Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Προφητείες, Εσχατολογικά και Προτεσταντισμός

Η γυναίκα του Αποκάλυψις 12/ιβ, κατά την ερμηνεία των 8 πρώτων αιώνων // Ο συμβολισμός της Αποκαλύψεως // Οι 24 Πρεσβύτεροι της Αποκάλυψης, ως Βασίλειον Ιεράτευμα της κτίσης

1ο Μέρος

"Η γυνή η περιβεβλημένη τον ήλιο"

Το πρόσωπο της Παναγίας στην Αποκάλυψη 12/ιβ

Του Στεργίου Ν. Σάκκου

Ομοτίμου Καθηγητού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

 

Πηγή: Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου Ι. Μητρόπολης Θεσσ/νίκης "εις τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου".

15-17 Νοεμβρίου 1989. σελ. 351-366.

Δείτε το δεύτερο μέρος ΕΔΩ

 

Μέσα στο κείμενο της Καινής Διαθήκης, όπου βρίσκεται θησαυρισμένη η αλήθεια της σωτηρίας μας, την οποία φανέρωσε ο Θεός και φυλάγει η Εκκλησία μας, δεν είναι πολλές οι μαρτυρίες που συναντούμε για το πρόσωπο της Θεοτόκου. Είναι όμως αρκετές για να δείξουν τη μοναδική της θέσι μέσα στο σχέδιο του Θεού, να περιγράψουν τα πανάγια χαρακτηριστικά της και να υπομνήσουν την αιώνια ευγνωμοσύνη, την οποία της χρεωστούμε όλοι, διότι με τη συνεργασία της έγινε εφικτή η λύτρωσι και απολύτρωσί μας. Εν τούτοις, στην αποκάλυψι, στο μοναδικό αυτό προφητικό βιβλίο της Καινής Διαθήκης, που ανοίγει τις σφραγίδες των αιώνων, για να μας δείξη την ιστορία της Εκκλησίας, έχουμε μία εξαιρετικά λαμπρή Όσο και εξαιρετικά ιδιάζουσα εικόνα της Παναγίας. Τόσο λαμπρή, ώστε φαίνεται πώς έχει ντυθή τον ήλιο, αλλά και τόσο ιδιάζουσα, ώστε αποτελεί ζήτημα θεολογικό η ερμηνεία της συγκεκριμένης μορφής της.

Πράγματι, στο 12ο κεφάλαιο, στο κέντρο περίπου της Αποκαλύψεως και στη μέση ακριβώς της προφητικής εξιστόρησης του Ιωάννου1 προβάλλει «σημείον μέγα εν τω ουρανώ: γυνή περιβεβλημένη τον ήλιον και η σελήνη υποκάτω των ποδών αυτής και επί της κεφαλής αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα. Και εν γαστρί έχουσα έκραζεν ωδίνουσα και βασανιζομένη τεκείν». Στη συνέχεια παρουσιάζεται «άλλο σημείον εν τω ουρανώ». Ένας δράκοντας πυρρός και μεγάλος με επτά κεφάλια και δέκα κέρατα, που φέρει επτά διαδήματα πάνω στα κεφάλια του, σέρνει με την ουρά του το ένα τρίτο των αστέρων και τους ρίχνει κάτω στη γη. Αυτός ο δράκοντας τότε «έστηκεν ενώπιον της γυναικός της μελλούσης τεκείν, ίνα, όταν τέκη, το τέκνον αυτής καταφάγη. Και έτεκεν υιόν άρρενα, ος μέλλει ποιμαίνειν πάντα τα έθνη εν ράβδω σιδηρά. και ηρπάσθη το τέκνον αυτής προς τον Θεόν και προς τον θρόνον αυτού. Και η γυνή έφυγεν εις έρημον, όπου έχει εκεί τόπον ητοιμασμένον από του θεού, ίνα εκεί τρέφωσιν αυτήν ημέρας χιλίας διακοσίας εξήκοντα».

Αλλά η ιστορία της Γυναίκας και του Τέκνου της δεν τελείωσε. Ο Ιωάννης διακόπτει για λίγο, για να μας δείξη έναν πόλεμο, που συνέβη στον ουρανό. Ο Μιχαήλ και οι άγγελοί του πολέμησαν με τον δράκοντα και τους αγγέλους του και τους νίκησαν. Νικημένος ο δράκοντας, που δεν είναι άλλος από τον όφι τον αρχαίο, τον Διάβολο και Σατανά, ρίχτηκε κάτω στη γη μαζί με τους αγγέλους του. Ο ουρανός δοξολόγησε τον Θεό και τον Χριστό του και θριαμβολόγησε, διότι ο κατήγορος των αδελφών ανθρώπων νικήθηκε. Αλλά και οι άνθρωποι ακόμη μπόρεσαν να νικήσουν τον δράκοντα χάρις στο αίμα του Αρνίου και χάρις στην ομολογία της πίστεώς τους και χάρις στη θυσία του εαυτού τους. Γι’ αυτό όλος ο κόσμος του ουρανού ευφραίνεται. Συμφορά είναι για τη γη και για τη θάλασσα, διότι ο διάβολος κατέβηκε ανάμεσα στους ανθρώπους πολύ θυμωμένος και μάλιστα γνωρίζει ότι λίγο καιρό έχει.

Ύστερα από αυτή τη σκηνή, που μας εξήγησε πώς ο δράκοντας βρέθηκε στη γη ενώ αρχικά ήταν στον ουρανό και γιατί είναι γεμάτος μίσος, η περιπέτεια της Γυναίκας συνεχίζεται. «Και ότε είδεν ο δράκων ότι εβλήθη εις την γην, έδιωξε την γυναίκα, ήτις έτεκε τον άρρενα. Και εδόθησαν τη γυναικί δύο πτέρυγες του αετού του μεγάλου, ίνα πέτηται εις την έρημον εις τον τόπον αυτής, όπως τρέφηται εκεί καιρόν και καιρούς και ήμισυ καιρού από προσώπου του όφεως. Και έβαλεν ο όφις από του στόματος αυτού οπίσω της γυναικός ύδωρ ως ποταμόν, ίνα αυτήν ποταμοφόρητον ποιήση. Και εβοήθησεν η γη τη γυναικί, και ήνοιξεν η γη το στόμα αυτής και κατέπιε τον ποταμόν ον έβαλεν ο δράκων από του στόματος αυτού. Και ωργίσθη ο δράκων επί τη γυναικί, και απήλθε ποιήσαι πόλεμον μετά των λοιπών του σπέρματος αυτής, των τηρούντων τας εντωλάς του Θεού και εχόντων την μαρτυρίαν Ιησού».

Αυτό είναι το περιεχόμενο του 12ου κεφαλαίου της Αποκαλύψεως, το οποίο δημιουργεί πολλά προβλήματα στους ερμηνευτάς. Πρόβλημα δεν υφίσταται, βέβαια, ως προς το ποιος είναι ο δράκοντας, διότι ο ίδιος ο συγγραφέας μας δίνει την ταυτότητα του: είναι «ο όφις ο μέγας ο αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος και ο Σατανάς, ο πλανών την οικουμένην όλην» (στίχ. 9)2.

Πρόκειται για 'κείνο το φίδι που πλησίασε την πρώτη γυναίκα μέσα στον Παράδεισο και διέβαλε σ' αυτήν τον Δημιουργό Θεό και έσπρωξε τον άνθρωπο στην παρακοή (Γε. 3,1-6). Προβληματίζονται όμως οι ερμηνευταί ως προς το ποια είναι συγκεκριμένα η Γυναίκα, την οποία καταδιώκει ο δράκοντας, καθώς και πώς συνδέονται τα διάφορα γεγονότα που διαδραματίζονται σαν μία ενότητα μέσα στο κεφάλαιο. Το δεύτερο πρόβλημα, της ενότητος του κεφαλαίου3, δεν θα μας απασχόληση παρά μόνο κατά το μέρος που θα απαιτήση το πρώτο πρόβλημα, της αναγνωρίσης της Γυναίκας. Εξ άλλου, νομίζω ότι τα δύο προβλήματα έχουν μία στενή εσωτερική σχέσι μεταξύ τους, εις τρόπον ώστε αν φωτισθή το πρόσωπο της Γυναίκας, να γίνεται κατανοητή και η ενότητα του κεφαλαίου.

