανοί και Ευνομιανοί ή αγνοούσαν ή απέρριπταν την αποκάλυψη, ότι οι θεούμενοι βρίσκονταν σε θεοπτία γενόμενοι κατά χάρη θεοί και μόνο μέσω του Θεού έβλεπαν την εν τω Κυρίω της δόξας πριν και μετά την ενσάρκωσή Του άκτιστη βασιλεία και θεότητα του Θεού. Πρόσβαλαν το βασικό δόγμα της παραδόσεως των προφητών, ότι ο Θεός αποκαλύπτει εαυτόν στους φίλους Του μόνον μέσω του ακτίστου Αγγέλου της Μεγάλης Βουλής και της ανθρώπινης φύσεώς Του αφού έγινε σάρκα. Η χάρη και βασιλεία του φωτισμού και της δόξας, στην οποία κοινωνεί ο Λόγος του Θεού μέσω της ανθρώπινης φύσεώς Του στα μέλη του σώματός Του είναι άκτιστη. Η διδασκαλία των Φραγκο-Λατίνων, ότι η Χάρη στην οποία κοινωνεί η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι κτιστή καμία θέση δεν έχει στην παράδοση των Οικουμενικών Συνόδων.

Ο λόγος γιατί οι θεοφάνειες του Λόγου στην Παλαιά Διαθήκη απουσιάζουν από τα δοκίμια της ιστορίας των δογμάτων και της δογματικής των Λατίνων και Προτεσταντών, ακόμα και από αυτά των Ορθοδόξων από την εποχή του Πέτρου του Μεγάλου και του Νεο-Ελληνισμού, είναι το γεγονός ότι ο Αυγουστίνος απέρριψε την αποστολική και πατερική αυτή παράδοση. Η παρερμηνεία του Αυγουστίνου περί των Θεοφανειών αποτέλεσε την μόνη παράδοση των Φράγκων, διότι ουσιαστικά μόνο αυτό γνώριζαν κάπως καλά μέχρι τον 11ο αιώνα. Τα σπάνια δοκίμια που αναφέρουν την αρχαία αυτή παράδοση ισχυρίζονται ότι εγκαταλείφθηκε ως θέση που ευνοούσε τους Αρειανούς.

 Αντιθέτως όμως η παράδοση αυτή συνεχίζει να αποτελεί την ουσία της Ορθόδοξης παραδόσεως, η οποία διαποτίζει την μυστηριακή, τελετουργική και εικονογραφική ζωή της Εκκλησίας. Μάλιστα αποτελεί το απαραίτητο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Πατέρες χρησιμοποιούν τους όρους τρεις υποστάσεις, μία ουσία και το ομοούσιο του Λόγου για τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Αποτελούν όμως ανοησία, όχι μόνο μέσα στα  πλαίσια της θεολογίας του Αυγουστίνου των Φραγκολατίνων, αλλά και της Φραγκολατινοποιημένης θεολογίας "ορθοδόξων" οι οποίοι κατά παράδοση πλέον δανείζονται από δοκίμια ετεροδόξων όταν γράφουν για θέματα δογματικής, ιστορίας δογμάτων και Αγίας Γραφής. 

Ο Αυγουστίνος πίστευσε[9]  ότι μόνο οι Αρειανοί ταύτιζαν τον Λόγο με τον Άγγελο της δόξας για να αποδείξουν ότι είναι κτιστός, αφού είναι δήθεν ορατός στα μάτια των προφητών. Παρ' ότι ισχυρίζεται ότι ο Μεδιολάνων Αμβρόσιος άλλαξε την πρότερη Μανιχαϊκή θέση του επί της Παλαιάς Διαθήκης, αγνοεί πλήρως τα κατά των Αρειανών επιχειρήματα με τα οποία αυτός που τον βάπτισε αποδεικνύει το άκτιστο του Αγγέλου της Μεγάλης Βουλής, Λόγου, της Σοφίας του Θεού και το ομοούσιο Αυτού τω Πατρί.

