Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Εκκλησία

Η υποταγή τής γυναίκας στον άνδρα // Η θέση τής γυναίκας στον Χριστιανισμό Μέρος 1ο // Η ερμηνεία τής Αγίας Γραφής // Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος και οι γυναίκες

Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα…

Η θέση της γυναίκας στο Xριστιανισμό

Επιμέλεια: Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης

 

 

Στις τέσσερις πιο σημαντικές Γυναίκες της ζωής μου:

τη γιαγιά μου Γαρυφαλίτσα, τη μητέρα μου Γεωργία,

 τη σύζυγό μου Ειρήνη και την κόρη μας Νεκταρία.

 

Το ζήτημα της θέσης της γυναίκας στο χριστιανισμό είναι τεράστιο και, για να αναπτυχθεί με κάποια σχετική πληρότητα, χρειάζεται ένα ολόκληρο βιβλίο. Το παρόν άρθρο δε φιλοδοξεί να δρέψει τέτοια εύσημα. Επιχειρεί μάλλον μια ξενάγηση στις πηγές, ως αφορμή για περαιτέρω έρευνα.

 

1. Ο χριστιανισμός και οι παραποιήσεις του

Κατ’ αρχάς είναι απαραίτητες μερικές επισημάνσεις:

1. Επειδή ο χριστιανισμός (στην αυθεντική του μορφή) είναι τελείως ελεύθερος, είναι αδύνατο να επικρατήσει παγκόσμια. Δεν είναι πρακτικά δυνατόν όλοι οι άνθρωποι –ή έστω η πλειοψηφία των ανθρώπων– να απαρνηθούν το συμφέρον τους ή την ικανοποίηση του εγωισμού τους και να επιλέξουν το δρόμο της αγάπης. Και, από εκείνους που θεωρητικά τον επιλέγουν, δεν είναι δυνατόν όλοι να κατορθώσουν να ξεπεράσουν τα τόσο δύσκολα εμπόδια (ουσιαστικά να απαρνηθούν τον μέχρι τότε εαυτό τους) και να μην υποχωρήσουν τελικά, αλλά να φτάσουν την αγάπη τους ώς το τέλος. Μόνο με τη βία μπορεί κάποιος να επιβάλει ένα σύστημα σε «όλους τους ανθρώπους». Η ίδια η βία όμως είναι η αναίρεση του χριστιανισμού.

2. Για τον ίδιο λόγο, είναι πάρα πολύ εύκολο στον καθένα να παραποιήσει το χριστιανισμό όπως θέλει και να τον μεταμορφώσει σε ό,τι ικανοποιεί τις βαθύτερες, και ίσως ανομολόγητες, επιθυμίες του. Να κρατήσει ό,τι θέλει και να απορρίψει ό,τι δεν του αρέσει, και μάλιστα να ισχυρίζεται στην καρδιά του ότι αυτό που έχει είναι ο «αυθεντικός χριστιανισμός». Σε μικροεπίπεδο, αυτό κάνουμε όλοι μας: κρατάμε ό,τι θέλουμε από το χριστιανισμό, θεωρώντας ότι «κανείς δεν ξέρει καλύτερα από μας», ώστε να μας συμβουλεύσει. Αυτό έκαναν και οι αιρετικοί κάθε είδους, αλλά και «ορθόδοξοι» κάθε εποχής. Στην πιο ακραία εκδοχή αυτής της παραποίησης έγιναν τα εγκλήματα στο όνομα του Χριστού, από τις σταυροφορίες και την Ιερά Εξέταση μέχρι την πρόσφατη εισβολή των Η.Π.Α. στο Ιράκ!

Σε κάθε εποχή, οι αυθεντικοί φορείς του χριστιανισμού τίποτα δε μπορούσαν να κάνουν, πέρα από το να επισημαίνουν τις παραποιήσεις. Αν οι άνθρωποι που διέπρατταν τις σοβαρές παραποιήσεις επέμεναν (είχαν «πωρωμένη καρδιά», όπως λέμε), μαζεύονταν οι αυθεντικοί φορείς του χριστιανισμού, έκαναν σύνοδο (συνέδριο) και τους «αφόριζαν», δηλαδή ανακοίνωναν ότι οι παραχαράκτες δεν ανήκουν στην Εκκλησία (αφορίζω σημαίνει διαχωρίζω, όχι καταριέμαι). Πολλές φορές αφορίστηκαν επίσκοποι, πατριάρχες, αυτοκράτορες, ολόκληρες σύνοδοι (και υποτιθέμενες οικουμενικές, όπως η εικονομαχική σύνοδος της Ιερείας τον 8ο αι. μ.Χ.). Όμως ο αφορισμός δεν είχε δύναμη νόμου, δε μπορούσε να σταματήσει την παραχάραξη, απλώς την επισήμαινε. Γι’ αυτό στη συνέχεια, όποιοι ήθελαν να επιμείνουν σ’ αυτήν, μπορούσαν να το κάνουν, και ποτέ δεν τελείωνε μια αίρεση με μια μόνο σύνοδο.

Το χειρότερο είναι ότι πολλές φορές ανακατεύονταν οι φορείς της πολιτικής εξουσίας και τα έκαναν χειρότερα, καταδιώκοντας και εξοντώνοντας τους αιρετικούς ή τους ορθόδοξους, ανάλογα με τις πολιτικές συγκυρίες! Υπενθυμίζω ωστόσο περιπτώσεις αντίδρασης, όπως του αγίου Μαρτίνου της Τουρ στην εκτέλεση του αιρετικού Πρισκιλιανού, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτη στο διωγμό κατά των παυλικιανών από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Ραγκαβέ και στο θέμα της πιθανής απέλασης των Βουλγάρων προσφύγων στον Κρούμο, «πράγμα που γι’ αυτούς θα σήμαινε βέβαιο θάνατο», του αγίου Νείλου της Σόρα στο διωγμό των αιρετικών Ιουδαϊζόντων στη Ρωσία (16ος αι.) κ.ά.

Συχνά οι άνθρωποι που αντιστέκονταν στην παραποίηση ήταν λίγοι, άσημοι, μόνοι, ενώ η παραποίηση είχε την εξουσία με το μέρος της. Τότε διώκονταν, φυλακίζονταν, θανατώνονταν και αγίαζαν, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητης, ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, ο άγιος Φίλιππος της Μόσχας (θανατώθηκε από τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό, επειδή αντέδρασε στα εγκλήματά του), ο άγιος Μάξιμος ο Γραικός κ.π.ά.. Όμως είχαν πει την αλήθεια και κάποτε μια σύνοδος τους δικαίωνε. Έτσι προχωράει ο αυθεντικός χριστιανισμός, όχι με τιμωρούς, αλλά με αγίους. Όσο λίγοι κι αν είναι, αυτοί είναι.

3. Γι’ αυτό, δεν υπήρξε ποτέ «εποχή του χριστιανισμού». Ο χριστιανισμός ποτέ δεν επικράτησε ως πολιτικό ή κοινωνικό σύστημα, όσο κι αν πολλές χώρες τον επικαλέστηκαν κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Υπήρξαν κοινωνίες, όπου οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ευνόησαν την πίστη (ακόμη και διώκοντάς την), που οι ναοί τους ήταν γεμάτοι πιστούς, ενώ οι έρημοι και τα δάση τους γεμάτα αγίους ασκητές και αγίες ασκήτριες. Όμως και εκεί οι άνθρωποι πάλευαν με τον κακό εαυτό τους. Ο χριστιανισμός βρισκόταν στην καρδιά τους (όσο βρισκόταν), όχι στην κοινωνία. Επίσης, υπήρξαν κατά καιρούς άρχοντες και βασιλιάδες άγιοι σε διάφορους λαούς, όμως όχι χώρα αληθινά χριστιανική, δηλ. χωρίς βία, συνομωσίες, αδικίες, βασανιστήρια και γενικά θλιβερές καταστάσεις που προκαλούνται από τα ανθρώπινα πάθη. Ούτε φυσικά και το Βυζάντιο.

Πολύ περισσότερο ο μεσαίωνας, παρά την ασφυκτική κυριαρχία της θρησκείας, σε καμία περίπτωση δε μπορεί να χαρακτηριστεί «εποχή του χριστιανισμού». Πρόκειται για μια τραγική παραποίηση του χριστιανισμού, ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

4. Η αρχαία διάκριση σε βάρος της γυναίκας, σε παγκόσμιο επίπεδο, οφείλεται προδήλως σε κοινωνικούς λόγους: οι κοινωνίες χρειάζονταν τους άντρες για τη σκληρή εργασία και τις αδιάκοπες συρράξεις. Οι γυναίκες, όπως και τα παιδιά, ήταν τα αδύναμα μέλη, που χρειάζονταν διαρκώς προστασία. Εύκολα λοιπόν οι άντρες ξέχασαν ότι διέθεταν τη μυϊκή τους δύναμη ακριβώς για να προστατεύουν τις γυναίκες και τα παιδιά (ακόμη και χωρίς να προϋποθέτουμε πίστη στο Θεό, βλέπουμε πλήθος αντιστοιχείς στα διάφορα ζωικά είδη) και όχι μόνο μετέτρεψαν το ρόλο τους από προστάτη σε απόλυτου άρχοντα, αλλά και υποτίμησαν τη γυναίκα (συχνά και τα παιδιά, ιδίως τα κορίτσια) υποβιβάζοντάς την σε άχθος.