Κατ' αρχήν κανείς δεν αμφισβητεί ότι το κεφάλαιο 12 περιγράφει την πάλη Σατανά και Μεσσίου. Σύγχυσι προξενούν στους ξένους κυρίως ερμηνευτάς και μάλιστα στους θεολόγους της αρνητικής κριτικής, ωρισμένα στοιχεία της αφήγησης, τα οποία δεν μπορούν να τα εναρμονίσουν με τα δεδομένη της Γραφής και με τη χριστιανική νοοτροπία, όπως την αντιλαμβάνονται. Συνοψίζοντας και συστηματοποιώντας την έρευνα επ’ αυτού διακρίνω τα στοιχεία αυτά στις έξης κατηγορίες:

α) Εκφραστικά. Η Γυναίκα εικονίζεται με υλικό από την αστρολογία, σαν μία θεά του ουρανού, με χαρακτηριστικά που μοιάζουν με τα χαρακτηριστικά ειδωλολατρικών θεοτήτων. Έτσι, στους Αιγυπτίους η θεά Αθώρ (Ίσις) παριστάνεται με τον ήλιο πάνω στο κεφάλι της και με ένδυμα γεμάτο αστέρια, που ανάμεσα τους είχαν το φεγγάρι. Στους Βαβυλώνιους η Νταμκίνα ονομάζεται «η γυναίκα με το ουράνιο διάδημα», και στους Έλληνες η ημίθεα Λητώ φορά πέπλο από άστρα. Εξ άλλου, ο ασσύριος Θεός Γιούνο έφερε στέμμα με δώδεκα πολύτιμες πέτρες, και είναι γνωστό ότι σύμφωνα με τους αρχαίους αστρολόγους της Βαβυλώνος δώδεκα ήταν τα σημεία του αστρικού ζωδιακού κύκλου.

β) Θεματολογικά. Το θέμα του δράκοντα που καταδιώκει τη Γυναίκα και το θείο της Τέκνο άπαντα κοινό σε αρχαίες μυθολογίες. Στους Αιγυπτίους ο κόκκινος δράκοντας Σηθ (Τυφών) καταδιώκει την Ίσιδα και αργότερα φονεύεται από το γιό της Ώρο. Στους Βαβυλώνιους ο επτακέφαλος δράκοντας Θιαμάτ καταδιώκει τη μητέρα του Μαρδούκ, τη Νταμκίνα, η οποία σώζεται με τη βοήθεια του αετού και της γης. Στους Έλληνες ο δράκοντας Πύθων καταδιώκει τη Λητώ, έγκυο από τον Δία, η οποία με τη βοήθεια του Βορρά και του Ποσειδώνα μεταφέρεται στη Δήλο. εκεί γεννά τον Απόλλωνα και αυτός μετά τέσσερις μέρες πηγαίνει στον Παρνασσό και σκοτώνει τον Πύθωνα.

γ) Νοηματικά. Κατά την αφήγηση συμβαίνει μία αντιμετάθεσι ως προς τον τόπο εξελίξεως των γεγονότων μεταξύ ουρανού και γης. Η Γυναίκα, δηλαδή, εμφανίζεται στον ουρανό, αλλά γεννά στη γη και βρίσκει καταφύγιο στην έρημο. Έπειτα το Τέκνο της αρπάζεται και σώζεται στον ουρανό αμέσως, όπως φαίνεται, μετά τη γέννησί του. Στο τέλος, η Γυναίκα παρουσιάζεται ότι έχει και άλλους απογόνους, με τους οποίους πηγαίνει να πολεμήση ο δράκοντας. Επίσης, υποδεικνύονται επί πλέον αντιφάσεις: ο δράκοντας νικάται στον ουρανό από τον Μιχαήλ και τους αγγέλους του, αλλά λέγεται ότι τον νίκησαν και οι άνθρωποι στη γη με το αίμα του Αρνίου, ενώ αμέσως σημειώνεται ότι η γη υποφέρει ακόμη από τον δράκοντα, διότι αυτός βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους.

Μπροστά σ' αυτές τις δυσκολίες, τις εκφραστικές, θεματολογικές και νοηματικές, όπως τις εξέθεσα, οι ερμηνευταί διολισθαίνουν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατόν το κεφάλαιο 12 της Αποκαλύψεως να προήλθε από καθαρά χριστιανικές πηγές. Και διχάζονται υποστηρίζοντας άλλοι μεν ότι ο συγγραφέας είναι επηρεασμένος άμεσα από ειδωλολατρικές μυθολογίες4 και άλλοι ότι ο συγγραφέας αποδίδει σημιτικές και ιουδαϊκές παραδόσεις, οι όποιες έχουν ενσωματώσει και «ιουδαιοποιήσει» ειδωλολατρικούς μύθους5. Σε μία προσπάθεια δε ενοποίησης των δύο τάσεων διατυπώνεται η θεωρία ότι υπήρξε ένας αρχέγονος κοινός μύθος, στοιχεία του οποίου διασώζονται στις διάφορες μυθολογίες των αρχαίων λαών και τον οποίο επεξεργάσθηκε η ιουδαϊκή παράδοσι, για να προσαρμοσθή εν τέλει στη χριστιανική διδασκαλία6.

Είναι φανερό ότι με αυτή την ιστορικοφιλολογική κριτική του ιερού κειμένου τα προβλήματα όχι μόνο δεν λύνονται, αλλά και περιπλέκονται. Διότι πώς μπορεί, πράγματι να θεωρηθή λύσι μία πρότασι η οποία για να εξηγήση κάποια δευτερεύουσα, γλωσσική φέρ' ειπείν, δυσκολία, καταλύει την αυθεντία ολόκληρη του συγγραφέα και θέτει μέγιστο πρόβλημα γνησιότητος; Και ύστερα δεν περιπλέκονται όντως τα πράγματα, όταν προκειμένου να κατανοήσουμε ένα συγκεκριμένο π. χ. θέμα αντί να το εντάξουμε μέσα στο δικό του ιστορικό και θεολογικό χώρο (της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης εν προκείμενω), το διαχέουμε μέσα στους θρύλους και στις λαϊκές παραδόσεις και το συγχέουμε με τους μύθους και τις δοξασίες ξένων εθνών;[*] Εν τούτοις, τα ζητήματα του 12ου κεφαλαίου της Αποκαλύψεως μπορούν να βρουν την απάντησί τους, ασφαλή και ικανοποιητική, αν εξετασθούν στο φως της ορθοδόξου ερμηνευτικής παράδοσης με το Πνεύμα που οι πατέρες της Εκκλησίας μας μας κληροδότησαν, φωτισμένοι και αυτοί από το ίδιο άγιο Πνεύμα που υπαγόρευσε στον ευαγγελιστή Ιωάννη την Αποκάλυψι. Προς τούτο χρειάζεται γνώσι των καιρών και της ιστορίας, επίγνωσι της νοοτροπίας της Γραφής και αίσθησι της ζωής του Πνεύματος. Ειδικώτερα είναι ανάγκη να θέσουμε την Αποκάλυψι στη σωστή της βάσι, να γνωρίσουμε τους κανόνες με τους οποίους λειτουργεί και το σκοπό τον οποίο υπηρετεί, για να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε την εικόνα της Γυναίκας, που μας απασχολεί.

Απαραίτητη προϋπόθεσι για την κατανόησι της Αποκαλύψεως είναι να έχουμε υπ' όψι μας ότι αποτελεί όλη ένα ζωντανό και πραγματικό όραμα, που φανέρωσε ο Θεός στον ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος με τη σειρά του κατέγραψε αυτά που είδε και τα έστειλε ως «λόγον Θεού» και ως «μαρτυρίαν Ιησού Χριστού» σ' όλες τις Εκκλησίες της Μ. Ασίας (Απ. 1,1). θεωρώ βασικό λάθος και άρδην εκτροπή από την παραδεδομένη αλήθεια της πίστεως μας τη θεωρία πολλών ερμηνευτών, μάλιστα δε και συντηρητικών, ότι ο συγγραφέας επινόησε ο ίδιος, έστω με την έμπνευσι του αγίου Πνεύματος, αλλά αφ’ εαυτού η και επέλεξε στοιχεία για να σύνθεση τα προφητικά του οράματα. Η θέσι αυτή θέτει αυτόματα εκποδών τη θεοπνευστία της Αποκαλύψεως και απορρίπτεται ασυζητητί.