Επειδή ο Αυγουστίνος είχε μπερδέψει τον φωτισμό και τη θέωση με τον Νεο-Πλατωνικό φωτισμό και έκσταση, συμφώνησε με τους εν λόγω φιλοσόφους και αιρετικούς ότι δεν μετέχει το σώμα στην θεωρία Θεού. Ταύτισε τον δοξασμό ή την θέωση με την ικανοποίηση της δίψας για ευδαιμονία και με την μετά Θάνατον Ζωή. Για αυτό ούτε στην Παλαιά ούτε και στην Καινή Διαθήκη κατανόησε τον δοξασμό του Κυρίου της δόξας. Δηλαδή δεν διέφερε ουσιαστικά από τους Αρειανούς. Επέλυσε το πρόβλημα που έθεσαν οι Αρειανοί για τα Θεοφάνεια πριν και μετά την ενσάρκωση με την πρωτότυπη θεωρία ότι οι προφήτες έβλεπαν και άκουγαν τον Θεό μέσω των όσων κτισμάτων γίνονταν από το μηδέν και ξαναγύριζαν στο μηδέν κατά βούληση του Θεού, όπως π.χ. η καιγόμενη και άφλεκτη βάτος, η στήλη πυρός και νεφέλη, η δόξα και νεφέλη, και ακόμη ο Άγγελος της δόξας. Ο Θεός γίνεται μονίμως ορατός μέσω της ενσαρκώσεως του Λόγου του μέσω του οποίου μεταβιβάζει τα ρητά και νοήματά Του. Αλλά συνεχίζει να χρησιμοποιεί τα όσα γίνονται από το μηδέν μηνύματα και οράματα και τα οποία στο μηδέν καταλήγουν, όπως οι γλώσσες πυρός της Πεντηκοστής, της νεφέλης της αναλήψεως, της βασιλείας, δόξας, νεφέλης, φωτός και εξ ουρανού φωνής της Μεταμορφώσεως, της εξ ουρανού φωνής και περιστεράς της βαπτίσεως του Χριστού, και το πυρ της κολάσεως, κ.τ.λ. Είναι η καταδικασθείσα το 1341 διδασκαλία του Βαρλαάμ. Οι πατέρες της Συνόδου δεν υποψιάσθηκαν ούτε την πηγή της εν λόγω αιρέσεως και ούτε το γεγονός ότι ήταν η μόνη παράδοση των Φραγκο-Λατίνων. Το αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν ότι τα λεκτικά σύμβολα, μέσω των οποίων η Παλαιά και Καινή Διαθήκη εξέφραζε τις εμπειρίες του φωτισμού και της θεώσεως υποβιβάσθηκαν σε γενόμενα και απογενόμενα κτίσματα και απίστευτα θαύματα. Περίεργο αποτέλεσμα των εν λόγω παρερμηνειών είναι ότι όχι μόνο το όνομα "βασίλειο" κυριαρχεί στις μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης παρ' ότι ούτε μία φορά απαντάται στο ελληνικό πρωτότυπο. Αλλά περιέργως επικράτησε στα Βιβλικά και λειτουργικά κείμενα των Ορθοδόξων μεταναστών στην Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία και Ασία. Η βασιλεία του Θεού είναι η άκτιστη ενέργεια και δόξα μέσω της οποίας ο Θεός βασιλεύει τον κόσμο και στην οποία μετέχουν τα καθαιρόμενα, φωτιζόμενα και δοξαζόμενα μέλη της Εκκλησίας.

 

13. "...το Πνεύμα μη σβέννυτε" (Α' Θεσσ. 5:19)

Η προσευχή του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά "στεναγμοίς αλαλήτοις" (Ρωμ. 8:26) δεν είναι καθ' εαυτή συμμετοχή στο σώμα του Χριστού. Πρέπει να ανταποκριθεί κανείς σε αυτή την προσευχή του Αγίου Πνεύματος με την δική του αδιάλειπτη προσευχή του πνεύματός του στην καρδιά. Έτσι, "Αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού. Ει δε τέκνα, και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν, ίνα και συνδοξασθώμεν" (Ρωμ. 8:16-17.) Μολονότι αυτή η ανταπόκριση είναι δική μας, είναι και χάρισμα Θεού. Αυτό ακριβώς προϋποθέτει ο Απ. Παύλος, όταν παραγγέλει: "αδιαλείπτως προσεύχεσθε... το Πνεύμα μη σβέννυτε, προφητείας μη εξουθενείτε" (Α' Θεσσ. 5.17-19). Ο Παύλος εδώ μας λέει να φροντίσουμε να μείνουμε ναοί του Αγίου Πνεύματος, διατηρώντας την αδιάλειπτη προσευχή του πνεύματός μας στην καρδιά, για να φθάσουμε να γίνουμε προφήτες μέσω της θεώσεως.

Το βάπτισμα του ύδατος "εις άφεσιν αμαρτιών" είναι μυστήριο ανεξίτηλο, διότι η συγχώρηση από τον Θεό για την αρρώστειά μας είναι το δεδομένο για την έναρξη της θεραπείας. Όμως το βάπτισμα του Πνεύματος δεν είναι ανεξίτηλο. Για αυτό υπάρχει η ειδική τελετή μετανοίας και αναμυρώσεως των μετανοούντων για πρότερη απάρνηση της πίστεώς τους. Το δε μυστήριο της εξομολογήσεως έχει προφανώς την ρίζα του στην καθοδήγηση των ιδιωτών να φθάσουν από την κάθαρση της καρδιάς στον φωτισμό αυτής. Είτε ανταποκρίνεται κανείς είτε όχι, το Άγιο Πνεύμα "βρίσκεται" στην καρδιά κάθε ανθρώπου. Με άλλα λόγια η αγάπη του Θεού καλεί εξίσου τον καθένα, αλλά όλοι δεν ανταποκρίνονται.

Οι μη ανταποκρινόμενοι θα έπρεπε να μη φαντάζονται τον εαυτό τους ναούς του Αγίου Πνεύματος και μέλη του σώματος του Χριστού και να γίνονται, ως εκ τούτου, εμπόδιο των άλλων σε αυτή την ανταπόκριση. Αυτοί που σε κατάσταση φωτισμού συμπροσεύχονται στις λειτουργίες τους ως ναοί του Αγίου Πνεύματος και μέλη του σώματος του Χριστού για τα μη μέλη, ώστε να γίνουν μέλη ή να ξαναγίνουν μέλη, εφ' όσον τούτο δεν τους το εγγυήθηκε το βάπτισμα του νερού εις άφεσιν αμαρτιών. Για αυτό ο Χρυσόστομος προειδοποιεί, "Μη τοίνυν θαρρώμεν, ότι γεγόναμεν άπαξ του σώματος."[10]

 