Ο χριστιανισμός, όπου εξαπλώνεται, εγείρει το αίτημα της μεταμόρφωσης των ανθρώπων από απλές βιολογικές ή κοινωνικές μονάδες σε πρόσωπα, δηλαδή «αγαπώσες καρδίες». Η μεταμόρφωση αυτή οδηγεί τον άνθρωπο σε προσέγγιση προς τον επίσης αγαπώντα Τριαδικό Θεό – και κατ’ επέκτασιν σε πραγμάτωση της ομοίωσης με το Θεό, σε ένωση με Αυτόν. Όμως, λόγω του ελεύθερου χαρακτήρα του χριστιανισμού, οι κοινωνικές διακρίσεις σε βάρος των ασθενέστερων ομάδων δεν εξέλειπαν, κατά παράβαση του χριστιανικού ήθους.

Οι χριστιανοί διδάσκαλοι κάθε εποχής προσπάθησαν να περισώσουν την ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων και, όταν δεν το κατόρθωσαν, αυτό οφείλεται σε αποτυχία των περισσότερων χριστιανών (όπως εμείς) να αποδεχτούν στη συνείδησή τους και, πολύ περισσότερο, να εφαρμόσουν τη μία και μοναδική εντολή του Χριστού: «αγαπάτε αλλήλους».

 

2. Γυναίκες πρότυπα

Ο χριστιανισμός, όπως θεώρησε αυτονόητο ότι ένας άντρας (ο άγιος Ελευθέριος) μπορεί να είναι προστάτης άγιος των εγκύων γυναικών, έτσι θεώρησε αυτονόητο και να υψώσει ναούς σε γυναίκες, να τις τιμήσει με ύμνους, εικόνες κ.τ.λ., και μάλιστα σε γυναίκες ανθρώπους, όχι θεές, δηλαδή να υψώσει γυναικεία πρότυπα που κάθε γυναίκα μπορεί να κατακτήσει (το ίδιο και η Παναγία, που τιμάται τόσο πολύ ως άνθρωπος και όχι θεά –δηλαδή ως όμοια με τη μητέρα μας, τη σύζυγο, την αδελφή, την κόρη μας και όλες τις γυναίκες του περιβάλλοντός μας, νέες και ηλικιωμένες– και έφτασε στην ύψιστη τιμή να ονομάζεται «Θεοτόκος», όπως δεν ονομάστηκε καμία από τις αρχαίες μητέρες θεών ή ημίθεων). Πρότυπα γυναικών που έφτασαν στη θέωση, ενώθηκαν με το Θεό, τέλεσαν θαύματα πριν και μετά την κοίμησή τους, δίδαξαν άντρες, αντιστάθηκαν σε αυτοκράτορες, άντεξαν σε φρικτά βασανιστήρια, συμβούλευσαν ακόμη και οικουμενική σύνοδο (αγία Ευφημία). [Για το τι είναι η θέωση βλ. http://vardavas.blogspot.com/2009/09/1.html].

Ας δούμε μερικά από τα πρότυπα αυτά:

  • οι ισαπόστολοι αγίες Μαρία η Μαγδαληνή (η «τέτραθλος και ανδρεία γυνή» κατά τον άγ. Ιω. Χρυσόστομο), Φωτεινή και Μαριάμνα (μαθήτριες του Χριστού), Θέκλα η Πρωτομάρτυς, Νίνα η απόστολος της Γεωργίας κ.ά.,
  • να αναφέρουμε επίσης τις γυναίκες που κατονομάζει ο άγιος απόστολος Παύλος στο κεφ. 16 της προς Ρωμαίους, προσθέτοντας μάλιστα τι οφείλει (ο ίδιος ή η Εκκλησία γενικότερα) σε καθέναν και καθεμιά απ’ αυτούς: «…χαιρετίστε την Περσίδα, την αγαπητή…, χαιρετίστε τον Ρούφο, τον εκλεκτό εν Κυρίω, και τη μητέρα του και δική μου μητέρα» –εννοεί ότι την αγαπάει σα μητέρα του– «χαιρετίστε τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, τους συνεργάτες μου, που πρόταξαν το στήθος τους για να με προστατεύσουν» –δηλ. έβαλαν σε κίνδυνο τη ζωή τους– φανερώνοντας και την ισότιμη θέση που είχαν άνδρες και γυναίκες στην πρώτη Εκκλησία: «… χαιρετίστε τον Ανδρόνικο και την Ιουνία …, που είναι επίσημοι ανάμεσα στους αποστόλους και έγιναν χριστιανοί πριν από μένα…, χαιρετίστε την Τρύφαινα και την Τρυφώσα, που κοπιάζουν στην υπηρεσία του Κυρίου» κ.λ.π. (εδώ αναφέρεται και η αγία Φοίβη, η διάκονος της Εκκλησίας των Κεχραιών και «προστάτις πολλών», που μετέφερε την επιστολή),
  • οι αγίες γιάτρισσες και ανάργυροι Ζηναΐδα, Νεονίλλα και Ερμιόνη (1ος αιώνας) και Σοφία η Ιαματική (διαφορετική από την αγία μάρτυρα Σοφία, μητέρα των αγίων παρθενομαρτύρων Πίστης, Ελπίδας και Αγάπης),
  • η αγία μεγαλομάρτυς Αικατερίνα η Πάνσοφος, που εμφανίστηκε ενώπιον του αυτοκράτορα και τον κάλεσε με παρρησία να σταματήσει το διωγμό κατά των χριστιανών και, στη συνέχεια, ενώ ήταν ήδη κρατούμενη και βασανιζόταν για την πίστη της, έφερε στο χριστιανισμό 150 ειδωλολάτρες φιλοσόφους και 500 στρατιώτες με το διοικητή τους (όλοι αυτοί εκτελέστηκαν και είναι άγιοι της Εκκλησίας μας),
  • οι αγίες μεγαλομάρτυρες, από 16 έως 20 ετών, Κυριακή, Ειρήνη, Παρασκευή, Μαρίνα, Αναστασία, Καλλιόπη και χιλιάδες άλλες κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης, που αψήφησαν τη ρωμαϊκή κοσμοκρατορία και προτίμησαν βασανιστήρια μέχρι θανάτου από το να αποκαλέσουν «Κύριο και Θεό» τον αυτοκράτορα,
  • οι αντίστοιχες αγίες μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες της Τουρκοκρατίας, όπως οι αγίες Ακυλίνα, Χρυσή, Αργυρή κ.π.ά., καθώς και της ΕΣΣΔ και πολλών άλλων τόπων και χρόνων,
  • η αγία Μακρίνα, γιαγιά και πνευματική μητέρα του Μ. Βασιλείου και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης,
  • η εγγονή της, αγία Μακρίνα επίσης, η «θεολόγος, διδασκάλισσα και φιλόσοφος» (κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης), που έπεισε τη μητέρα της, την αγία Εμμέλεια, να δώσει ίσα δικαιώματα στις υπηρέτριες και τις δούλες της και τελικά να τις απελευθερώσει,
  • η αγία Μαρία η Αιγυπτία, (πλούσια κοπέλα, που ζούσε ως πόρνη για την ηδονή, όχι για τα χρήματα. Πηγαίνοντας να προσκυνήσει στα Ιεροσόλυμα, έκανε έρωτα με όλους τους άντρες που ταξίδευαν στο ίδιο πλοίο. Όταν όμως έφτασε εκεί, μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να πλησιάσει τον Τίμιο Σταυρό –υποθέτω αυτό σας φαίνεται πουριτανισμός, αλλά επίσης υποθέτω ότι θα ήσασταν πολύ πιο «σκληρός» ηθικιστής ενώπιον των δικών σας «ιερών», όποια κι αν είναι. Τότε έφυγε για τα βάθη της ερήμου, όπου και έζησε μέχρι που την ανακάλυψε από θεϊκό όραμα ο άγιος Ζωσιμάς, ο οποίος την κοινώνησε, και αργότερα, με τη βοήθεια ενός λιονταριού, την έθαψε),
  • η αγία Μελάνη, που, μαζί με τον άντρα της (άγνωστο το όνομά του), σκόρπισε την περιουσία της απελευθερώνοντας αιχμαλώτους και κατέληξε πνευματική μητέρα της γυναικείας μοναστικής αδελφότητας, που είχε ιδρύσει στα Ιεροσόλυμα η πρώτη αγία Μελάνη, η γιαγιά της,
  • η αγία Ειρήνη του Χρυσοβαλάντου, πνευματική μητέρα ακόμη και πατριαρχών, που υψωνόταν στον αέρα όταν προσευχόταν και λύγιζαν τα κυπαρίσσια,
  • η αγία Χίλντα του Γουΐτμπυ (Αγγλία, 6ος αι., εποχή ορθοδοξίας ακόμη), ηγουμένη μικτής μονής, όπου ζούσαν δύο αδελφότητες, ανδρική και γυναικεία (χωρίς φυσικά να σημειώνονται «όργια» – αλλά και να σημειώνονταν, τι σας νοιάζει; αυτά να «νοιάζουν» εμάς τους χριστιανούς, που δεν σπεύδουμε να κατακρίνουμε με το πρώτο ηθικό παράπτωμα),
  • η αγία Ματρώνα η Χιοπολίτιδα, που έζησε στη Χίο το 15ο αιώνα και τέλεσε αμέτρητα θαύματα και εν ζωή και μετά την κοίμησή της,
  • οι επίσης μεγάλες ασκήτριες αγίες Συγκλητική (που «είναι για τις γυναίκες ότι ο Μέγας Αντώνιος για τους άνδρες», κατά το συναξάρι της), Αναστασία η πρώην πατρικία (έζησε σε μια σπηλιά που τη γνώριζε μόνον ο άγιος Δανιήλ της Σκήτης, τον 6ο αιώνα), Θεοκτίστη της Λέσβου, Σάρρα και Θεοδώρα, Ισιδώρα η διά Χριστόν σαλή (σαλοί = άγιοι που υποδύονταν τους τρελούς από μεγάλη ταπείνωση – άλλο ένα σκάνδαλο για τους ηθικιστές «ορθολογιστές» μας), Γενεβιέβη του Παρισιού (έσωσε το Παρίσι από λιμό κατά την πολιορκία του από τους Φράγκους διοργανώνοντας κρυφές μεταφορές τροφίμων), Ούρσουλα της Γερμανίας (αρχαίες αγίες, δηλ. ορθόδοξες, πριν το Σχίσμα), η αγία Γουλινδούχ η Περσίδα κ.π.ά.,
  • οι μεγάλες αγίες της φιλανθρωπίας Φιλοθέη η Αθηναία (1589 –η πρώτη γυναίκα που έλαβε δάνειο στο όνομά της από ευρωπαϊκή τράπεζα) και Ελισάβετ η Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας (1918), που δαπάνησαν όλη τους την περιουσία για την ίδρυση νοσοκομείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων –τα οποία οι ίδιες διεύθυναν– και τελικά έδωσαν και το αίμα τους (η πρώτη θανατώθηκε από τους Τούρκους και η δεύτερη, ας μου επιτραπεί να το αναφέρω, από τους «ορθολογιστές» κομμουνιστές),
  • οι αγίες μεγάλες πνευματικές μητέρες της Ρωσίας Δωροθέα και Άννα του Κασίν, Παρασκευή του Πινέγκα, Αθανασία Λογκάτσεβα, οι διά Χριστόν σαλές αγίες Πελαγία Ιβάνοβνα, Ξένη της Πετρούπολης, κ.π.ά.
  • οι σύγχρονες αγίες Μητέρες Μεθοδία της Κιμώλου (1908), Πελαγία της Καλύμνου, Σοφία η «ασκήτισσα της Παναγιάς» (1974, Καστοριά), Ταρσώ η διά Χριστόν σαλή (Κερατέα Αττικής 1989), Γαβριηλία Παπαγιάννη (1993), Μαρία Σκόμπτσοβα, μάρτυρας του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης Ράβενσμπουργκ (πήρε τη θέση άλλης για να τη σώσει), κ.π.ά.,
  • Ας αναφέρουμε και μερικές αγίες μητέρες αγίων, που εκπλήρωσαν με τον καλύτερο τρόπο την ύψιστη αποστολή της μητρότητας: ανέθρεψαν θεούς. Ανάμεσά τους βρίσκονται η αγία Ευβούλη, μητέρα του γιατρού αγίου Παντελεήμονα, η αγία Άννα, μητέρα του προφήτη Σαμουήλ, η αγία Θεοδότη, μητέρα των αγίων γιατρών Κοσμά και Δαμιανού των Αναργύρων, η αγία Εμμέλεια, μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου, η αγία Νόννα, μητέρα του μεγάλου ποιητή αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η αγία Ανθία, μητέρα του αγίου Ελευθερίου, η μητέρα του αγίου Μελίτωνα, ενός από τους 40 Μάρτυρες της Σεβάστειας (δεν σώζεται το όνομά της), η αγία Σοφία, μητέρα των αγίων μαρτύρων Πίστης, Ελπίδας και Αγάπης, η αγίες της Ρωσίας Βαρβάρα του Ογιάτ (μητέρα του μεγάλου άφθαρτου και μυροβλύτη αγίου Αλεξάνδρου του Σβιρ), η αγία Ειρήνη του Κόζμπιν, μητέρα του αγίου Μακαρίου του Κολιαζίν, η αγία Βαρσανουφία, μητέρα του αγίου Φιλίππου της Μόσχας (του μάρτυρα, που θανατώθηκε από τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό επειδή αντέδρασε στην αιματηρή βασιλεία του), οι αγίες Ιουλιανή και Ναταλία, μητέρες των αγίων Νικολάου Κοβάνωφ και Ιωάννη της Οστιούγκα, η αγία Ιουλιανή του Μούρομ, που ανάθρεψε πολλά παιδιά κι εγγόνια, κ.π.ά. (βλ. λεπτομέρειες για τις αγίες της Ρωσίας γενικότερα στο Η Θηβαΐδα του Βορρά, μτρφ.-έκδ. Πέτρου Μπότση, σελ. 253-285).
  • Υπάρχουν επίσης ζεύγη αγίων συζύγων, όπως οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα (γονείς της Παναγίας), Ζαχαρίας και Ελισάβετ (γονείς του Προδρόμου), Ακύλας και Πρίσκιλλα (συνεργάτες του απ. Παύλου) Πολυχρονία και Γερόντιος (γονείς του αγίου Γεωργίου), οι άγιοι Θεοπίστη και Ευστάθιος, που μαρτύρησαν μαζί με τα παιδιά τους, τους αγίους Αγάπιο και Θεόπιστο, οι άγιοι Ξενοφών και Μαρία, που γιορτάζουν επίσης μαζί με τα παιδιά τους, τους αγίους Αρκάδιο και Ιωάννη, οι άγιοι Κύριλλος και Μαρία (γονείς του μεγάλου Ρώσου αγίου Σεργίου του Ραντονέζ), οι άγιοι Χρύσανθος και Δαρεία, Αδριανός και Ναταλία και αμέτρητοι άλλοι.

Όλες αυτές οι αγίες τιμήθηκαν και τιμώνται από τους χριστιανούς, άντρες και γυναίκες, υμνούνται από επισκόπους, εγκωμιάζονται από Πατέρες της Εκκλησίας (ο Χρυσόστομος π.χ. έχει γράψει πολλές ομιλίες για αγίες –ο ίδιος, αν και συκοφαντείται ως «μισογύνης», περιστοιχιζόταν από πολλές γυναίκες συνεργάτιδες, όπως τις αγίες Πενταδία, Αμπρούκλα, Ολυμπιάδα, για την οποία έγραψε και επικήδειο εγκώμιο, κ.λ.π.), βιογραφήθηκαν από άντρες και οι βιογραφίες τους διαβάζονταν στην Εκκλησία, κατά την ημέρα τιμής της μνήμης τους. Οπωσδήποτε μάλιστα (και σήμερα ακόμη) διαβάζονται στα μοναστήρια, και στα ανδρικά, ως απαραίτητες για τη θεολογική κατάρτιση και των ανδρών μοναχών, στους οποίους, αντίθετα από κάποιους ισχυρισμούς, ουδέποτε υπήρξε μισογυνισμός.

 

3. Άντρες για γυναίκες

Ως προς την αντιμετώπιση της γυναίκας από τους «θεσμικούς φορείς» της Εκκλησίας (επισκόπους και συνόδους), ας δώσουμε μερικά «λιανά δείγματα»:

 

α) Από την Εύα στην 4η Οικουμενική Σύνοδο

Η 4η Οικουμενική Σύνοδος (451 μ.Χ.), δηλαδή η «αφρόκρεμα των επισκόπων» της Εκκλησίας, μετά τις συζητήσεις της, αποφάσισε να λάβει τη γνώμη μιας γυναίκας, δίνοντάς της την τελευταία και καθοριστική «ψήφο». Η γυναίκα αυτή είναι η αγία μεγαλομάρτυς Ευφημία, το άφθαρτο λείψανο της οποίας φυλάσσεται (και σήμερα ακόμη) στην Κωνσταντινούπολη. Τοποθέτησαν λοιπόν στο ιερό λείψανο ένα ορθόδοξο και ένα μονοφυσιτικό δογματικό κείμενο, ώστε με μια «θεοσημία» να καταδειχτεί ποιο από τα δύο εκφράζει τη χριστιανική αλήθεια. Ο τάφος σφραγίστηκε και το πρωί στα χέρια της η αγία κρατούσε το ορθόδοξο κείμενο, ενώ το μονοφυσιτικό είχε πέσει στα πόδια της. Το γεγονός αναφέρεται στην επιστολή της συνόδου προς τον πάπα Λέοντα, επομένως είναι αδιαμφισβήτητο. Αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι ολόκληρη Οικ. Σύνοδος δεν απαξίωσε, αλλά αντίθετα θεώρησε απαραίτητο, να ζητήσει τη γνώμη μιας γυναίκας.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι η αγία και δικαία Εύα η Προμήτωρ (η πρωτόπλαστη). Η Εύα δεν «αναθεματίζεται» από τους Πατέρες, έστω κι αν συχνά προβάλλεται ως παράδειγμα επιπολαιότητας προς αποφυγήν. Αντίθετα, εικονίζεται στους ναούς μας με φωτοστέφανο (καθώς και στην παράσταση «Η Ετοιμασία του Θρόνου», μέρος της εικόνας των Αγίων Πάντων) και τιμάται, μαζί με τον Αδάμ και όλους τους προ Χριστού αγίους την Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα («Κυριακή των Προπατόρων»).