Κατά τη ρητή μαρτυρία της Αποκαλύψεως ο Θεός φανερώθηκε στον Ιωάννη και του μίλησε και του έδειξε εικόνες και γεγονότα, όπως ακριβώς έκανε και στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, στον Ησαΐα, στον Ιερεμία και στους άλλους. Όπως δηλαδή, ο Ησαΐας π. χ. είδε τον Κύριο να κάθεται πάνω σε θρόνο ψηλό και μετέωρο και τα Σεραφείμ εξαπτέρυγα να στέκωνται γύρω από αυτόν, έτσι είδε και ο Ιωάννης τη Γυναίκα της Αποκαλύψεως μπροστά του να κυνηγιέται από τον δράκοντα και να σώζεται με φτερούγες αετού. Δεν τα φαντάσθηκαν αυτά οι Προφήτες ούτε τα εμπνεύσθηκαν, αλλά τα είδαν με τις αισθήσεις τους. Βέβαια ο Θεός έδειξε και δήλωσε τα όσα ήθελε να πη με τρόπο με τον οποίο μπορούσε να γίνη κατανοητός από τους Προφήτες του, με τον τρόπο που συνήθιζε να έρχεται σε επαφή με το λαό του τον ιουδαϊκό, μέσα από την ιστορία του και μέσα από τη Διαθήκη του. Έτσι και στον απόστολο Ιωάννη ο Κύριος μίλησε με τη γλώσσα της ιεράς ιστορίας, της Παλαιάς Διαθήκης. Όσο εξωπραγματικό και καθ' ολοκληρίαν απίθανο είναι να χρησιμοποιούσε ποτέ ο Θεός παραστάσεις και μύθους των ειδωλολατρών για να συνεννοηθή με τον Προφήτη του, τόσο αληθινό μπορεί να είναι ότι η αποκάλυψι έχει κάποια σχέσι με αυτά. Ύστερα από αυτή την απαραίτητη διευκρίνισι, μπορούμε να προχωρήσουμε στη διατύπωσι ωρισμένων ερμηνευτικών αρχών για την κατανόησι της Αποκαλύψεως και ειδικά του κεφαλαίου μας, οι όποιες μάλιστα ανταποκρίνονται μία προς μία στις δυσκολίες που σημείωσα παραπάνω.

α) Η Αποκάλυψι είναι γραμμένη με γλώσσα συμβολική. Ο συγγραφέας, δηλαδή, με τον τρόπο που χρησιμοποιεί φθόγγους και γράμματα για να διατύπωση τις λέξεις, με τον ίδιο τρόπο παραθέτει σύμβολα και εικόνες, που εκφράζουν τις αλήθειες όπως του αποκαλύπτονται. Και Τούτο, διότι ο Θεός ήθελε να «σημάνη», όπως λέει ο ίδιος ο Ιωάννης (Απ. 1,1), να δείξη δηλαδή με εποπτικό υλικό, και όχι απλώς να καταγράψη με λόγια, τα μηνύματα του. Τα σύμβολα δε και τις εικόνες, με τα οποία εκφράζεται ο Ιωάννης, δεν τα επινοεί ο ίδιος, όπως είπα, και δεν εμπνέεται βέβαια από τους μύθους των ειδωλολατρών, τους οποίους ως γνήσιος Ιουδαίος προηγουμένως απεχθανόταν και ως αληθινός Χριστιανός τώρα αποδοκίμαζε, ούτε επηρεάζεται οπωσδήποτε από τις θολές παραδόσεις του λαού, τις οποίες ως νόθες και ανυπόληπτες απέρριπτε7. Εξ άλλου, μία προσεκτική μελέτη όλων αυτών των ειδωλολατρικών μύθων και σημιτικών παραδόσεων αποδεικνύει ότι έχουν πολύ περισσότερες διαφορές από ό,τι ομοιότητες με την παράστασι του Ιωάννου. Ο προφήτης δεν ασχολείται με τα αποκυήματα του ανθρωπίνου μυαλού. Βλέπει «εν Πνεύματι» (Απ. 1,10), αλλά με τα μάτια του, να παρουσιάζωνται μπροστά του σύμβολα και εικόνες από τον πλούσιο και θεόπνευστο κόσμο της Παλαιάς Διαθήκης, που περικλείει την πίστι των πατέρων του, από την απλή καθημερινή ζωή των ανθρώπων του καιρού του, και από τη ζωντανή και θαυμαστή πραγματικότητα της φύσης.

β) Αξιοσημείωτο και ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο Ιωάννης, εκτός από διάφορα πρόσωπα, πράγματα, αλλά και σκηνές ολόκληρες που βλέπει ως σύμβολα, παρακολουθεί επίσης και γνωστά ιστορικά γεγονότα να εκτυλίσσωνται μπροστά του ως σύμβολα και αυτά. Πράξεις και περιστατικά, δηλαδή, που συνέβησαν στο παρελθόν εμφανίζονται ως τύποι για πράγματα που συμβαίνουν στο παρόν η στο μέλλον. Έχουμε ένα αντίστροφο, θα έλεγα, φαινόμενο του προφητικού αορίστου. Ενώ εκεί γεγονότα του μέλλοντος παρουσιάζονται ως γεγονότα του παρελθόντος με αόριστο (παράβαλλε του Βαρούχ: «Ο Θεός επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη», Βρχ. 3,38), εδώ γεγονότα του παρελθόντος παρουσιάζονται ως γεγονότα του μέλλοντος. Όπως δε με τον προφητικό αόριστο δηλώνεται η βεβαιότητα του μελλοντικού γεγονότος, με τον αναχρονισμό αυτό των γεγονότων προσφέρεται η εγγύησι για το μέλλον, ότι η ιστορία που πραγματοποιήθηκε θα επαναληφθή, αν και με άλλα πρόσωπα και άλλα σκηνικά. Εύλογο είναι βέβαια ότι καθώς τα ιστορικά γεγονότα χρησιμοποιούνται ως σύμβολα, μεταποιούνται ανάλογα με τις απαιτήσεις των πραγμάτων που προφητεύονται, χωρίς όμως να παραποιήται στο ελάχιστο η ιστορία. Ελεύθερα και αυθαίρετα το Πνεύμα το άγιο, αυτεξούσια, συνθέτει κομμάτια από την ιστορία του παρελθόντος και τα προβάλλει ως πίνακα της ιστορίας του μέλλοντος. Έτσι, δεν χρειάζεται να απορούμε, όταν στον καμβά κάποιου γνωστού ιστορικού γεγονότος βλέπουμε αίφνης να περνούν νήματα από κάποιο η κάποια άλλα γεγονότα, ούτε προ πάντων να ψάχνουμε για επιδράσεις θύραθεν, αλλά να αναγνωρίζουμε με σεβασμό την προφητική τέχνη του Πνεύματος.

γ) Εξ άλλου, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι η Αποκάλυψι δεν είναι μόνο προφητικό βιβλίο, αλλά και ιστορικό. Συμπεριλαμβάνει την ιστορία όλης της ανθρωπότητος από τη δημιουργία μέχρι τη συντέλεια και ασχολείται ειδικά με την ιστορία της Εκκλησίας από τη δημιουργία μέχρι τη δόξα8. Η ιστορία όμως αυτή, όπως ήδη ανέφερα, εκτίθεται ιδιότυπα: διαχρονικά και υπερχρονικά. Δεδομένα διαφόρων τόπων και διαφόρων χρόνων συμπλέκονται και ενοποιούνται, για να υπηρετήσουν ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Έτσι, στην Αποκάλυψι έχουμε ιστορία που εξιστορείται και ιστορία που προφητεύεται, και η εξιστορούμενη δε ιστορία και η προφητευομένη ιστορία κινούνται ελεύθερα, έξω από τα στεγανά του χώρου και του χρόνου. Σκοπός δε της ιστορίας και της προφητείας του Ιωάννου είναι να ενθαρρυνθή και να ενισχυθή η Εκκλησία, η οποία δοκιμαζόταν σκληρά στους χρόνους του ευαγγελιστού, από διώκτες και από αιρετικούς, και να στερεωθή ο λαός του Θεού στην πίστι για τον τελικό θρίαμβο του Χριστού. Όταν με αυτή την προοπτική βλέπουμε την Αποκάλυψι, κατανοούμε πολύ καλλίτερα τα «σημεία» της.