14. Το χάρισμα της διερμηνείας

Σε κάποιο σημείο της ιστορίας της μεταποστολικής Εκκλησίας το χάρισμα της σύγχρονης μεταφοράς των προσευχών και ψαλμών από την καρδία στην διάνοια για την μεγαλόφωνη απαγγελία τους προς όφελος των ιδιωτών αντικαταστάθηκε με γραπτά αναγιγνωσκόμενα κείμενα με καθορισμένα σημεία στα οποία οι ιδιώτες (λαϊκοί) απαντούσαν με το "αμήν," "Κύριε ελέησον," κ.τ.λ. Επίσης η προσευχή της καρδιάς συντομεύθηκε σε μικρή φράση (π.χ. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό) ή σε ρητό Ψαλμού (παράδοση της Αιγύπτου την οποία μετέφερε στην Δύση ο Άγιος Ιωάννης ο Κασσιανός). Κατά τα άλλα τα χαρίσματα της 1 Κορ. 12:28 παρέμειναν τα ίδια.

Ο Ρωμαίος ιστορικός των Φράγκων Γρηγόριος Επίσκοπος Τουρώνης περιγράφει τα φαινόμενα και του φωτισμού και του δοξασμού. Αλλά μη γνωρίζοντας τι είναι, τα περιγράφει σαν θαύματα και με τρόπο συγκεχυμένο.[11] Οι Φράγκοι συνέχισαν την σύγχυση αυτή και τελικά ταύτισαν τον φωτισμό και τον δοξασμό με τον Νεο-Πλατωνικό μυστικισμό του Αυγουστίνου, τον οποίο ορθώς απέρριψαν ορισμένοι Διαμαρτυρόμενοι, αφού για τους Πατέρες αποτελεί φαινόμενο δαιμονικό.

 

15. Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν

"Ώστε ος αν εσθίη τον άρτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και του αίματος του Κυρίου, δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω, ο γαρ εσθίων και πίνων κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει μη διακρίνων το σώμα. δια τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί" (1 Κορ. 11:28-30). Με άλλα λόγια πρέπει κανείς να δοκιμάσει τον εαυτό του αν είναι στην κατάσταση φωτισμού, και επομένως μέλος του σώματος του Χριστού και ναός του Αγίου Πνεύματος, με τουλάχιστον τα "γένη γλωσσών," δηλαδή την νοερή προσευχή. Αλλιώς λαμβάνει τον άρτο και πίνει το ποτήριο του Κυρίου ανάξια (Κορ. 11:27). Εν τοιαύτη περιπτώσει βρίσκεται μεταξύ ή των "ασθενών" ή των "αρρώστων" ή των πνευματικώς "κοιμωμένων (νεκρών)" (1 Κορ. 11:30), δηλαδή δεν μετέχει στην πρώτη ανάσταση του εσωτερικού ανθρώπου. Αυτός μετέχει στην Θεία Ευχαριστία όχι άξια, αλλά σε κατάκριση. Δεν πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί το δείπνο της αγάπης (που τότε συνόδευε κάθε ευχαριστιακή σύναξη) ως ευκαιρία να τρώει και να πίνει. Αυτό κάνει κανείς στο σπίτι του (1 Κορ. 11:21-22,34). "ει δε εαυτούς διεκρίνομεν (δηλαδή με τη νοερή προσευχή), ουκ εκρινόμεθα, κρινόμενοι δε υπό του Κυρίου παιδευόμεθα, ίνα μη συν τω κόσμω κατακριθώμεν" (1 Κορ. 11:31-32). Στον φωτισμό και στον δοξασμό αυτοί που κρίνονται φωτισμένοι και θεοποιημένοι  εκπαιδεύονται με το πνεύμα τους από τον ίδιο τον Χριστό. Την θεραπεία αυτή περιγράφει εν συνεχεία ο Απόστολος Παύλος στην 1 Κορ. 12-15:11[12]  όπως είδαμε.

 

16. Η διατύπωση των δογμάτων

Ο μόνος σκοπός της διατυπώσεως των δογμάτων από Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους ήταν και είναι η διαφύλαξη των πιστών εντός της θεραπευτικής αυτής αγωγής της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδιάς και του δοξασμού/θεώσεως και από κομπογιαννίτες μη ορθοδόξους και τυπικά ορθοδόξους γιατρούς. Αυτό επειδή "πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού..." (Ρωμ. 3:23). Οι διατυπώσεις των δογμάτων ουδεμία σχέση έχουν με θεολογικό ή φιλοσοφικό στοχασμό επάνω στα μυστήρια της Αγίας Τριάδος, της ενσαρκώσεως του Λόγου και της θεώσεως. Η αρρώστεια του ανθρώπου συνίσταται στον σκοταδισμό του πνευματός στην καρδιά που αρχίζει να θεραπεύεται με την αδιάλειπτη προσευχή, και όχι με στοχασμούς θεολογικο-φιλοσοφικούς. Αυτό διότι ουδεμία ομοιότητα υπάρχει μεταξύ του ακτίστου Θεού και των κτισμάτων Του και "Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον." Για αυτό οι περί Θεού και ενσαρκώσεως στοχασμοί του Αυγουστίνου και των Φραγκο-Λατίνων και Διαμαρτυρομένων οπαδών του και όπως και οι στοχασμοί ορισμένων τυπικά ορθοδόξων "θεολόγων", γενόμενοι βάσει της analogia entis και της analogia fidei, είναι παντελώς ξένοι προς την Βιβιλική και Πατερική παράδοση. Σήμερα θεωρούνται μάλιστα ως γνώρισμα κάποιων καθυστερημένων  νοητικώς θρησκολήπτων.