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (8ος αι.), ανθολογεί αρκετά αποσπάσματα της Αγίας Γραφής περί γυναικών (P.G. 95, 1312 κ.εξ., όχι μόνον αρνητικά, αλλά και «περί γυναικός ανδρείας και σώφρονος») και εκεί καταγράφεται στη συνέχεια μια ομιλία του για την επιρροή της Εύας προς τον Αδάμ κατά το προπατορικό αμάρτημα. Απομονώνοντας κάποιες φράσεις από αυτό (αναφορές στην «πονηρή» και αυτάρεσκη γυναίκα), μπορεί κάποιος να συκοφαντήσει τον άγιο ως μισογύνη. Δείτε όμως πώς ολοκληρώνει την ομιλία (P.G. 95, 1332): «Αλλά μηδείς, παρακαλώ, του λοιπού λοιδορείτω την Εύαν. Η γαρ αγία Θεοτόκος την ύβριν αυτής απεγράψατο» («Αλλά κανείς, σας παρακαλώ, να μην κατηγορεί πια την Εύα, γιατί η αγία Θεοτόκος εξαφάνισε την αμαρτία της»). Και συνεχίζει: «Ει γαρ και ατακτήσασα συνόμιλος τω όφει γέγονεν, αλλ’ όμως διά της τεκνογονίας το άλγος της ανομίας απέθετο, καθώς και ο Απόστολος εμνημόνευσεν λέγων, Η γυνή απατηθείσα εν παραβάσει γέγονεν, σωθήσεται δε διά της τεκνογονίας». Επομένως η Εύα είχε συγχωρεθεί πολύ πριν την Παναγία, μέσω της μητρότητας!

Η Παναγία είναι η «Νέα Εύα» (στις εικόνες η Εύα φοράει κόκκινα ρούχα, όπως η Παναγία) και ο Χριστός ο «Νέος Αδάμ». Κατά τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο με τη γέννηση του Νέου Αδάμ από τη Νέα Εύα έκλεισε ο κύκλος της δημιουργίας του ανθρώπου και θεμελιώθηκε θεολογικά η ισότητα των δύο φύλων, ώστε να μην αυταπατάται το ανδρικό («ίνα μη μέγα φρονήση ο Αδάμ») ότι το γυναικείο γένος «του χρωστάει κάτι» [Εις το γενέθλιον του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, λόγος 2, έκδ. σειρά «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας» (ΕΠΕ), εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1984, τ. 35, σελ. 474-476].

Το σκεπτικό αρχίζει από τον απόστολο Παύλο, τον πρώτο γνωστό σε μένα αρχαίο συγγραφέα που υποστήριξε και μάλιστα με θεολογικά επιχειρήματα την ισοτιμία ανδρών και γυναικών (άσχετα από το τι λένε οι διάφοροι, ας μου επιτραπεί, ημιμαθείς ή προπαγανδιστές). Το προς Γαλάτας 3, 28 («ουκ ένι άρσεν και θήλυ…»), αρκεί για να λύσει κάθε παρεξήγηση, όταν βέβαια υπάρχει νους και ειλικρίνεια.

Στην Α΄ προς Κορινθίους λοιπόν (11, 2-12) ο Παύλος έχει πει ότι οι γυναίκες πρέπει να καλύπτουν την κεφαλή τους κατά τη διάρκεια της λατρείας, για να δείχνουν ότι «έχουν κεφαλή» (τον άντρα τους), όπως και ο άντρας έχει κεφαλή: το Χριστό. «Ο άντρας είναι εικόνα και δόξα του Θεού και η γυναίκα είναι δόξα του άντρα». «Η γυναίκα έγινε από τον άντρα και για τον άντρα και όχι ο άντρας από τη γυναίκα και για τη γυναίκα» λέει (δηλαδή η Εύα από την πλευρά του Αδάμ)!

Προσθέτει όμως αμέσως το ερμηνευτικό κλειδί, που προστατεύει από παρανοήσεις σε βάρος της γυναίκας (σαν αυτές που απολαμβάνει να κάνει ο εν λόγω συντάκτης): ναι, αυτό ορίζει ο νόμος και αυτό επιβάλλουν οι ατυχείς κοινωνικές περιστάσεις, αλλά προσοχή: «όμως, ούτε άνδρας χωρίς γυναίκα ούτε γυναίκα χωρίς άνδρα εν Κυρίω. Γιατί, όπως υπάρχει η γυναίκα από τον άντρα» (η Εύα από τον Αδάμ), «έτσι και ο άντρας από τη γυναίκα, και όλα από το Θεό». Εδώ είτε εννοεί τη γέννηση κάθε άντρα από τη μητέρα του είτε τη γέννηση του 2ου Αδάμ, του Χριστού, από τη «Νέα Εύα», την Παναγία.

Σχετικά παραπέμπω στη διδακτορική διατριβή του καθηγητή Απόστολου Μπουρνέλη (σήμερα διευθυντή της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Σχολής Κρήτης) Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, έκδ. Ηράκλειο Κρήτης 2004, όπου και πλούσια βιβλιογραφία για το θέμα, αληθινά επιστημονική και όχι «προπαγανδιστική», υπέρ ή κατά. Σταχυολογώ από εκεί μερικές αναφορές: Ο Θεοδώρητος Κύρου, κατηγορεί τους άντρες νομοθέτες ότι «της ισότητος ουκ εφρόντισαν» (ομιλία στην Α΄ Κορινθίους). Το ίδιο και άλλοι, όπως ο Αστέριος Αμασίας (ομιλία στο κατά Ματθαίον), ο Θεόδωρος Μοψουεστίας (ερμηνεία στον προφήτη Μαλαχία), ο μέγας Βασίλειος (Εις την μάρτυρα Ιουλίττα, Εις τον α΄ ψαλμόν κ.λ.π.), ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (Περί της του ανθρώπου γενέσεως) κ.ά.

Κάπως αναλυτικότερα: Αγίου Γρηγόριου Νύσσης, (PG 30, 33C): «Και η γυναίκα έχει το «κατ' εικόνα Θεού» και ο άνδρας. Διότι είναι πλασμένες όμοιες οι φύσεις τους, και ίσες οι πράξεις τους και ίσες οι αμοιβές και ίση η τιμωρία τους. [...] Ξεπερνάει πολύ τον άντρα η γυναικεία φύση ως προς το καλό και την καρτερία» («...και η γυνή έχει το “κατ’ εικόνα Θεού” γεγενήσθαι, και ο ανήρ [...] Όμοιαι γαρ αι φύσεις αμφοτέρων επλάσθησαν, και ίσαι τούτων αι πράξεις, ίσα τα έπαθλα, ίση η τούτων καταδίκη. Μη γαρ προφασιζέσθω το ασθενέστερον η γυνή˙ εν γαρ τη σαρκι τούτο˙ η μέντοι ψυχή επίσης τη ανδρεία την οικείαν έσχηκε δύναμιν. Επειδή ουν ομότιμον το “κατ’ εικόνα Θεού” ειλήφασιν, ομότιμον έχουσι και την αρετήν, και την των αγαθών έργων επίδειξιν...Υπεραίρει γαρ πολύ  και την ανδρείαν φύσιν η του θήλεος περί το εντατικόν του καλού και καρτερικόν»).

Μεγάλου Βασίλειου, Εις την μάρτυρα Ιουλίταν (PG 31, 241A): «Από τον κτίστην [το Θεό] η γυναίκα έγινε έτσι, ώστε εξίσου με τον άντρα να δέχεται την αρετή. Και πράγματι, δεν είμαστε καθ' όλα συγγενείς με τους άντρες;»  («Αρετής δεκτικόν το θήλυ ομοτίμως τω άρρενι παρά του κτίσαντος γέγονε. Και τι γαρ ή συγγενείς τοις ανδράσι δια πάντων εσμέν;»).

Κλήμεντος του Αλεξανδρέα, Παιδαγωγός, 1, 4, 10, 1 (Sources Chretiennes. T. 1-226) «...ανδρός και γυναικός...αναπνοή, όψις, ακοή, γνώσις, ελπίς, υπακοή, αγάπη, όμοια πάντα˙ ων δε κοινος μεν ο βίος, κοινή δε η χάρις, κοινή δε και η σωτηρία, κοινή τούτων καί η αρετή και η αγωγή....κοινόν ουν και τούνομα ανδράσιν και γυναιξίν ο άνθρωπος».