Με βάσι τις παραπάνω θεμελιακές αρχές για την κατανόησι της Αποκαλύψεως νομίζω ότι μπορούμε ευκολώτερα να πλησιάσουμε το κείμενο του 12ου κεφαλαίου και να διακρίνουμε ποια είναι «η γυνή η περιβεβλημένη τον ήλιον». Σαφή παράθεσι από την Παλαιά Διαθήκη επισημαίνουμε στο στίχο 5, όπου ο λόγος για το Τέκνο της Γυναίκας, «ος μέλλει ποιμαίνειν πάντα τα έθνη εν ράβδω σιδηρά». Πρόκειται ακριβώς για το στίχο 9 του 2ου Ψαλμού, ο οποίος αναμφισβήτητα, όπως και όλος ο Ψαλμός, αναφέρεται στον Μεσσία και αποτελεί ισχυρή προφητεία της κραταιάς παγκόσμιας πνευματικής βασιλείας του Υιού του Θεού, του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Η μαρτυρία είναι πρόδηλη και υποδεικνύει αμέσως μέσα στη χριστιανική ιστορία ως Γυναίκα τη μητέρα του Μεσσία, την Παρθένο Μαρία. Αυτή υπήρξε και η πρώτη και αρχαιότερη ερμηνευτική απόψι για το πρόσωπο της Γυναίκας9. Εν τούτοις, παρατηρείται ότι τα υπόλοιπα στοιχεία της σκηνής δεν προσαρμόζονται στα γνωρίσματα και στην ιστορία της Παρθένου Μαρίας. Συγκεκριμένα αντιτείνονται τα εξής:

α) Η Γυναίκα ωδίνει, έχει πόνους τοκετού κατά τη γέννησι, ενώ πιστεύεται ότι μία παρθενική γέννησι όπως του Χριστού, δεν μπορεί να είχε προκαλέσει ώδϊνες10.

β) Το Τέκνο της Γυναίκας αρπάζεται κοντά στον θεό αμέσως μετά τη γεννησί του, πράγμα που δεν συνέβη κατά τη γέννησι του Χριστού.

γ) Η Γυναίκα, χωρίς το Τέκνο της, καταφεύγει στην έρημο, όπου διαμένει ωρισμένο καιρό. Αλλά παρόμοιο περιστατικό δεν αναφέρεται στη ζωή της Θεοτόκου.

δ) Η Γυναίκα έχει και άλλα παιδιά εκτός από το Τέκνο που γέννησε, με τα οποία συνεχίζει να πολεμά ο δράκοντας. Αυτό δεν συμφωνεί με την ιστορία της Παναγίας, η οποία γέννησε μόνο τον μονογενή Υιό του Θεού.

Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους η άποψη ότι πρόκειται για την Παρθένο Μαρία αμφισβητήθηκε και απορρίφθηκε πολύ νωρίς11, προτάθηκαν δε άλλες ερμηνείες, οι όποιες στα νεώτερα χρόνια καθωρίσθηκαν εν πολλοίς από τις δογματικές πεποιθήσεις των ερμηνευτών. Έτσι οι προτεστάντες κυρίως συγγραφείς ισχυρίζονται ότι η Γυναίκα του κεφαλαίου 12 συμβολίζει τον ιδανικό Ισραήλ, τη Σιών της Παλαιάς Διαθήκης, η οποία είναι ο τύπος είτε της ιδεώδους βασιλείας του Θεού και των δύο Διαθηκών12 είτε ο τύπος μιας πιστής κοινότητος των εσχάτων ημερών13. Αφ’ ετέρου οι Ορθόδοξοι και ρωμαιοκαθολικοί συγγραφείς στη μεγάλη πλειονότητά τους υποστηρίζουν ότι η Γυναίκα είναι μία προσωπρποίησι του λαού του Θεού της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης από τους αρχαίους δικαίους μέχρι τη συντέλεια των αιώνων, ότι είναι, δηλαδή, η Εκκλησία. Δεν παραιτούνται όμως εντελώς από τη θέσι ότι μπορεί η Γυναίκα να εννοηθή συγχρόνως και ως το σύμβολο της Παρθένου Μαρίας. Και άλλοι μεν επιτρέπουν την εφαρμογή, αποκλείουν όμως ότι υπήρχε στην πρόθεσι του συγγραφέα14, άλλοι δε θεωρούν ότι ο συγγραφέας είχε σκοπό να υποδήλωση μαζί με την Εκκλησία και την Παρθένο15. Εν τούτοις, μεταξύ των ρωμαιοκαθολικών διατυπώθηκαν και άλλες απόψεις, όπως ότι Γυναίκα είναι ο Ισραήλ της Παλαιάς Διαθήκης, που έδωσε στον κόσμο τον Μεσσία16, ή η Εκκλησία της Καινής Διαθήκης, η αποστολική 17, ή τέλος η Εκκλησία των μεταγενεστέρων χρόνων18. Σ' όλες αυτές τις ερμηνείες, κατά τις οποίες η Γυναίκα δεν αποτελεί, τουλάχιστον αποκλειστικά, εικόνα της Παναγίας, τα διάφορα στοιχεία της σκηνής, όπου παρουσιάζεται, κατανοούνται μεταφορικά. Ωδίνες θεωρούνται οι πνευματικοί πόνοι της Εκκλησίας για την αναγέννησι των ανθρώπων19 ή οι διωγμοί από τον κόσμο20. Η αρπαγή του Τέκνου, η οποία ιστορικά εξηγείται με την ανάληψι του Χριστού21, αναφέρεται στην αρπαγή των πιστών προς τον Κύριο κατά τη δευτέρα παρουσία22. Ως φυγή της Γυναίκας στην έρημο για ωρισμένο διάστημα υποτίθεται η φυγή της Εκκλησίας στην Πέλλα, πριν αλωθή η Ιερουσαλήμ από τον Τίτο23, ή κάθε άλλη φυγή και σωτηρία της Εκκλησίας από τον αντίχριστο24 και γενικά η ασφάλεια και η ελευθερία25. Τέλος, ως υπόλοιπα τέκνα εκλαμβάνονται τα μέλη της Εκκλησίας, οι πιστοί του Κυρίου26. [**]

Μέσα στο δαίδαλο αυτό των ποικίλων προτάσεων χρειάζεται να πάρουμε στα χέρια το μίτο των ερμηνευτικών αρχών της Αποκαλύψεως, που ανέπτυξα προηγουμένως, για να οδηγηθούμε σε μία διέξοδο. Υπενθυμίζω, λοιπόν, τον πρωταρχικό βασικό κανόνα ότι το εποπτικό υλικό του Ιωάννου, το υλικό που του προσάγει ο Θεός, προέρχεται βασικά από την ιστορία όλης της αγίας Γραφής. Διαβάζοντας το κεφάλαιο αναγνωρίζω κυρίως τα εξής βιβλικά θέματα, όσον αφορά στην παρουσίασι της Γυναίκας. Πρώτο, βέβαια, δεσπόζει στο κείμενο και καθοδηγεί την ερμηνεία, όπως ήδη ανέφερα, το μεσσιακό χωρίο από το 2ο Ψαλμό για το αρσενικό παιδί, που θα κυβέρνηση όλα τα έθνη με σιδερένιο ραβδί. Δεύτερο, η εικόνα του δράκοντα που εχθρεύεται τη Γυναίκα και το Τέκνο της, αλλά και τα υπόλοιπα τέκνα της, και ζητά να τους αφανίση, χωρίς να το κατορθώση, ανακαλεί στη σκέψι τον προφητικό λόγο του Δημιουργού προς το φίδι-σατανά, όταν οι πρωτόπλαστοι έφευγαν ντροπιασμένοι από τον παράδεισο, το λεγόμενο «πρωτευαγγέλιο»: «Και έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματός σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής• αυτός σου τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν» (Γέν. 3,15). Τρίτο, η καραδοκία του δράκοντα να καταφάη το Τέκνο της Γυναίκας, μόλις γεννηθή, παραπέμπει στη σπουδή και στη βία του Ηρώδου να σκοτώση το παιδίον Ιησούς αμέσως μετά τη γέννησί του (Μτθ. 2,3-8. 16). Τέταρτο, η φυγή στην έρημο, όπου η Γυναίκα ασφαλίζεται για ωρισμένο χρονικό διάστημα, ενώ πίσω της ξερνά ο δράκοντας ένα ποτάμι νερό για να την πνίξη, θυμίζει, τέλος, τη φυγή της Παναγίας στην Αίγυπτο, όπου ασφαλίσθηκε ο Ιησούς, ενώ πίσω ο Ηρώδης έχυνε ποτάμι το αίμα των νηπίων της Βηθλεέμ, για να τον θανάτωση. [***]