Ο μόνος σκοπός των ορθοδόξων δογμάτων είναι η διαφύλαξη της οδού της εν Χριστώ θεραπείας μέσω της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδιάς και της θεώσεως των πιστών.

 

III. Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ

Το συνοδικό σύστημα προήλθε 1) από την ομάδα των προφητών σε κάθε Εκκλησία, και 2) από τους αποστόλους οι οποίοι επόπτευαν τις  υπ' αυτών ιδρυόμενες Εκκλησίες.

Οι επίσκοποι και πρεσβύτεροι των αποστολικών εκκλησιών προέρχονταν από τους προφήτες και διδασκάλους. Η γενική επίβλεψη από τους αποστόλους των τοπικών ομάδων εκκλησιών συνεχίσθηκε, μετά τον θάνατό τους, από την συλλογική επίβλεψη αυτών από τους ενοριακούς που εκπροσωπούσαν τους φωτισμένους και θεουμένους επισκόπους που είχαν συγκροτηθεί σε  συνόδους. Ακριβώς με την ιδιότητα αυτή οι συνοδικοί επίσκοποι είναι κατά κυριολεξία, οι διάδοχοι των αποστόλων.

Σε κάποιο σημείο, εκκλησίες, όπως εκείνη της Λαοδικείας (Αποκ. 3:14-22), αυξήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε έγιναν δεκτές ως ημιφυσιολογικές, όσον έμειναν υπό εποπτία. Φαίνεται ότι εξαιτίας μιας τέτοιας συγκυρίας, αρχίζουν να εμφανίζονται Εκκλησίες, όπου προΐστανται πρεσβύτεροι αντί επισκόπων, διότι δεν υπήρχαν αρκετοί θεούμενοι, για τον βαθμό του επισκόπου.

Ότι οι επίσκοποι πρέπει να εκλέγονται από τους θεουμένους, έμεινε βασική προϋπόθεση της Ορθόδοξης Παραδόσεως, ιδιαιτέρως υποστηριζόμενη από τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, μέχρι τον 19ο αιώνα. Με την πάροδο του χρόνου οι θεούμενοι αποσυνδέθηκαν από τον ενοριακό κλήρο και άρχισαν να εμφανίζονται στο επίκεντρο των αναχωρητών και μοναχών, οι οποίοι γίνονται εν συνεχεία τα φυτώρια για την προετοιμασία υποψηφίων Ιεραρχών και κυρίως προέδρων συνόδων. Η κυρία ευθύνη των επισκοπικών συνόδων ήταν η προαγωγή της θεραπείας της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδιάς και της θεώσεως καθώς και η πλήρης υποστήριξη όλων των προγραμμάτων εφαρμογής των αποτελεσμάτων της εν λόγω θεραπείας για την εξύψωση του συνόλου της κοινωνίας. Πάντα αυτά προϋπέθεταν την χειροτονία γνησίων γιατρών και την απόρριψη των κομπογιαννιτών, των οποίων οι αφηρημένοι στοχασμοί ή απεμάκρυναν απ' αυτήν την θεραπεία και τελείωση ή έφθαναν μέχρι πριν τη θεραπεία και βούλιαζαν εν συνεχεία στο τέλμα της ηθικολογίας.

Ακριβώς λόγω της ταυτότητας της θεραπείας και της τελειώσεως σε όλους τους φωτισμένους και θεουμένους, δεν κατανόησαν ποτέ οι Ορθόδοξοι την δογματική αυθεντία ως επιβαλλομένη από ψηλά, αλλ' ως υπάρχουσα στους φωτισμένους και θεουμένους εσωτερικά. Επειδή δε η κοινή αυτή εμπειρία καταξιώνει την πραγματικότητα, ότι "Θεόν φράσαι μεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον," δεν ήταν δυνατόν οι δοξασμένοι να διαφωνήσουν μεταξύ τους στην χρήση διαφορετικών όρων, αρκεί να οδηγούν στον φωτισμό και δοξασμό. Το σχίσμα μεταξύ των Ορθοδόξων και των Ανατολικών Ορθοδόξων είναι ένα παράδειγμα αποδοχής διαφορετικών τρόπων διατυπώσεως από την μία πλευρά και ενός μόνο τρόπου διατυπώσεως από την άλλη.

 

1. Σύνοδοι και Ορθόδοξος πολιτισμός

Η δύναμη του φωτισμού και της θεώσεως όχι μόνο υπέμεινε και βάσταξε τους διωγμούς, αλλά και κατέκτησε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και έγινε η καρδιά του Ελληνικού της Πολιτισμού. Μη οικείοι με την πραγματικότητα αυτή ιστορικοί, δεν έχουν κανένα τρόπο, να κατανοήσουν την έκταση της μεταμορφώσεως που υπέστη το Ρωμαϊκό κράτος από την θεραπεία του φωτισμού και της θεώσεως. Το κριτήριο με το οποίο η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έκανε την Ορθόδοξη πίστη και πράξη και το συνοδικό της σύστημα μέρος της νομοθεσίας και της διοικήσεώς της δεν διέφερε πολύ από την σημερινή νομική υποστήριξη της γνήσιας ιατρικής και της προστασίας των πολιτών από κομπογιαννίτες. Θρησκείες και δόγματα, που απομακρύνουν από τον φωτισμό και την θέωση, δεν θεωρούνταν μόνο επικίνδυνα για την σωτηρία, αλλά και ως μη συντελεστικά στην παραγωγή πολιτών, που θα μπορούσαν να συντελέσουν στην θεραπεία και μεταμόρφωση της κοινωνίας.