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, σημειωτέον, έγραψε και το διάλογο Περί ψυχής και αναστάσεως, όπου καταγράφει την τελευταία συζήτησή του με την αδελφή του αγία Μακρίνα, λίγο πριν την κοίμησή της. Υπ’ όψιν ότι σε κανένα προχριστιανικό διάλογο (πλατωνικό π.χ., αλλά κι άλλοι έγραψαν διαλόγους) δεν περιλαμβάνεται γυναίκα ως πρόσωπο του διαλόγου (ακόμη και η περίφημη Διοτίμα του πλατωνικού Συμποσίου δεν είναι πρόσωπο του διαλόγου, αλλά τη γνώμη της μεταφέρει ως ανάμνηση ο Σωκράτης). Στο διάλογο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης η γυναίκα όχι μόνο συμμετέχει, αλλά και διδάσκει τον άντρα (δες το έργο εδώ: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/grhgorios_nysshs_ta_makrineia.htm).

Ας μην ξεχνάμε και το Συμπόσιον των δέκα παρθένων, θεατρικό έργο με αποκλειστικά γυναικείους χαρακτήρες, του αγίου Μεθοδίου Πατάρων (4ος αι.).

 

β) Άγιοι και Πατέρες

Λίγα δειγματάκια ακόμη:

 

1) Απόστολος Παύλος.

«…Ο άνδρας να προσφέρει στη γυναίκα την εύνοια που της οφείλει, το ίδιο και η γυναίκα στον άνδρα [εννοεί την συζυγική αγάπη, που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει και την ερωτική ένωση των δύο συζύγων, όπως φαίνεται αμέσως παρακάτω]. Η γυναίκα δεν εξουσιάζει το σώμα της, αλλά ο άνδρας. ομοίως, και ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά η γυναίκα. Μη στερείτε ο ένας τον άλλον [ενν. από την ερωτική πράξη –επειδή συχνά, και μάλιστα την εποχή εκείνη, τα μέλη θρησκευτικών ομάδων τηρούσαν υποχρεωτική ασκητική εγκράτεια μέσα στο γάμο, επειδή θεωρούσαν το σώμα κακό (άποψη που απορρίφθηκε αμέσως από το χριστιανισμό)], εκτός αν το κάνετε με κοινή συμφωνία προσωρινά, για να αφοσιώνεστε στην προσευχή και τη νηστεία, και πάλι να σμίγετε, για να μη σας πειράζει ο διάβολος για τη μικρή αντοχή σας. […] Εάν ένας χριστιανός έχει γυναίκα άπιστη [=ειδωλολάτρισσα], και αυτή συμφωνεί να μείνει μαζί του, να μην τη χωρίσει. και γυναίκα εάν έχει άνδρα άπιστο και αυτός συμφωνεί να μείνει μαζί της, να μην τον χωρίσει. Γιατί ο άπιστος άνδρας έχει αγιαστεί μέσα από τη γυναίκα και η γυναίκα η άπιστη έχει αγιαστεί μέσα από τον άνδρα […]. Εάν ο άπιστος θέλει να χωρίσει, ας χωρίσει. Δεν είναι δεσμευμένος ο αδελφός ή η αδελφή σε κάτι τέτοιο. Ο Θεός μας έχει καλέσει εν ειρήνη. Γιατί, πού ξέρεις, γυναίκα, αν δεν σώσεις τον άντρα; Ή πού ξέρεις, άνδρα, αν δεν σώσεις τη γυναίκα;…» (Α΄ επιστολή προς Κορινθίους, 7, 3-16).

[Εκτός των άλλων, φαίνεται εδώ ότι και η γυναίκα μπορούσε να χωρίσει τον άντρα της με τη δική της θέληση, όπως και ο άντρας τη γυναίκα.]

 

2) Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος [Ομιλία που εκφωνήθηκε στην ΚΠολη ενώπιον του αυτοκράτορα Μ. Θεοδοσίου και πολλών αρχόντων, με αφορμή την ανισότητα κατά των γυναικών στη νομοθεσία].

«Δε δέχομαι αυτή τη νομοθεσία, δεν επαινώ την (κοινωνική) συνήθεια. Οι νομοθέτες ήταν άνδρες, γι’ αυτό η νομοθεσία είναι κατά των γυναικών. Γι’ αυτό και δώσανε τα παιδιά στην εξουσία του πατέρα, αφήνοντας χωρίς φροντίδα το ασθενέστερο [σ.σ.: τη μητέρα ίσως εννοεί].

Ο Θεός όμως δε φέρθηκε έτσι, αλλά (είπε) “τίμα τον πατέρα  σου και τη μητέρα σου, για να ζήσεις καλά”, που είναι η πρώτη εντολή στην παλαιά διαθήκη. […] Βλέπετε την ισότητα της νομοθεσίας. Ένας δημιουργός του άντρα και της γυναίκας, ένα χώμα και οι δυο, μία εικόνα (του Θεού), ένας νόμος, ένας θάνατος, μία ανάσταση. Ομοίως, γίναμε και από άντρα και από γυναίκα. Ένα χρέος οφείλεται από τα παιδιά στους γονείς. Πώς λοιπόν εσύ απαιτείς σωφροσύνη (συζυγική πίστη) από τη γυναίκα σου, ενώ ο ίδιος δεν την προσφέρεις; Πώς ζητάς χωρίς να δίνεις; Πώς νομοθετείς άνισα για σώμα ισότιμο με το δικό σου;

Αν εξετάζεις τα χειρότερα, δες: αμάρτησε η γυναίκα (Εύα), το ίδιο και ο Αδάμ. Και τους δύο τους εξαπάτησε ο όφης. Δε βρέθηκε ο ένας πιο αδύναμος και ο άλλος πιο δυνατός. Αλλά εξετάζεις τα καλύτερα; Και τους δύο τους σώζει ο Χριστός με τα πάθη του. Έγινε άνθρωπος για τον άνδρα; Το ίδιο και για τη γυναίκα… Λέγεται ότι προέρχεται [ο Χριστός] από το σπέρμα Δαβίδ. Νομίζεις ενδεχομένως ότι με αυτό τιμάται ο άντρας; Γεννάται όμως από την Παρθένο και αυτό είναι υπέρ των γυναικών» (Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΖ΄, 6-7).

[Εδώ φαίνεται και ότι ο άγιος θεωρεί τους νόμους προϊόν κοινωνικών συνθηκών και όχι κάτι με «θεϊκή αυθεντία», κάτι που η «φωτισμένη» Δύση «ανακάλυψε» μόλις περί το 17ο αιώνα].

 

3) Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «όμοιες είναι όλες οι ψυχές και των ανδρών και των γυναικών˙ μόνο τα μέλη του σώματος είναι διαφορετικά» («όμοιαι πάσαι αι ψυχαί εισιν ανδρών τε και γυναικών˙ τα γαρ μέλη του σώματος διακέκρινται μόνον», Κατηχήσεις, 20, P.G. 33, 480C).

 

4) Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Α) P.G., 51, 190 (Εις το, Ασπάσαθε Πρίσκιλλαν και Ακύλαν): «Υπάρχει και άλλη ωφέλεια εδώ, όχι μικρότερη, που μάλιστα, όταν κατορθωθεί, διαπερνά όλη τη ζωή μας. Ποια είναι; το να μην κατηγορεί κάποιο το γάμο, ούτε να νομίζει εμπόδιο και κώλυμα στο δρόμο της αρετής το να έχει γυναίκα και να ανατρέφει παιδιά και να κυβερνά σπίτι και να ασκεί τέχνη. Ορίστε και εδώ, άντρας και γυναίκα, και διοικούν εργαστήρια και ασκούν επάγγελμα και όμως αναδείχθηκαν πολύ φιλοσοφικότεροι [εννοεί αγιότεροι] από εκείνους που ζουν στα μοναστήρια».

Β) P.G., 51, 191-192 (στο ίδιο έργο). Ο άγιος εξετάζει το νόημα της αναφοράς του Παύλου πρώτα στην Πρίσκιλλα και έπειτα στον Ακύλα.

Αξίζει να εξετάσουμε και το άλλο, για ποιο λόγο ανέφερε πρώτα την Πρίσκιλλα και μετά τον άνδρα (της). Γιατί δεν είπε «Χαιρετίστε τον Ακύλαν και την Πρίσκιλλαν», αλλά «την Πρίσκιλλαν και τον Ακύλαν». Δεν το έκανε χωρίς λόγο, αλλά, νομίζω, επειδή ήξερε ότι η εκείνη ήταν ευλαβέστερη από τον άνδρα της. Και αυτό δεν είναι απλή υπόθεση, αλλά φαίνεται και από το βιβλίο των Πράξεων των αποστόλων: τον Απολλώ, άνδρα μορφωμένο και καλό γνώστη της Αγίας Γραφής, που γνώριζε μόνο το βάπτισμα του Ιωάννου [του Προδρόμου, δηλ. δεν ήξερε το χριστιανικό βάπτισμα], αυτή τον πήρε και τον κατήχησε στην οδό του Θεού και τον ανέδειξε διδάσκαλο πλήρως καταρτισμένο.

Βλέπετε, οι γυναίκες που περιέβαλλαν τους αποστόλους δεν είχαν τις ίδιες έγνοιες με τις σημερινές, να ντύνονται πολυτελώς, να καλλωπίζονται με βαφές και να αγχώνουν τους συζύγους τους αναγκάζοντάς τους να τους αγοράσουν φορεσιά πολυτελέστερη από της και λευκούς ημίονους και χρυσόπαστους χαλινούς, να υπηρετούνται από ευνούχους και μια μεγάλη ομάδα υπηρετριών και κάθε άλλη γελοία φαντασίωση.  Αλλά απορρίπτοντας όλα αυτά και αποβάλλοντας τον πόθο της πολυτέλειας, ένα μόνο ζητούσαν, να συμμετάσχουν στο έργο των αποστόλων.