Είναι φανερό ότι όλα αυτά τα θέματα συγκλίνουν και μας δείχνουν μία μορφή για το πρόσωπο της Γυναίκας του κεφαλαίου: τη μορφή της Παρθένου Μαρίας. Δεν εξαιρείται σαφώς ούτε και το θέμα του «πρωτευαγγελίου», όπου πρωταγωνιστεί η Εύα, διότι και εκεί, στην οσφύ της Εύας, υπάρχει η Παρθένος, προς την οποία εξ άλλου εφαρμόζεται η προφητεία του Θεού, εφ' όσον το δικό της κυριολεκτικά σπέρμα, ο Μεσσίας, θα σύντριψη τον διάβολο και εφ' όσον προς τον Μεσσία και τους δικούς του υφίσταται η μεγάλη έχθρα του διαβόλου. Βέβαια, τα παραπάνω βιβλικά θέματα παραλλάσσουν σε ωρισμένα σημεία από τα γνωστά γεγονότα της Γραφής, αλλά είναι δεδομένο ότι τα στοιχεία της ιστορίας συνθέτονται ελεύθερα από το Πνεύμα το άγιο προκειμένου να μορφώσουν την ιστορία της προφητείας. Το ζήτημα είναι πώς αντιλαμβάνεται ο Ιωάννης αυτά τα σύμβολα και επομένως πώς πρέπει να τα ερμηνεύσουμε κι εμείς.

Για τον ευαγγελιστή Ιωάννη η Παρθένος Μαρία υπήρξε ένα ιδιαίτερα αγαπητό πρόσωπο. Αυτός ήταν ο μόνος από τους μαθητάς του Ιησού που έζησε τόσο πολύ και τόσο κοντά στην Παναγία. Μαζί με την Παρθένο ήταν ο Ιωάννης στο γάμο της Κανά και την είχε παρακολουθήσει με πόση διάκρισι και ταπείνωσι, αλλά και με πόση βεβαιότητα για την εξουσία του Υιού της είχε συμπεριφερθή (Ιω. 2,1-5). Στο ίδιο σπίτι έμεινε για λίγες ήμερες, όταν ο Ιησούς κατέβηκε στην Καπερναούμ με τη μητέρα του και τους αδελφούς του και με τον Ιωάννη και τους άλλους μαθητάς (Ιω. 2,12). Δίπλα στην Παναγία βρισκόταν ο Ιωάννης κάτω από το σταυρό του Γολγοθά και είχε δει πώς υπέμεινε τη ρομφαία της οδύνης που διαπερνούσε εκείνη τη φρικτή ώρα την ψυχή της. Είδε ότι δεν χτυπιόταν με απελπισία, δεν έσχιζε τα μαγουλά της, ούτε τραβούσε τα μαλλιά της, δεν έβγαζε υστερικές φωνές ούτε έπεφτε κάτω λιπόθυμη, αλλά με ιεροπρέπεια στεκόταν όρθια στον πόνο της (Ιω. 19,25). Στα δικά του χέρια εμπιστεύθηκε ο Κύριος τη μητέρα του πάνω από το σταυρό και από τότε ο Ιωάννης «έλαβεν αυτήν εις τα ίδια» (Ιω. 19,26-27). Οπωσδήποτε, τα χρόνια που έζησε μαζί της θα συνδέθηκε ιδιαίτερα με την Παναγία ο ευαγγελιστής και θα έμαθε πολλά κοντά της, θα σπούδασε, πράγματι, θεολογία ο θεολόγος μελετώντας την κεχαριτωμένη και ευλογημένη ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες προσωπικότητά της. Έτσι, αυτός που ήταν «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» έγινε και ο μαθητής που πολύ αγάπησε τη μητέρα του Ιησού.

Παρουσιάζοντας, λοιπόν, ο Θεός τη μορφή της Παρθένου Μαρίας στον Ιωάννη, του παρουσιάζει την ωραιότερη εικόνα που θα μπορούσε να δη ο προφήτης μπροστά του. Ω, πόσο θα χάρηκε στ' αλήθεια, πόσο θα ευφράνθηκε η καρδιά του και θα αγαλλίασε το πνεύμα του, όταν είδε τη μορφή της να προβάλλη «εν τω ουρανώ»! δηλαδή μέσα στην ουράνια πραγματικότητα, μέσα στη συχνότητα του Πνεύματος και μέσα στη σφαίρα του θείου κόσμου και όχι βέβαια κατά λέξι στον ουρανό αυτής της γης. Του φάνηκε «σημείον μέγα», φαινόμενο καταπληκτικό, εξαιρετικό, υπερφυσικό, γεμάτο θεϊκά μηνύματα. Και μάλιστα, δεν την είδε όπως την γνώριζε, μια ταπεινή και άσημη κόρη, αλλά την είδε μεγαλόπρεπη και δοξασμένη. Στην αρχή της Αποκαλύψεως ο Ιωάννης είδε παρόμοια τον Χριστό, όχι όπως τον γνώριζε, έναν απλό άνθρωπο, αλλά όπως θα έλθη ξανά στη γη, μέσα στη δόξα του, με θωριά που έλαμπε «ως ο ήλιος φαίνει εν τη δυνάμει αυτού» (Απ. 1,13-20). Τώρα, στη μέση της Αποκαλύψεως του, βλέπει τη Θεοτόκο ως «γυνή περιβεβλημένη τον ήλιο». Και ποιος είναι ο ήλιος που έχει ντυθή η Παναγία, εκτός από Εκείνον που λάμπει σαν ήλιος και που οι Προφήτες ωνόμασαν «ήλιον της δικαιοσύνης» (Μα. 4,2), δηλαδή τον Χριστό;

Δεν χρειαζόταν ο Ιωάννης να έχη υπ' όψι του ούτε τις ουράνιες θεότητες των ειδωλολατρών ούτε τις αστρολογίες των μάγων. Τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα τα γνώριζε όπως ο κάθε άνθρωπος της γης και μπορούσε να τα χρησιμοποίηση ως κοινό τόπο, όπως τον χρησιμοποιούσαν όλοι, για παράδειγμα δόξας και μεγαλείου. Επί πλέον, ο απόστολος γνώριζε κάλλιστα τη χρήσι αυτών των συμβόλων από τους Προφήτες και επομένως την προφητική τους σημασία. Όταν αντίκρυσε τη μορφή της Παναγίας ολόλαμπρη να φορά τον ήλιο-Χριστό, δεν παραξενεύθηκε, διότι όπως ο απόστολος Παύλος πίστευε ότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύθητε» (Γαλ. 3,27). Και όταν είδε τη σελήνη να βρίσκεται σαν υποπόδιο «υποκάτω των ποδών αυτής», εύκολα θα αναγνώρισε τον παλιό Ισραήλ, που είχε τελειώσει την αποστολή του και είχε εκπληρώσει τον προορισμό του και έστεκε μόνο σαν βάσι πλέον για την καινούργια διαθήκη, την οποία έφερε στον κόσμο η Παρθένος Μαρία. Σαν τη σελήνη και ο Ισραήλ είχε λάμψει και είχε φωτίσει προσωρινά τον κόσμο, αλλά τώρα έσβηνε μπροστά στον Ήλιο της δικαιοσύνης. Το στεφάνι από δώδεκα αστέρια, που φορούσε η Παρθένος πάνω στο κεφάλι της, θα δήλωσε αμέσως στον Ιωάννη τους Αποστόλους του Χριστού, που στο όνομα του κυβερνούν την Εκκλησία. Κι όλα μαζί ήλιος, σελήνη, αστέρια ζωγράφιζαν με τη λάμψι τους όχι μία θεά, αλλά μία θεία και έκπαγλη εικόνα της Θεοτόκου.