Η συμβολή των φωτισμένων και δοξασμένων στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόσο στο Ανατολικό όσο και στο Δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ήταν πολύ μεγαλύτερη, από όσο ήταν δυνατόν οι μη γνώστες της Ορθοδοξίας ιστορικοί να φαντασθούν, έστω και αν πολλές από τις  αυτοκρατορικές προσδοκίες αποδείχθηκαν ουτοπικές.

Ο ισχυρισμός, ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ο Ελληνικός της Πολιτισμός αντικαταστάθηκαν από κάποια "Βυζαντινή" αυτοκρατορία και κάποιο "Βυζαντινό" πολιτισμό, είναι καθαρά καρικατούρα. Ο φωτισμός και ο δοξασμός είχαν γίνει η καρδιά και ο πυρήνας τόσο του Ανατολικού όσο και του Δυτικού μέρους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτή η παράδοση της θεραπείας και της τελειώσεως δεν ενδιέφερε τους Τεύτονεςς κατακτητές των Δυτικών Ρωμαίων. Αλλ' οι Ανατολικοί Ρωμαίοι διατήρησαν και συνέχισαν την παράδοση αυτή, η οποία δεν είναι "Βυζαντινή" αλλά Αποστολική.

 

2. Φραγκο-Λατινικός πολιτισμός

Οι Μεροβίγγιοι ρήγες των Φράγκων σφετερίσθηκαν πρώτα το δικαίωμα αρνησικυρίας στις εκλογές των επισκόπων. Κατόπιν σφετερίσθηκαν το δικαίωμα διορισμού των επισκόπων. Εν συνεχεία ανακάλυψαν την οικονομική ωφέλεια από την πώληση των θέσεων των επισκόπων μέσω της πλειοδοσίας. Σε αυτό το σημείο οι Ρωμαίοι επίσκοποι της Φραγκίας έχασαν την επαφή τους με τον φωτισμό και τον δοξασμό, που επιβίωσαν ανάμεσα στον μοναχισμό, κλήρο και λαό, όπως φαίνεται σαφώς στους βίους των αγίων. Εν συνεχεία αυξήθηκε ο αριθμός των Φράγκων επισκόπων μέχρις ότου οι Καρολίγγειοι Φράγκοι έδιωξαν τους εναπομείναντες Ρωμαίους επισκόπους και επέβαλαν τους εαυτούς τους ως επισκόπους στην Εκκλησία, με ιδιαίτερη φροντίδα αστυνομεύσεως των Ρωμαίων, που είχαν μεταβληθεί στα διάφορα είδη της δουλοπαροικίας. Έτσι οι Φραγκο-Λατινικές βασιλείες και ευγένειες έκαναν την αποστολική διαδοχή ιδιοκτησία της φυλής τους. Η απείθεια των δούλων και δουλοπαροίκων σε αυτήν την αποστολική διαδοχή διορθωνόταν από τον επισκοπικό στρατό.

Ούτε μία από τις δογματικές πρωτοβουλίες των Φράγκων κατά τον 8ο και 9ο αιώνα υπήρξε το αποτέλεσμα αναζητήσεως πληροφοριών και επεξηγήσεων από τους Ρωμαίους, των οποίων τις δογματικές διατυπώσεις διέστρεφαν. Οι Φράγκοι δεν ήταν σε θέση να κάνουν διάλογο, απλώς γιατί ήταν αμαθείς βάρβαροι, με μία απίστευτη αυτοπεποίθηση, ότι είναι η εκλεκτή φυλή του Θεού και ότι ο Αυγουστίνος είναι ο καλύτερος οδηγός σε όλα τα ουσιώδη ζητήματα της πίστεως. Δυστυχώς ο επίσκοπος Ιππώνος δεν είχε κατανοήσει τον βιβλικό φωτισμό και δοξασμό.

Μερικούς αιώνες αργότερα άρχισαν οι Φράγκοι να πληροφορούνται για τους Πατέρες και τις Ρωμαϊκές Οικουμενικές Συνόδους. Αλλ' απλώς υπέταξαν και αυτές στην δική τους παράδοση και ανέδειξαν τον Αυγουστίνο στο κατ' εξοχήν κλειδί της ερμηνείας τους. Έτσι, οι Φράγκοι ουδέποτε είδαν, και οι Λατίνοι ακόμη δεν βλέπουν, την κάθαρση και τον φωτισμό της καρδιάς και τον δοξασμό ούτε στην Π. ούτε στην Κ. Διαθήκη, ούτε στους Πατέρες. Ουδέποτε είδαν, και ούτε ακόμη βλέπουν, την ανάγκη θεραπείας της αναζητούσας νόσου την ευδαιμονία και της μεταμορφώσεως της ιδιοτελούς αγάπης σε αγάπη, η οποία "ου ζητεί τα εαυτής." Συνεχίζουν να πιστεύουν, ότι η θέα του Θεού είναι ο παράδεισος και η ευδαιμονία, και ότι η έλλειψη της θέας του Θεού είναι η κόλαση. Δηλαδή απορρίπτουν το θεμέλιο της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, ότι όλοι οι άνθρωποι θα δουν την δόξα του Θεού εν Χριστώ, αλλ' όλοι δεν θα μετάσχουν.