Τέτοια δεν ήταν μόνον εκείνη [η Πρίσκιλλα], αλλά και όλες οι υπόλοιπες. Διότι μιλάει και για κάποια Περσίδα, «η οποία πολύ κοπίασε για μας», και κάποια Μαρία και κάποια Τρύφαινα θαυμάζει γι’ αυτούς τους κόπους, ότι κοπίαζαν μαζί με τους αποστόλους και επιδίδονταν τους ίδιους αγώνες.

Τότε πώς γράφει στον Τιμόθεο «Δεν επιτρέπω σε γυναίκα να διδάσκει, ουδέ να καθοδηγεί τον άντρα»; (Αυτό ισχύει) όταν και ο άντρας είναι ευλαβής και διαθέτει την ίδια πίστη και μετέχει στην ίδια σοφίας. Όταν όμως είναι άπιστος ή πλανημένος, δεν της αποστερεί την αυθεντία της διδασκαλίας. Γιατί γράφει στους Κορίνθιους: «Και γυναίκα που έχει άνδρα άπιστο, ας μην τον αφήσει, γιατί, που ξέρεις, γυναίκα, αν δε σώσεις τον άνδρα»; Πώς θα έσωζε η πιστή γυναίκα τον άπιστο άνδρα; Διδάσκοντάς τον και οδηγώντας τον προς την πίστη, όπως και τον Απολλώ η Πρίσκιλλα.

Γ) P.G., 51, 219 (Εις το, Γυνή δέδεται νόμω, εφ’ όσον χρόνον ζη ο ανήρ αυτής…). Ο άγιος ζητά από τους άνδρες να μην «απολύουν» (διώχνουν) τη γυναίκα τους, έστω κι αν εκείνη έχει πολλά ελαττώματα. Θεωρεί το γάμο αδιάλυτο, εκτός από πορνεία, δηλ. μοιχεία (κατά το Ευαγγέλιο, όπου ο Ιησούς αναφέρεται σε διάταξη του μωσαϊκού νόμου). Κι αυτό όμως ακόμη (το διαζύγιο λόγω μοιχείας) θεωρεί ότι επετράπη κατ’ ανάγκην, λόγω της ανθρώπινης σκληρότητας και ο Χριστός, με τη θυσία Του, το σχετικοποίησε και αυτό! (Καλύτερα λοιπόν να μη χωρίζει ο άντρας τη γυναίκα του ακόμη κι όταν μοιχεύσει). Και συνεχίζει:

«Άλλωστε, ούτε ο Μωϋσής το νομοθέτησε εξ αρχής, αλλ’ αναγκαζόμενος λόγω της αδυναμίας του λαού. Επειδή ήταν πάντα έτοιμοι να διαπράττουν φόνους και γέμιζαν τα σπίτια με συγγενικό αίμα, χωρίς να λυπούνται ούτε τους δικούς τους ούτε τους ξένους. Για να μην κατασφάζουν λοιπόν τις γυναίκες, όρισε να τις χωρίζουν, αποτρέποντας το σοβαρότερο κακό, την “περί τας σφαγάς ευκολίαν”».

Με την ιδέα αυτή συμφωνεί και ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (Επιστολή οστ΄, στο P.G., 78, 784), γράφοντας ότι ο Μωϋσής «συνεχώρησε μάλλον ή διηγόρευσεν» (ανέχτηκε περισσότερο παρά διέταξε) το διαζύγιο λόγω μοιχείας, για να αποτρέψει τους φόνους των γυναικών από τους «ατιμασμένους» συζύγους. Ο Χριστός όμως, αν και ανέχτηκε αυτή τη διάταξη «διά την σκληροκαρδίαν» των ανδρών (Ματθ. 19, 8), «πάντα τα άλλα ελαττώματα των γυναικών φέρειν προσέταξε» (διέταξε να ανέχονται οι άντρες όλα τα άλλα ελαττώματα των γυναικών).

Δ) P.G., 51, 220-222 (Χρυσόστομος, στο ίδιο). Για την εγκατάλειψη της γυναίκας από τον άνδρα προσθέτει: «Αν αυτό ήταν καλό [το να χωρίζει ο άνδρας τη γυναίκα του κατά βούλησιν] δε θα δημιουργούσε έναν άνδρα και μία γυναίκα, αλλά έναν τον Αδάμ και δύο γυναίκες, ώστε, αν ήθελε, να διώξει τη μία και να πάρει την άλλη. Όμως διά του τρόπου της δημιουργίας εισήγαγε τον νόμο, στον οποίο αναφέρομαι. Δηλαδή ποιον;

Τη γυναίκα που σου έτυχε από την αρχή, την ίδια να έχεις μέχρι το τέλος. […] Ο δε προφήτης Μαλαχίας το φανερώνει πολύ σαφέστερα από το Μωϋσή, ή μάλλον δε όχι ο Μαλαχίας, αλλά ο Θεός διά του Μαλαχία, λέγοντας: «Είναι άξιο να εγκρίνω τις θυσίες σας και να δεχτώ τα δώρα σας;». Και κατόπιν: «Για ποιο λόγο εγκατέλειψες τη γυναίκα της νεότητας σου;» και δείχνοντας πόσο κακό είναι και στερώντας από κάθε δικαιολογία εκείνον που το διαπράττει, βαρύνει την κατηγορία προσθέτοντας τα εξής: «Αυτή είναι σύντροφός σου και γυναίκα της διαθήκης σου, και εγκατάλειμμα του πνεύματός σου, και δεν τη δημιούργησε άλλος». Κοίταξε πόσα δικαιώματα (της συζύγου) παραθέτει. Πρώτο το της ηλικίας: «γυναίκα της νεότητας σου». Έπειτα το της ανάγκης [δηλ. πόσο ο άντρας χρειάζεται τη γυναίκα]: «Αυτή είναι σύντροφός σου». Έπειτα τον τρόπο της δημιουργίας: «Εγκατάλειμμα πνεύματός σου».

Και επί πλέον, το σπουδαιότερο, την αξίωση του Δημιουργού: «δεν τη δημιούργησε άλλος». Δε μπορείς να πεις, δηλαδή, ότι εσένα σε δημιούργησε ο Θεός, ενώ εκείνη όχι, αλλά ένας άλλος, κατώτερος. Ένας και ο ίδιος έφερε στην ύπαρξη και τους δύο. Ώστε, κι αν δεν πειστείς από κάτι άλλο, να τραπείς Αυτόν και να διαφυλάξεις την αγάπη προς εκείνη. […] Γι’ αυτό παρακαλώ και δέομαι, ούτε άντρες να διώχνουν γυναίκες, ούτε γυναίκες να εγκαταλείπουν άντρες…».

Ε) P.G. 51, 225 κ.εξ. (Εγκώμιον εις Μάξιμον, και περί του ποίας άγεσθαι γυναίκας). Ο άγιος αναφέρεται στο γάμο του Νυμφίου Ιησού με την νύμφη/ανθρώπινη φύση (που ήταν άσχημη και γηρασμένη κ.τ.λ.). Αναφέρεται στα λόγια του Παύλου «καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής…» (έτσι να αγαπάτε τη γυναίκα σας) κ.τ.λ. Και συνεχίζει:

«Ώστε και αν πρέπει να πεθάνεις υπέρ των γυναικών, μη διστάσεις. Διότι, αν ο Κύριος αγάπησε τόσο τη δούλη [ενν. ο Χριστός την παρακμασμένη ανθρωπότητα], ώστε να παραδώσει τον εαυτό της για χάρη της, πολλώ μάλλον εσύ πρέπει να αγαπάς το ίδιο τη συνάνθρωπό σου» (P.G. 51, 228).

Επιχειρηματολογεί αποτρέποντας τους άντρες να διώχνουν τη γυναίκα τους, ακόμη και αν τους κάνει τη ζωή δύσκολη (έχει πει στην αρχή ότι, αν λάβεις «γυναίκα πονηράν», θα την έχεις διά παντός): «Όπως, όταν εμφανιστεί μια αρρώστια στο σώμα μας, δεν ακρωτηριάζουμε το μέλος, αλλά διώχνουμε το νόσημα, έτσι (να) κάνουμε και με τη γυναίκα. Αν γίνει απ’ αυτήν κάτι κακό, μη διώξεις τη γυναίκα, αλλά την κακία. Και υπόψιν ότι το να διορθωθεί η γυναίκα είναι εφικτό [σ.σ.: δεν εννοεί με τη βία, όπως έχει φανεί από τα προηγούμενα], ενώ το άρρωστο μέλος πολλές φορές είναι αδύνατο να θεραπευτεί» (P.G. 51, 228).