Αλλά η εικόνα αυτή οπωσδήποτε δεν παύει να αποτελή ένα «σημείον», όπως το δήλωσε ο Ιωάννης (Απ. 1,1). Δεν ενσαρκώνει, δηλαδή, μία ιστορική μορφή μόνο, έστω την εξαίρετη μορφή της Παναγίας αχράντου, αλλά επί πλέον οφείλει να αποτελή τύπο μιας θείας πραγματικότητος, της ύψιστης και μοναδικής μέσα στο έργο του θεοί Και αυτή δεν είναι άλλη από την Εκκλησία, η οποία είναι και το κεντρικό θέμα του βιβλίου της Αποκαλύψεως. Έτσι, ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο κέντρο των οραμάτων του βλέπει το δράμα της Παρθένου ως σύμβολο του κεντρικού του θέματος, της Εκκλησίας. Γνωρίζει ότι αυτή που δάνεισε στον Χριστό το σώμα και το αίμα της είχε καταστή η ίδια σώμα Χριστού, εφ’ όσον υπήρξε το πρώτο και τέλειο μέλος της Εκκλησίας. Ο Κύριος έγινε με τη σάρκα της Θεάνθρωπος, για να κάνη τον άνθρωπο Θεό' και η Θεοτόκος έγινε με τη χάρι του Πνεύματος και με την υπακοή της, ο πρώτος ακριβώς ανθρωπόθεος. Έτσι συνιστά η ίδια σύμβολο και απαρχή της νέας δημιουργίας, της αναγεννημένης ανθρωπότητος, και αποτελεί τον αντιπρόσωπο του θεωμένου ανθρώπου, αλλά και τον εκπρόσωπο της Εκκλησίας.

Ανάλογη χρήσι και λειτουργία «σημείου» συναντούμε στο 21ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως με την εικόνα της «πόλεως της αγίας Ιερουσαλήμ», την οποία βλέπει ο Ιωάννης «καινήν... καταβαίνουσαν από του ουρανού από του Θεού, ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην τω ανδρί αυτής» (Απ. 21,2). Πρόκειται και εκεί ασυζητητί για την Εκκλησία του Χριστού, που παρουσιάζεται με σύμβολο την πιο ιερή πόλι και με τα πιο λαμπρά χαρακτηριστικά, όπως ακριβώς στο 12ο κεφάλαιο παρουσιάζεται με σύμβολο την πιο ιερή μορφή και με τα πιο λαμπρά γνωρίσματα. Με τέτοιες εικόνες προβάλλεται θριαμβευτική και ένδοξη η Εκκλησία, για να δήλωση την ακατάβλητη ισχύ της μέσα στους αιώνες και να στήριξη τους πιστούς στο σάλο του κόσμου.

Ιδιαίτερα στα χρόνια που γράφτηκε η Αποκάλυψι, κατά τα έτη 67-70, ο λαός του Θεού είχε μεγάλη ανάγκη από στηριγμό. Η Εκκλησία πολεμούνταν σε δύο μέτωπα: από τους ειδωλολάτρες αφ’ ενός, οι οποίοι με καχυποψία και με μίσος αντιμετώπιζαν την καινούργια και παράξενη γι' αυτούς θρησκεία, σύμμαχο δε είχαν τη ρωμαϊκή εξουσία, αλλά και το ιουδαϊκό κατεστημένο, και από τους αιρετικούς αφ' ετέρου, οι οποίοι διέστρεφαν τη χριστιανική διδασκαλία και υποκινούσαν ανταρσία κατά των Αποστόλων και των γνησίων διαδόχων τους. Οι πιστοί, όπως μαθαίνουμε από τις σύγχρονες περίπου επιστολές των Αποστόλων Πέτρου και Ιούδα, υπέφεραν παθήματα και ονειδισμούς από τους ειδωλολάτρες (Α' Πέτρ. 3,14. 17, 4,12-14) και πειράζονταν με ψεύτικες και αισχρές διδασκαλίες από τους αιρετικούς νικολαΐτες (Β' Πέτρ. 2,3. 14-18. Ιδ. 4). Προ πάντων χειμάζονταν οι Εκκλησίες της Μ. Ασίας, προς τις οποίες και ο απόστολος Ιωάννης στέλνει την Αποκάλυψι, πριν τις επισκεφθή ο ίδιος προσωπικά, για να τις στηρίξη. Με την Αποκάλυψι φανερώνει στους Χριστιανούς το μέλλον της Εκκλησίας και τους φέρνει το μήνυμα της νίκης της. Τους διδάσκει ότι καιροφυλακτούν φοβεροί κίνδυνοι, αλλά και τους διαβεβαιώνει ότι στο τέλος περιμένει ο θρίαμβος. Η δοξασμένη μορφή της ηλιοστάλακτης Γυναίκας που έμενε αλώβητη σε όλες τις επιθέσεις ειρήνευε τις καρδιές των πιστών, που καταδιώκονταν από τα θηρία της εξουσίας. Αλλά και η θαυμαστή αειπαρθενία της Παναγίας που έμεινε άφθορη και μετά το θείο της τοκετό, έλεγχε την ακαθαρσία των νικολαϊτών και κήρυττε την αγνότητα και την παρθενία.

Με τέτοιο μάτι την είδε ο Ιωάννης την Παναγία, ως το αρχέτυπο της Εκκλησίας, αλλά την είδε και ως τον τύπο κάθε πιστής ψυχής χωριστά. Για τον Προφήτη και Απόστολο η Γυναίκα της Αποκαλύψεως είναι πολύ συγκεκριμένα η αγία μητέρα του Κυρίου μας, που κυοφόρησε και γέννησε τον Χριστό, είναι η Εκκλησία, στολισμένη με τη δόξα των Αποστόλων και αγίων, που χαρίζει στην ανθρωπότητα εν μυστηρίω τον Λυτρωτή, αλλά είναι και η ψυχή του κάθε πιστού που συλλαμβάνει με την πίστι και γεννά μέσα στην ύπαρξί του κατά μυστικό τρόπο τον Χριστό στον αναγεννημένο εαυτό του. Οι επί μέρους δε σκηνές, οι όποιες περιγράφονται στο 12ο κεφάλαιο μπορούν και έχουν την εφαρμογή τους σε όλες τις περιπτώσεις. Τα βασικά θέματα της γέννησης του Χριστού και της «αρπαγής» του «προς τον Θεόν», δηλαδή της αναλήψεως του, μπορούν κατ' αρχήν να ισχύουν όπως στην ιστορία της Θεοτόκου και του Χριστού, έτσι και στην ιστορία της Εκκλησίας, όπου ο Θεός αναλαμβάνει τη διαφύλαξι του έργου του. Δεν χρειάζεται, βέβαια, να επιμείνουμε εξαντλητικά στην ερμηνεία καθενός ξεχωριστά στοιχείου των σκηνών, διότι αρκετά στοιχεία στις περιγραφές της Αποκαλύψεως λειτουργούν απλώς ως πλαίσιο και σκηνικό των συμβόλων (παράβαλλε τις παραβολές του Κυρίου). Είναι ωμός και ακούσιος σχολαστικισμός π. χ. να ζητούμε να εξηγήσουμε τις ωδίνες της Γυναίκας, οι οποίες αναφέρονται απλώς ως αναπόσπαστο κομμάτι μιας καθιερωμένης εικόνος τοκετού. Εκείνο που έχουμε να κάνουμε είναι να συλλάβουμε το κύριο μήνυμα του συμβόλου και, κατά δεύτερο λόγο, να επισημάνουμε τις πιθανές αντιστοιχίες που έχουν σχέσι με το βασικό νόημα. Στην προκειμένη περίπτωσι μπορούμε αβίαστα να διαπιστώσουμε πώς το σύμβολο εφαρμόζει τόσο στην εικόνα της Θεοτόκου όσο και στην εικόνα της Εκκλησίας, αλλά και κάθε πιστής ψυχής.