 

3. Δυτικός πολιτισμός

Τμήματα της Μεταρρυθμίσεως ήλθαν σε σαφέστερη ρήξη με τον Φραγκο-Λατινικό Χριστιανισμό από άλλα τμήματα και επανήλθαν, μέχρις ορισμένου σημείου, στην δικαίωση μέσω της πίστεως εκείνης, η οποία είναι χάρισμα του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά. Η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Λουθηρανών και Ορθοδόξων περί του Κανόνος της Αγίας Γραφής και της Θεοπνευστίας συμπεριλαμβάνει την από κοινού αποδοχή της αλήθειας, ότι η δικαίωση (φωτισμός) ολοκληρώνεται σε αυτήν την ζωή με τον δοξασμό. Αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί ουσιαστικό βήμα προς την ορθή κατεύθυνση, όχι μόνο με την ένωση των Εκκλησιών, αλλά, επίσης, με την εξύψωση του εν εξελίξει ακόμη υπάρχοντος Δυτικού Πολιτισμού.

 

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Ο Φραγκο-Λατινικός και ο Δυτικός Πολιτισμός και το Ισλάμ είναι κυριαρχημένα από την νόσο της θρησκείας και της αναζητούσας την ευδαιμονία ιδιοτελείας. Αυτή ακριβώς η αρρώστια βρίσκεται στο θεμέλιο όλων των προσωπικών και κοινωνικών νοσημάτων. Παραμένουσα πάντα ανεξέλεγκτη, οδηγεί αυτομάτως σε συγκρούσεις συμφερόντων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και στην ιδιοτελή εκμετάλλευση των ανθρώπων και του περιβάλλοντος από τους συνανθρώπους τους. Η σύγχρονη τεχνολογία και επιστήμη υποτάχθηκαν στην εξυπηρέτηση της αρρώστιας αυτής, όπως εκφράζεται στην καταναλωτική οικονομία, η οποία διαβρώνει τις κοινωνικές δομές και ωθεί στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων πέρα από τα υποφερτά όρια.

Η ανθρωπότητα κατόρθωσε να επιβιώσει των αναριθμήτων καταστροφών του παρελθόντος, οι οποίες προκλήθηκαν από αυτήν την νόσο. Όμως η γενεά μας έχει την "τιμή" να ζει σε εκείνη την φάση της ανθρώπινης ιστορίας, η οποία, για πρώτη φορά, μαρτυρεί περί της "ικανότητος" της ανθρωπότητας να αυτο-καταστραφεί πλήρως, είτε από πυρηνικό συμβάν ή από μόλυνση και διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας. Ίσως η μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια του πλανήτη μας προέρχεται από αποκαλυπτικούς ονειροπόλους θρησκευομένους.

Η ωμή ιδιοτέλεια για την επιβίωση του κόσμου και για την ευημερία της κοινωνίας μπορεί τελικά να εξαναγκάσει τους υπευθύνους να βρουν μία λύση στο φάσμα αυτό της πυρηνικής και της οικολογικής καταστροφής. Η μόνη λύση φαίνεται να είναι η συλλογική αυτο-επιβολή μιας ασκητικής εγκράτειας.

Το ότι, 1) ο πόθος για την ευδαιμονία είναι "η" αρρώστια της ανθρωπότητος, την οποία προωθούν σχεδόν όλες οι θρησκείες, και το ότι, 2) η θεραπεία της "είναι" η κάθαρση και ο φωτισμός της καρδιάς και ο δοξασμός, είναι δύο αλήθειες της αποκαλύψεως που ο κόσμος θα έκανε καλά να μην αγνοεί.

Αυτές οι αλήθειες τυγχάνουν να είναι τα κλειδιά της μετ' αλλήλων ενώσεως στη άκτιστη δόξα της Αγίας Τριάδος για την οποία προσεύχεται ο Χριστός (Ιω. 17) για να πιστεύσει ο κόσμος.

 

V. ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Η αντίληψη για τον άνθρωπο του Ελληνικού Πολιτισμού δεν είχε τον τρόπο εκφράσεως για την κυκλική κίνηση του πνεύματος το οποίο προσεύχεται με την καρδιά της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Γι' αυτό οι Πατέρες πήραν τους όρους "νους," "λόγος" και "διάνοια" και ταύτισαν τον "νου" με το "πνεύμα" που προσεύχεται στην καρδιά. Έτσι έχουμε την διάκριση μεταξύ α) "της λογικής λατρείας" την οποία τελεί "το βασίλειο ιεράτευμα," στην οποία μετέχουν οι ιδιώτες (λαϊκοί) με το "αμήν" τους, και β) "της νοερής λατρείας" με την καρδιά των φωτισμένων και γ) "του δοξασμού (θεώσεως)" όπου τα νήπια του φωτισμού γίνονται άνδρες και επιστρέφουν στην κατάσταση του φωτισμού προφήτες. Μέσα στα πλαίσια αυτά ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός παραπονούμενος γράφει (στο έργο περί μετανοίας και εξομολογήσεως) ότι υπάρχουν επίσκοποι στην εποχή του που στην εποχή των αποστόλων θα έλεγαν μόνο "αμήν" στην Εκκλησία.

Σημειωτέον ότι καθ' όλη την διάρκεια του φωτισμού της καρδιάς, δηλαδή της νοερής ευχής, ο εγκέφαλος συνεχίζει να επικοινωνεί φυσιολογικά με το περιβάλλον και να δουλεύει κανονικά. Το ίδιο συμβαίνει και στην κατάσταση αυτού που δοξάσθηκε εσωτερικά από τον Χριστό, όταν συνηθίσει να βλέπει τα πάντα με την άκτιστη δόξα Του, και γενόμενος από νήπιο άνδρας επιστρέφει στην κατάσταση του φωτισμού της νοερής προσευχής.