Στ) P.G. 51, 213-215. Δείτε τι γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προς τους άντρες συζύγους που, παράλληλα προς τη σχέση με τη γυναίκα τους, επισκέπτονται πορνεία. Παίρνει αφορμή από τα λόγια του αποστόλου Παύλου στην Α΄ προς Κορινθίους, κεφ. 7, στ. 3: «Ο άνδρας να προσφέρει στη γυναίκα την εύνοια [=συζυγική αγάπη] που της οφείλει, το ίδιο και η γυναίκα στον άνδρα». Και λέει:

«Το σώμα του άνδρα δεν ανήκει στον άνδρα, αλλά στη γυναίκα (του). Ας της διατηρεί λοιπόν ακέραιο το κτήμα και ούτε να της το μειώνει ούτε να της το καταστρέφει. … Αφού λοιπόν το σώμα του άνδρα είναι κτήμα της γυναίκας, ας δείξει αυτός το ενδιαφέρον του για τη διαφύλαξη αυτής της παρακαταθήκης. Το ότι βέβαια αυτό εννοεί (ο Παύλος) αποδεικνύεται από το εξής: Αφού είπε «ας αποδίδει τη συζυγική αγάπη», πρόσθεσε: «Η γυναίκα δεν εξουσιάζει το σώμα της η ίδια, αλλά ο άνδρας της. Παρόμοια και ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά η γυναίκα του» [Α΄ Κορ. ζ΄ 4]. Όταν λοιπόν δεις μια πόρνη να σε δελεάζει, να σκέπτεται το κακό σου, να επιθυμεί το σώμα σου, πες της: «Δεν είναι δικό μου το σώμα, αλλά της γυναίκας μου. Δεν τολμώ να το σφετερισθώ ούτε να το παραδώσω σε άλλη γυναίκα». Το ίδιο ας κάνει και η γυναίκα…

»Διότι η γυναίκα σου δεν ήλθε σε σένα για να ατιμάζεται, δεν εγκατέλειψε πατέρα και μητέρα και όλο το σπίτι της για να προσβάλλεται … Την πήρες συνοδοιπόρο και σύντροφο της ζωής και ελεύθερη και ισότιμη. Πώς λοιπόν δεν είναι παράλογο να δείχνεις κάθε ενδιαφέρον, όταν παίρνεις την προίκα, χωρίς να αφήνεις να ελαττωθεί καθόλου, ενώ αυτό που είναι πιο πολύτιμο από όλη την προίκα, δηλ. τη σωφροσύνη [=σωματική αυτοσυγκράτηση] και τη σεμνότητα και το δικό σου σώμα, που είναι δικό της κτήμα, να το διαφθείρεις και να το μολύνεις; Εάν ελαττώσεις την προίκα, δίνεις λόγο στην πεθερό σου, εάν όμως μειώσεις τη σωφροσύνη θα δώσεις λόγο στο Θεό, ο οποίος εισήγαγε το γάμο και σου παρέδωσε τη γυναίκα».

Παρόμοια και «χειρότερα» λέει για τους άνδρες που απατούν τη γυναίκα τους γενικώς (όχι ειδικότερα στο πορνείο): βλ. P.G., 51, 215-216.

Ζ) Ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η κατάσταση της κοινωνικής ανισότητας άντρα και γυναίκας δεν είναι φυσική: «Όταν πλάστηκε η γυναίκα δεν υπετάγη εξ αρχής˙ ούτε όταν την παρουσίασε ο Θεός στον άνδρα αυτή άκουσε τίποτα τέτοιο από το Θεό, ούτε ο άνδρας είπε τίποτα τέτοιο προς αυτή˙ αλλά είπε: είναι οστό από τα οστά του και σάρκα από τη σάρκα του˙ πουθενά δεν της είπε τίποτε για εξουσία, ούτε για υποταγή» (Λόγος κστ', Εις την Α' Προς Κορινθίους, 3). Ο Χρυσόστομος απαγορεύει στους άντρες να χρησιμοποιούν τη σωματική τους δύναμη επί των γυναικών. «Μη γένοιτο [να δέρνεται η γυναίκα]˙ διότι αυτό είναι μέγιστη ατιμία, όχι γι’ αυτήν που δέρνεται αλλά γι’ αυτόν που δέρνει. […] Και τι λέγω εγώ για τη γυναίκα; Ούτε δούλη θα ήταν ανεκτό σε άνδρα ελεύθερο να χτυπά και να χειροδικεί εναντίον της. Και, αν είναι μεγάλη ντροπή για τον άνδρα να χτυπήσει δούλη [εδώ δεν λέει μόνο «για τον ελεύθερο»], πολλή περισσότερο το να σηκώσει το χέρι εναντίον ελεύθερης γυναίκας» (στο ίδιο, 10).

Η) Σε ιδιαίτερη ομιλία του «κατά της οργής», ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καταβάλλει κάθε προσπάθεια να πείσει τις κυρίες να μη δέρνουν τις υπηρέτριές τους («…μηδέ τύπτειν ασχημόνως δεσποίνας τας εαυτών θεραπαινίδας», αναφέρει ως θέμα της ομιλίας ο Δωρόθεος Σχολάριος στην Κλείδα της Ελληνικής Πατρολογίας). Μεταξύ άλλων όμως τονίζει: «Ουχ οράς πώς αισχρόν πράγμα γυναίκα τύπτεσθαι;» (=δε βλέπεις πόσο αισχρό πράγμα είναι να δέρνεται μια γυναίκα;). Και παρακάτω: «Αισχύνη γαρ ανδρί γυναίκα τύπτειν» (=διότι είναι ντροπή στον άνδρα να χτυπάει γυναίκα). Και παρακάτω: «Πάντα δε τα ελαττώματα των γυναικών φέρειν τους άνδρας προσέταξεν ο Θεός» (=όλα τα ελαττώματα των γυναικών πρόσταξε ο Θεός να ανέχονται οι άνδρες), P.G., 62, 109-110.

Θ) Έχουν κατηγορήσει τον Χρυσόστομο, πως δε βρίσκει τίποτε καλό στη γυναίκα. Να όμως τι λέει κάπου, αποστομώνοντας τους άντρες που κατηγορούν το γυναικείο φύλο: «Είναι αλήθεια ότι οι παρθένοι είναι περισσότεροι μεταξύ των γυναικών, η σωφροσύνη είναι μεγαλύτερη σ’ εκείνες˙ κανένα αισχρό λόγο δε θα μπορούσε η γυναίκα να προφέρει τόσο γρήγορα. Πές μου [άντρα], λοιπόν, γιατί αισχρολογείς εσύ; Μη μου πεις βέβαια, σε παρακαλώ, τα πολύ γνωστά, ότι δηλαδή το γένος των γυναικών είναι φιλόκοσμο [=λατρεύει τα στολίδια] και έχει το ελάττωμα αυτό. Αλλά και σ’ αυτό τις ξεπερνάτε εσείς οι άνδρες. [...] Δεν υπερηφανεύεται ο άνδρας τόσο για την χρυσή ζώνη όσο για το ότι η γυναίκα του φορεί χρυσά κοσμήματα. Συνεπώς είστε αίτιοι και δι' αυτό σεις. [...] Πολύ περισσότερον αρμόζει εις την γυναίκα να στολίζεται, παρά εις τον άνδρα. [...] Έχουν οι γυναίκες κάτι το ματαιόδοξο, αλλά αυτό είναι κοινό και στους άνδρες˙ είναι κάπως οργίλες, και αυτό είναι κοινό. Εκείνα όμως, στα οποία πλεονεκτούν, δεν είναι καθόλου κοινά» (Ομιλία ιγ', Εις την Προς Εφεσίους, 4).

Σε μια άλλη ομιλία του ο Χρυσόστομος θέλει να φέρει ως παράδειγμα μια σύζυγο που έχει όλα τα ψυχικά ελαττώματα, αν και διαπιστώνει ότι δε θα ήταν δυνατόν να υπάρξει τέτοια γυναίκα˙ ωστόσο, επειδή αντιλαμβάνεται ότι κάποιοι θα αναρωτηθούν γιατί διάλεξε μια φανταστική γυναίκα κι όχι έναν φανταστικό άντρα ως παράδειγμα, γράφει (Ομιλία λ', Εις το Κατά Ματθαίον, 5): «Υπάρχουν και άνδρες που είναι πολύ χειρότεροι από παρόμοια γυναίκα. Επειδή όμως έχει ανατεθεί η φροντίδα στους άνδρας, για τούτο κατ' αρχάς φανταζόμαστε γυναίκα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σ’ αυτήν πλεονάζει η κακία. Διότι είναι δυνατόν να βρει κανείς και πολλά ελαττώματα μεταξύ των ανδρών, τα οποία δεν υπάρχουν στις γυναίκες, όπως επί παραδείγματι ο φόνος [...] και πολλά παρόμοια. Μη νομίσετε λοιπόν ότι το κάνω αυτό για να εξευτελίσω το γυναικείο φύλο˙ δεν είναι δυνατόν να συμβαίνη αυτό, όχι δεν είναι».

Ι) Ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος καυτηριάζει την αμαρτωλή ανδρική φύση σε ομιλίες, όπως η Περί του πώς δει πολιτεύεσθαι, καθώς αναφέρει πολλά αντρικά αμαρτήματα. Δε διστάζει να παρομοιάσει τους άνδρες με άγρια θηρία που διψάνε για αίμα, εξαιτίας των αγαπημένων τους παραπτωμάτων, δηλαδή τη φιληδονία, την απανθρωπία, τη βία, την οργή, τη λαιμαργία και άλλα. Λέει στον άνδρα: «Για τη σωφροσύνη της γυναικός είσαι τόσο λεπτολόγος, ώστε γίνεσαι σχολαστικός και υπερβολικός και δεν της επιτρέπεις ούτε τις πλέον απαραίτητες εξόδους˙ στον εαυτό σου όμως νομίζεις ότι όλα επιτρέπονται. Δεν σου τα επιτρέπει όμως ο Παύλος, ο οποίος δίνει την ίδια εξουσία και στη γυναίκα» (Ομιλία Ζ' Εις το Κατά Ματθαίον, 7).