Έτσι, η έχθρα του δράκοντα για τον Χριστό δεν είναι άλλη από την έχθρα του για την Εκκλησία, η οποία συνεχίζει τη ζωή του Χριστου στη γη. Η φυγή της γυναίκας στην έρημο δεν σημαίνει μόνο τη φυγή της Παναγίας στην Αίγυπτο, αλλά και την καταφυγή της Εκκλησίας στην προστασία του Θεού, διότι η έρημος καθώς και το διάστημα των 1260 ημερών η των 3,5 χρόνων συμβολίζει το χώρο και το χρόνο, τις συνθήκες και τις περιστάσεις, όπου η Εκκλησία διασώζεται και ασφαλίζεται από τον πονηρό μέσα, στην αγκαλιά του Κυρίου. Οι φτερούγες του μεγάλου αετού δείχνουν τους τρόπους σωτηρίας, που δεν είναι των δυνάμεων αυτού του κόσμου, αλλά της θείας δυνάμεως ενέργεια και της θείας αγάπης εκδήλωσι προς τα μέλη της Εκκλησίας. είναι οι φτερούγες του μεγάλου αετού, τα φτερά του σταυρού του Χριστού, που χαρίζουν τρυφερή στοργή και κραταιά προστασία στους πιστούς. Ο ποταμός του δράκοντα δεν υπαινίσσεται μόνο το αίμα των νηπίων που έχυσε το σπαθί του Ηρώδου αλλά και κάθε κύμα ωργανωμένου κακού που θέλει να πνίξη την Εκκλησία[***]• είναι η αίρεσι και είναι οι διωγμοί. Και η γη που ανοίγει το στόμα της και καταπίνει τον ποταμό, υποδηλώνει την έκτακτη, την ανερμήνευτη και παρά πάσαν προσδοκίαν επέμβασι του ελέους και της μακροθυμίας του Θεού, που σώζει το λαό του με παράγοντες αστάθμητους για την ανθρώπινη λογική. [****]

Τέλος, βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ποια είναι τα υπόλοιπα τέκνα της Γυναίκας: είναι τα παιδιά της Εκκλησίας, οι πιστοί ανά τους αιώνες, που τηρούν τις εντολές του Θεού και φυλάγουν το λόγο του Ιησού, με τους οποίους πολεμά ο διάβολος λυσσασμένος, διότι ξέρει ότι λίγο καιρό έχει. Νικήθηκε πάνω στον ουρανό από τον Μιχαήλ και τους αγγέλους του, νικήθηκε πάνω στη γη από τον Χριστό και το σταυρό του, και τώρα απομένει να νικηθή από την Εκκλησία. Θα την ταλαιπωρήση, θα την κυνηγήση, θα την σπαράξη, αλλά δεν θα την αφανίση. Η Εκκλησία και οι πιστοί θα νικήσουν κι αυτοί τον δράκοντα με το αίμα του Αρνίου. Γι’ αυτή τη νίκη είναι βέβαιος ο απόστολος Ιωάννης, και γι' αυτή τη νίκη τον βεβαιώνει άλλη μια φορά αποκαλυπτικά ο Θεός φανερώνοντας μπροστά του ένδοξη τη μορφή της Παναγίας. Η Θεοτόκος Μαρία εμφανίζεται ως η εξ αρχής τελική νίκη του Θεού, διότι με τη συμβολή της και τη συνεργασία της νικήθηκε ο δράκοντας και επιτελέσθηκε το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Η Θεοτόκος Μαρία προεξοφλεί και εγγυάται και την τελική νίκη της Εκκλησίας, διότι παρουσιάζει τη νίκη του εν Χριστώ ανθρώπου κατά του δράκοντα κατορθωτή και περιφανή. Από την άποψι αυτή η όρασί της αποτελεί την πιο δυνατή προφητεία και την πιο ισχυρή παρηγοριά για το λαό του Θεού, ο οποίος βλέπει στην εικόνα της Παναγίας, όπως μας την μεταφέρει ο Ιωάννης, την Εκκλησία του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, τη στρατευόμενη, αλλά πάντοτε θριαμβεύουσα.

 

Σημειώσεις


1. Ε. Β. Allo, Saint Jean, L' Apocalypse, έκδ. 2η, Paris 1921, 155. Π. Μπρατσιώτου, Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Αθήναι 1950, 191.

2. W. R. Newell, The Book of Revelation, Chicago 1935. B. J. Le Frois, The Woman Clothed with the Sun (Αρ. 12), Roma 1954, 148. Η. L. Willmington, Willmington's Guide to the Bible, έκδ. 6η, USA 1985,562. Ανδρέου, Ερμηνεία εις την Αποκάλυψιν Ιωάννου του θεολόγου, PG 106, 216-457. Αρέθα, Ιωάννου του θεολόγου και ηγαπημένου Αποκάλυψις, PG 106, 500-785. Οικουμενίου, Συλλογή εξηγήσεων εκ διαφόρων αγίων ανδρών εις την του ευαγγελιστού Ιωάννου Αποκάλυψιν, Catenae Graecorum Patrum in Novum Testamentum, J. A. Cramer, τόμ. 8ος, Oxonii 1844. Ανθίμου πατριάρχου, Ερμηνεία εις την Αποκάλυψιν, Ιεροσόλυμα 1856, εκδ. 2α, Θεσσαλονίκη 1981. Ι. Γιαννακοπούλου, Ερμηνεία της Αποκαλύψεως, Καλάμαι 1950. Π. Μπρατσιώτου, μν. ε., 195. Χ. Βασιλοπούλου, Η Αποκάλυψις εξηγημένη (το κατά δύναμιν), έκδ. 6η, τόμ. 4ος, Αθήναι 1986. Μ. Rist, The Revelation of St. John the Divine, Introduction and Exegesis, The Interpreter's Bible, τόμ. 12ος, New York 1957. G. B. Caird, A Commentary on the Revelation of St. John the Divine, London 1966. L-Cl. Fillion, La Sainte Bible commentee, τόμ. 8ος, Paris 1921. W. Bousset, Die Offenbarung des Johannes, έκδ. 6η, Gottingen 1966. R. H. Charles, A Critical and Exegetical Commentary on the Revelation of St. John, τόμ. 1ος, International Critical Commentary, Edinburgh 1920. O. Bocher, Die Jo hannesapokalypse, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 1975, 69.

Κατά τον Farrar πιο συγκεκριμένα ο δράκων είναι «έμβλημα του σατανά με τις υπηρεσίες της κοσμικής δυνάμεως, όπως ειδικά αντιπροσωπεύεται από το ρωμαϊκό κράτος, του οποίου ο δράκων ήταν ένα από τα τελευταία εμβλήματα» (F. W. Farrar, The Early Days of Christianity, London - N. York - Toronto - Melbourne 1909, 461). Το ίδιο F. C. Porter, Book of Revelation, A Dictionary of the Bible, J. Hastings, τόμ. 3ος, Edinburgh New York 1900, 257. U. B. Muller, Messias und Menschensohn in judischen Apokalypsen und in der Offenbarung des Johannes, Studien zum Neuen Testament, τόμ. 6ος, Guttersloh 1972, 181. Ο Gollinger διαφοροποιείται: «ούτε ένα γήινο ιστορικό μέγεθος ούτε ο ίδιος ο σατανάς αυτοπροσώπως, αλλά ένα σύμβολο για την υπεργήινη αντίθεη δύναμι» ( Η, Gollinger, Das «Grosse Zeichen» von Apokalypse 12, Stuttgarter Biblische Monographien, Wurzburg - Stuttgart 1971,168).

3. Εξετάζοντας φιλολογικά το κείμενο ωρισμένοι ερευνηταί αμφισβητούν ότι το κεφάλαιο υπήρξε από την αρχή ενιαίο. Έτσι οι Κ. Wellhausen, Skizzen und Vorarbeiten, 6 Heft, 215 εε. Charles, μν. έ, 305. Τα επιχειρήματα όμως της αρνητικής κριτικής ανασκευάζονται και η ενότητα του κεφαλαίου υποστηρίζεται επαρκώς (Allo, μν. έ., 155-156. Miiller, μν. έ., 168).

4. Bousset, μν. έ., 351. 433. 436. Ειδικώτερα ωρισμένοι ερμηνευταί μιλούν για ένα συνδυασμό της μυθολογίας με αστρολογικά στοιχεία• βλ. F. Boll, Aus der Offenbarung des Johannes, Leipzig - Berlin 1914,94-118.

5. Charles, μν. έ., 303. Muller, μν. έ., 189.

6. Charles, μν. έ., 307. 308. 309. 310. Le Frois, μν. έ., 2.

7. Παράβαλλε Allo, μν. έ., 176• Le Frois, μν. έ., 208-209.

8. Παράβαλλε Allo, μν. έ,, CCXLIX.