Με άλλα λόγια τα τέκνα του Νεο-Πλατωνικού μυστικισμού του Αυγουστίνου, και των Φραγκο-Λατίνων και κάποιων δήθεν ορθοδόξων, που επιδιώκουν την έκσταση του νου και της ψυχής εκτός του σώματός τους, αναζητώντας ενόραση των ανύπαρκτων άυλων στον νου του Θεού αρχετύπων, ασχολούνται με "δαιμόνων εύρημα." Αυτήν την αίρεση του Βαρλαάμ καταδίκασε η Θ’ Οικουμενική Σύνοδος το 1341 χωρίς δυστυχώς να καταλάβει ότι είναι του Αυγουστίνου και της παραδόσεως των Καρλοβιγκίων Φράγκων που άρχισε τα τέλη του 8ου αιώνα. Οι προηγούμενοι Μεροβίγκιοι Φράγκοι ήταν Ορθόδοξοι και είχαν καταδικάσει την περί χάριτος και αμαρτίας διδασκαλία του Αυγουστίνου.

Μέχρι τον 12ο αιώνα οι Καρλοβίγκοι Φράγκοι γνώριζαν μόνο τα έργα του Αυγουστίνου ολόκληρα. Είχαν αποκτήσει τον 8ο αιώνα τα έργα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη τα οποία μετέφρασε ο Ιωάννης Σκώτος Ερουέγια. Έγραψε ο ίδιος πολλά έργα δικά του τα οποία χρήζουν μελέτης από Ορθοδόξους. Οι Φράγκοι όμως υποδούλωσαν τελικά τον Αρεοπαγίτη στον Νεο-Πλατωνικό μυστικισμό του Αυγουστίνου. Τον 12ο αιώνα απέκτησαν λατινική μετάφραση του έργου "Ακριβής Έκθεσις της Ορθοδόξου Πίστεως" του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού και υποδούλωσαν και αυτόν στον Αυγουστίνο. Εν τω μεταξύ είχαν αρχίσει να συλλέγουν ως επί το πλείστον μόνο προτάσεις (Sententiae) άλλων Λατινοφώνων Πατέρων που μάζευαν από κανονικές συλλογές και ερμηνευτικά σχόλια Πατέρων της Αγίας Γραφής. Βάσει αυτών των προτάσεων άρχισαν με τον Πέτρο Λομβαρδό (πέθανε 1160) να γράφουν στοχαστική, μάλιστα, συστηματική θεολογία. Δηλαδή έμαθαν να θεολογούν βάσει κειμένων εκτός της συνάφειάς τους.

Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς συνοψίζει την πατερική παράδοση κατά του μυστικισμού ως εξής "Το δ' έξω τον νουν, ου του σωματικού φρονήματος αλλ' αυτού του σώματος ποιείν, ως εκεί νοεροίς θεάμασιν εντύχοι, της ελληνικής εστι πλάνης αυτό το κράτιστον και πάσης κακοδοξίας ρίζα και πηγή, δαιμόνων εύρημα και παίδευμα γεννητικόν ανοίας και γέννημα της απονοίας." (Λόγος Υπέρ Των Ιερώς Ησυχαζόντων, Ι,β,4.)

Αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω θεραπείας είναι ότι ο τέλειος άνδρας  έχει γίνει γνώστης και των νοημάτων του "σατανά" αφού "ου γαρ αυτού τα νοήματα αγνοούμεν" (Β Κορ. 2,11). Το αήττητο όπλο κατά του διαβόλου είναι η θεραπεία του βραχυκλώματος μεταξύ της νοερής ενέργειας της καρδιάς και της λογικής του εγκεφάλου. Η θεραπεία συνίσταται στον περιορισμό όλων των νοημάτων, είτε καλών ή κακών, στον εγκέφαλο που επιτυγχάνεται μόνο όταν η νοερή ενέργεια της καρδιάς επανέρχεται στην φυσιολογική της κυκλική κίνηση μέσω της αδιαλείπτου νοερής προσευχής. Αφελείς είναι οι υποστηρίζοντες τη δυνατότητα να αποβάλλει κανείς τα κακά νοήματα και να κρατήσει μόνο καλά νοήματα στον εγκέφαλο. Πρέπει κανείς να γνωρίζει ακριβώς τα νοήματα του διαβόλου για να τον νικήσει. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της κυκλικής κινήσεως του νου στην καρδιά. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς συνοψίζει την πατερική παράδοση ως εξής: "Ου γαρ δη λέληθεν αυτούς, ότι ουχ ως η όψις τάλλα μεν ορά των ορατών, εαυτήν δε ουχ ορά, ούτω και ο νους, αλλ' ενεργεί μεν και τάλλα, ων αν δέοιτο περισκοπών, ο φησι κατ' ευθείαν κίνησιν του νου Διονύσιος ο μέγας, εις εαυτόν δ' επάνεισι και ενεργεί καθ' εαυτόν, όταν εαυτόν ο νους ορά. Τούτο δ' αύθις 'κυκλικήν' είναι κίνησιν ο αυτός φησιν. Αύτη δ' η του νου εστιν ενέργεια κρείττων και ιδιαιτάτη, δι' ης και υπέρ εαυτών γινόμενος έσθ' ότε τω Θεώ συγγίνεται. "Νους γαρ", φησί, "μη σκεδαννύμενος επί τα έξω", -οράς ότι έξεισι; Εξιών ουν, επανόδου δείται' διο φησιν- "επάνεισι προς εαυτόν, δι' εαυτού δε προς τον Θεόν" ως δι' απλανούς αναβαίνει της οδού. Την τοιαύτην γαρ κίνησιν του νου και ο των νοερών απλανής επόπτης εκείνος Διονύσιος αδύνατον είναι πλάνη τινί περιπεσείν." (Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων, Ι,β,5.) Η άκτιστη πανταχού παρούσα δόξα του Θεού είναι ήδη μέσα στο κάθε πλάσμα και επομένως στην καρδιά του κάθε ανθρώπου μαζί με την δημιουργική, συνεκτική, προνοητική και ακόμη την καθαρτική ενέργειά Του. Το να ψάχνει κανείς τον Θεόν σε κάποιο υπερπέραν είναι σκέτη ανοησία. Με άλλα λόγια ο Διονύσιος δεν έχει καμία σχέση, ούτε με τον Νεο-Πλατωνισμό και ούτε με τους Φραγκο-Λατίνους, που φαντάζονται ότι τον ακολουθούν.