9. Έτσι οι Οικουμένιος, Αρέθας, Άνθιμος. Από τους νεωτέρους Le Frois, μν. έ., 216-217. 223225• Α. Farrer, The Revelation of St. John the Divine, Oxford 1964. Οι ρωμαιοκαθολικοί επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν γενικά το Απ. 12 ως γραφική μαρτυρία για την ανάληψι της Θεοτόκου (βλ. Le Frois, μν. έ. 8). Εξ άλλου, οι ρωμαιοκαθολικοί ερμηνευταί εφαρμόζουν σχετικές αναφορές αρχαίων ερμηνευτών για τη Θεοτόκο στο εν λόγω χωρίο της Αποκαλύψεως, όπως Ιγνατίου, Εφεσ. 19,1. Επιφανείου Πανάρ., PG43,493CD• τινών παρά Ανδρέα Εφραίμ Σύρου, Hymnus de nativitate Domini 17 (12), 1 και 16(11). Κλήμεντος Αλ., Παιδ. 1,6, 41-42 (επίσης παραθέτουν και απόσπασμα από το απόκρυφο ευαγγέλιο κατά Εβραίους που αναφέρει ο Κύριλλος Ιερ.). Εν τούτοις, καμμία από αυτές δεν μπορεί να θεωρηθή βέβαιος υπαινιγμός στην Αποκάλυψι, εκτός του ότι και ωρισμένων αμφισβητείται η γνησιότητα (βλ. Le Frois, μν. έ., 39-49).

10. F. Gigot, Apocalypse, London 1931. Ρ: Ketter, Die Apokalypse, Herder Bible, Freiburg i. Br. 1942.

11. Πρώτος αντέκρουσε αυτή την ερμηνεία ο Μεθόδιος στο Συμπόσιον των δέκα παρθένων, ΡG 18,28 έ.

12. C. Brutsch, L ' Apocalypse de Jesus Christ, Geneve, 1940.

13. T. Zahn, Die Offenbarung des Johannes, έκδ. 3η, Leipzig 1926.

14. P. Ketter. A. Wikenhauser, Offenbarung des Johannes, Regensburg 1947. R. P. Boismard, L' Apocalypse, Verbum Salutis 16, Paris 1951.

15. E. B. Allo.

16. F. X. Steinmetzer, Der apokalyptische Drache, ThGl 28 (1936), 289.

17. L. Poirier, Le chapitre douzieme de l' Apoc. fait-il allusion a l' Assomption? Stud. Mariana 4 (Montreal 1948), 101.

18. L.-Cl. Fillion, μν. έ.

19. Μεθόδιος,Ανδρέας, Primasius (Comm. in Apoc. 3, PL 68,872), Bede (Expos. in Apoc., PL 93, 165 ε.) C. J. Ellicott (Ellicott 's Bible Commentary, έκδ. 5η, Michigan - USA 1977).

20. Άνθιμος, Gollinger, μν. έ., 65.

21. Le Frois, μν. έ., 166-167.

22. C. C. Cox, Apocalyptic Commentary, An Exposition on the Book of Revelation, Cleveland 1959.

23. Ευσέβιος, Εκκλ. Ιστ. 3,5,3.

24. Αρέθας, Μπρατσιώτης.

25. Caird, μν. έ. Γιαννακοπούλου, μν. έ., 102. Βασιλοπούλου, μν. έ., 50.

26. Αρέθας, Allo, Filliοn, Η. Ralsanen (Die Mutter Jesu im Neuen Testament, Helsinki 1969, 188), Gollinger (μν. έ., 174), Rist, Μπρατσιώτης, Γιαννακόπουλος, Βασιλόπουλος.

 

Σημειώσεις του κατασκευαστή της ιστοσελίδας:

*  Στην πραγματικότητα, ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι πράγματι ο Θεός χρησιμοποίησε στοιχεία ειδωλολατρικών μύθων για την όραση της Αποκάλυψης που έδειξε στον Ιωάννη, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα από μια τέτοια χρήση. Όπως ακριβώς χρησιμοποίησε ο Θεός τους Μάγους και την Αστρολογία, κατά τη γέννηση του Χριστού, για να δείξει ότι πλέον πρέπει να εγκαταλειφθούν οι αρχαίες θρησκείες, και μαγείες, και οι λαοί να στραφούν στον Χριστό, το ίδιο μήνυμα θα έδινε μια τέτοια χρήση μυθολογικών στοιχείων. Εάν ο Θεός χρησιμοποίησε πράγματι στοιχεία από ειδωλολατρικούς μύθους ξένων θεοτήτων, στους συμβολισμούς της Αποκάλυψης, μόνο ένα μπορεί να είναι το μήνυμα που δίνει μια τέτοια χρήση: "Όλοι αυτοί οι μύθοι πρέπει πλέον να αντικατασταθούν και να καταλυθούν από την πίστη στον Χριστό. Γιατί ο Χριστός και η Εκκλησία εκπληρώνουν και συγκεφαλαιώνουν το παν της ανθρώπινης ιστορίας και θρησκευτικότητας, όλων τω εθνών".

** Εκτός από τις ανωτέρω ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ερμηνείες της οράσεως, (τις οποίες σε επόμενο άρθρο θα αναλύσουμε εκτενέστερα), υπάρχει και μία εσχατολογική που δεν αναφέρεται εδώ, την οποία θα παρουσιάσουμε σε μελλοντικό άρθρο.

*** Ο ποταμός είναι επίσης στην Αγία Γραφή, σύμβολο της υπερβάλλουσας επέλασης εχθρικών δυνάμεων. Π.χ. Ησαϊας 59/νθ: 19: "Και θα φοβηθούν το όνομα του Κυρίου από δυσμάς, και τη δόξα του από ανατολάς ηλίου· όταν ο εχθρός θα επέλθει σαν ποταμός, το Πνεύμα τού Κυρίου θα υψώσει εναντίον του σημαία". Γι' αυτό και η συγκεκριμένη έκφραση, παράλληλα με τις αναφερμένες εδώ, εκπληρώσεις, βρίσκει τη βασικότερη εφαρμογή της στην εσχατολογική ιστορική ερμηνεία της όρασης.

**** Ένα τέτοιο παράδειγμα, θαυματουργικής επέμβασης του Θεού ενάντια σε στρατεύματα "ως ποταμό" του εχθρού, και η προστασία του λαού Του, είναι η σχετική (με την εξεταζόμενη όραση) προφητεία στον Ιεζεκιήλ 38/λη: 18,19: "Αλλά, κατά την ημέρα εκείνη, κατά την ημέρα που ο Γωγ θάρθει ενάντια στη γη του Ισραήλ, η οργή μου θα ανέβει επάνω στο πρόσωπό μου, λέει ο Κύριος ο Θεός. Επειδή, μίλησα μέσα στον ζήλο μου, μέσα στη φωτιά τής οργής μου: Κατά την ημέρα εκείνη θα υπάρξει, οπωσδήποτε, ένας μεγάλος σεισμός στη γη τού Ισραήλ", και στον Ζαχαρία 14/ιδ: 3-5: "Και ο Κύριος θα βγει έξω, και θα πολεμήσει ενάντια στα έθνη εκείνα, όπως όταν ο Κύριος είχε πολεμήσει κατά την ημέρα τής μάχης. Και τα πόδια του, κατά την ημέρα εκείνη, θα σταθούν επάνω στο βουνό των ελαιών, που είναι απέναντι από την Ιερουσαλήμ, από ανατολικά· και το βουνό των ελαιών θα σχιστεί στα δύο στο μέσον του, προς τα ανατολικά και προς τα δυτικά, και θα γίνει μια υπερβολικά μεγάλη κοιλάδα· και το μισό τού βουνού θα συρθεί προς βορράν, και το μισό του προς νότον. Και θα καταφύγετε στην κοιλάδα των βουνών μου· επειδή, η κοιλάδα των βουνών θα φτάνει μέχρι την Ασάλ. και θα φύγετε, όπως φύγατε μπροστά από τον σεισμό κατά τις ημέρες τού Οζία, του βασιλιά τού Ιούδα" σε συνδυασμό με το Ζαχαρίας 4/δ: 6,7: "Όχι με δύναμη ούτε με ισχύ, αλλά με το Πνεύμα μου, λέει ο Κύριος των δυνάμεων. Ποιος είσαι εσύ, το μεγάλο βουνό, μπροστά στον Ζοροβάβελ; Πεδιάδα!".

Ακολουθεί το δεύτερο μέρος: Η γυναίκα του Αποκάλυψις 12/ιβ, κατά την ερμηνεία των 8 πρώτων αιώνων

Δημιουργία αρχείου: 8-4-2008.

Τελευταία ενημέρωση: 12-4-2008.

ΕΠΑΝΩ