Ο λόγος που δεν υπάρχει στοχαστική θεολογία στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το γεγονός ότι η νόσος της θρησκείας είναι νευρο-βιολογική και η θεραπεία της δεδομένη. "Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι τον Θεόν όψωνται."

Τ Ε Λ Ο Σ

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Η κάτωθι ερμηνεία του Αποστόλου Παύλου βασίζεται στην πατερική παράδοση, αλλά καθώς και σε πληροφορίες που δόθηκαν από τους Εβραίους θεολόγους κατά την την διάρκεια διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Εβραίων τον Οκτώβριο 1979 στο Βουκουρέστι. Οι τελευταίοι σημείωσαν το γεγονός ότι η περιγραφή που δόθηκε σχετικά με την πατερική παράδοση περί φωτισμού της καρδιάς και του δοξασμού ταυτίζεται με την παράδοση των Χασιδίμ. Προφανώς οι απόστολοι και οι Φαρισαίοι του αποστόλου Παύλου ανήκουν σε αυτή την παράδοση.

[2] Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος συνοψίζει την Πατερική ερμηνευτική περί της Α' Κορ. 12:27-28. "Ίνα δε και τας διαφοράς των μελών και τίνα ταύτα και τίνες εισίν αποδείξη, έφη Υμείς δε εστε σώμα Χριστού... γένη γλωσσών.' Είδες τας διαφοράς των μελών του Χριστού; Έμαθες τίνες εισί μέλη αυτού;" Βίβλος των Ηθικών στο πως ενούται τω Χριστώ και Θεώ και εν γίνονται μετ' αυτού πάντες οι άγιοι.

[3] Πιστός με το βάπτισμα του ύδατος χωρίς να έχει  ακόμη εισέλθει στην κατάσταση του φωτισμού, δηλαδή στο βάπτισμα του Πνεύματος, και ως εκ τούτου δεν έχει γίνει ακόμη μέλος του σώματος του Χριστού και του "βασιλείου ιερατεύματος." Για αυτό και λέγεται ιδιώτης, αφού ιδιωτεύει.

[4] Για την Πατερική ερμηνεία του "εφ' ω" στο χωρίο Ρωμ. 5:12 βλέπε J. S. Romanides, Original Sin According to Saint Paul," εν St. Vladimir's Quartedly (με την παλαιά αρίθμηση της εποχής του π. Γεωργίου Φλωρόβσκυ που κατήργησαν οι διάδοχοί του) Νew Υοrk, 1955, τόμος ΙV, τεύχοι 1 και 2: Το Προπατορικό Αμάρτημα, Αθήνα 1957, 2α έκδοση Δόμος Αθήνα 1989, κεφ. 6.

[5] Δηλαδή την κατά τους πατέρες νοερή ενέργεια της ψυχής.

[6] Τα μέλη του νέου κλάδου ιατρικών ερευνών σχετικά με τα γηρατειά.

[7] Ι. Σ. Ρωμανίδου, Justin Martyr and the Fourth Gospel, The Greek Orthodox Theological Review, IV, 2 (1958-59), 115-139.

[8] Debate over Theodore of Mopsuestia;s Christology, στο The Greek Orthodox Theological Review, τόμ. VΙΙ, αρ. 2 1959-60), σελ. 140-185.

[9] Οι απόψεις του που ακολουθούν σχετικά με τα Θεοφάνεια σε συνδυασμό με την ευδαιμονία αναπτύσσονται κυρίως στο έργο του De Trinitate, Βιβλία ΙΙ και ΙΙΙ. Τα περί ευδαιμονίας πλημμυρίζουν τα έργα του και ουδόλως άλλαξαν από το πρώτο επί του θέματος και προ του βαπτίσματος έργο του Beata Vita.

[10] Ρ.G. 60:23. Βλ. Ι. Ρωμανίδου, Το Προπατορικό Αμάρτημα, έκδοση β, Αθήνα 1989, σελ. 173.

[11] John S. Romanides, Franks, Romans, Feudalism and Doctrine, Holy Cross Orthodox Press, Brookline 1981, p.p.53-57.

[12] Αυτόθι

Δημιουργία αρχείου: 21-6-2006.

Τελευταία ενημέρωση: 2-7-2012.