Βλέπετε πως ο άγιος ερμηνεύει τον Παύλο ως υποστηρικτή της ισοτιμίας των δύο φίλων και όχι ως υποτιμητικό προς τη γυναίκα, όπως δυστυχώς τον παρερμηνεύουν πολλοί σημερινοί (προκατειλημμένοι ή παραπληροφορημένοι) μελετητές του.

ΙΑ) Επίσης γράφει (Ομιλία κ' Εις την Προς Εφεσίους, 2): «Ποια σύζευξη υπάρχει, όταν η γυναίκα τρέμει τον άνδρα;». Και προσθέτει τα εξής εκπληκτικά (στο ίδιο, 6): «Ούτε ο άνδρας να πιστεύει εύκολα τα λεγόμενα εναντίον της γυναικός του. [...] Και αν ακόμη σε κατηγορεί η γυναίκα, να μη δυσανασχετείς˙ η ενέργειά της αυτή είναι δείγμα φιλίας, όχι απογνώσεως˙ οι κατηγορίες της είναι δείγμα θερμής φιλίας και θερμής διαθέσεως και φόβου»! Και ακόμη (στο ίδιο, 8): «Να αποδεικνύεις ότι εκτιμάς πάρα πολύ την επικοινωνία μαζί της και ότι θέλεις να βρίσκεσαι γι’ αυτήν περισσότερο στο σπίτι, παρά στην αγορά˙ και να την προτιμάς από όλους τους φίλους και τα παιδιά που γεννήθηκαν από αυτή, και αυτά να τα αγαπάς εξ αιτίας της». Λίγο νωρίτερα, έχει πει (στο ίδιο, 2): «να μην αποστραφείς τη γυναίκα εξ αιτίας της ασχήμιας της»!

 

5) Ο Μ. Βασίλειος πράγματι συμβουλεύει τη γυναίκα να μην αφήνει τον άντρα της, ακόμη κι αν τη χτυπά ή τη βρίζει ή είναι αλκοολικός κ.λ.π. Η συμβουλή αυτή υπάρχει και στο περίφημο έργο του «Εις την Εξαήμερον», και συγκεκριμένα η ομιλία ζ΄ (Περί ερπετών), την οποία βλ. στο: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/basil_the_great_six_days_of_creation.htm#_Toc94440745.

Όμως αμέσως μετά ο άγιος αναφέρει ότι ο άντρας που παντρεύεται, αν δεν αποβάλλει «το της ψυχής απηνές και απάνθρωπον» είναι χειρότερος από την έχιδνα – γιατί η έχιδνα «αποβάλλει το φαρμάκι της» όταν «έρχεται σε γάμο». Το ίδιο λέει και για τον άντρα που απατά τη γυναίκα του, γιατί η έχιδνα, κατά τον άγιο, σέβεται το ταίρι της και δε στρέφεται σε άλλα.

Ο λόγος αυτής της συμβουλής προς την ταλαιπωρημένη σύζυγο δεν είναι κάποιος «μισογυνισμός» (είδαμε τι λέει αντίστοιχα ο Χρυσόστομος στον άντρα), αλλά η εκ πείρας γνώση των αγίων ότι το να υπομένεις κακουχίες με τη θέλησή σου, συγχωρώντας μάλιστα εκείνον που σου τις προκαλεί, οδηγεί την καρδιά σου σε πλήρη κάθαρση και σε εκτοξεύει στην αγιότητα – κάνοντάς σε σύντομα απρόσβλητο από τα βάσανα. Αυτό φυσικά είναι ακατανόητο για πολλούς κοντόφθαλμους «ορθολογιστές», που επιμένουν να αγνοούν τι είναι η αγιότητα. Ανάλογα, η μακαρίτισσα η γιαγιά μου δεν καταλάβαινε την έννοια της γυμναστικής: πώς είναι δυνατόν να κουράζεσαι χωρίς να έχεις κάποια δουλειά; Φανταστείτε να μάθαινε ότι στις πόλεις, όχι μόνο πας στο γυμναστήριο και κουράζεσαι, αλλά… πληρώνεις κι από πάνω για να το κάνεις!...

Ας σημειώσουμε ότι ο κανόνας 77 του Μ. Βασιλείου ορίζει βαριά επιτίμια στον άντρα που εγκαταλείπει τη σύζυγό του και παίρνει άλλη, τον οποίο δέχεται στη θεία μετάληψη μόνο μετά από οκτώ χρόνια! «Αυτός που εγκαταλείπει τη νόμιμη γυναίκα του και παίρνει άλλη υπόκειται στο αμάρτημα της μοιχείας σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου. Έχει οριστεί με κανόνες λοιπόν από τους Πατέρες μας αυτοί για ένα χρόνο να τίθενται στην τάξη των «προσκλαιόντων», δύο χρόνια στην τάξη των «ακροωμένων», τρία χρόνια να μένουν στην τάξη των «υποπιπτόντων», τον έβδομο χρόνο να παρευρίσκονται ως «συνιστάμενοι» με τους πιστούς και τότε πια να θεωρούνται άξιοι της μετάληψης των θείων αγιασμάτων, αν μετανιώσουν με δάκρυα».

Εδώ πρέπει να επισημάνουμε (αν και πολλοί αρνούνται να το καταλάβουν, λόγω ιδεολογικών προκαταλήψεων) ότι οι κανόνες και τα επιτίμια δεν επιβάλλονται αλλά αναλαμβάνονται από τους χριστιανούς με τη θέλησή τους, όπως οι συμβουλές και οι συνταγές του γιατρού. Αν θέλω να μεταλάβω, παρά το επιτίμιο, θα πάω σε έναν άλλο ιερέα, που δε με γνωρίζει. Επίσης, αν είμαι άπιστος, θα γελάσω με το επιτίμιο – ή θα στείλω τα παπούτσια μου να τα αφορίσουν, για… να μη λιώσουν, όπως είχε πει ο μακαρίτης ο Λασκαράτος. Και φυσικά δεν πρόκειται να με πείσει κάποια «τρομοκρατία της κόλασης» (όπως θα σπεύσει να αντιτάξει κάθε «προοδευτικός» ορθολογιστής), γιατί είτε θα την υποβαθμίσω στη συνείδησή μου –«παραμύθια των παπάδων»– είτε η αδυναμία και ο εθισμός μου θα με νικήσουν κ.τ.λ. Ενάντια σ’ αυτή την αδυναμία και τον εθισμό ορίζονται στους ανθρώπους τα επιτίμια, όπως όλα τα πράγματα στο χριστιανισμό είναι ελεύθερα και προαιρετικά.

Για να καταλάβουμε καλύτερα τι συμβαίνει, ας θυμηθούμε ότι ο άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας στη «ιε΄ κανονική ερωταπόκρισή του» λέει ότι, «σύμφωνα με γνώμη πνευματική», οι άνδρες δεν επιτρέπεται να χωρίζουν ούτε σε περίπτωση γυναίκας δαιμονισμένης «δεμένης με αλυσίδες»!

«Ερώτηση: Αν η γυναίκα κάποιου δαιμονίζεται, ώστε να τη δένουν και με αλυσίδες, και ο άντρας της λέει ότι δεν μπορεί να είναι εγκρατής και θέλει να πάρει άλλη γυναίκα, πρέπει να πάρει άλλη ή όχι;

Απάντηση: Στην περίπτωση αυτήν υπάρχει κίνδυνος μοιχείας και δεν ξέρω τι ν' απαντήσω γι’ αυτό, ούτε βρίσκω τίποτε [δηλ. δε βρίσκει κάποιο παλαιότερο κανόνα για το θέμα]. Σύμφωνα με γνώμη πνευματική, δεν πρέπει».

Προσθέτω το σχόλιο του φίλου, που μου επισήμανε τον κανόνα του αγίου Τιμοθέου: «Το να κρατάς τη γυναίκα σου ακόμη κι αν είναι για δέσιμο, δηλ. ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ, είναι τρομερό! Είναι τουλάχιστον αντίστοιχο με το να δέρνει ένας άνδρας τη γυναίκα του. Αν η λογική όριζε ότι είναι συχνό φαινόμενο να δέρνεται ένας άνδρας από τη γυναίκα του, είμαι βέβαιος ότι ο Βασίλειος θα το έλεγε και για τους άνδρες. Επειδή όμως δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ, γι’ αυτό δεν το αναφέρει».

 

6) Ο μέγας άγιος και ισαπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός (που του πετάμε λάσπη για το ευχαριστώ, που πήγε να βοηθήσει τον κοσμάκη, δίνοντας και τη ζωή του στο τέλος) λέει ευθέως για την ισοτιμία ανδρών και γυναικών: «Ίσια την έκαμεν ο Θεός την γυναίκα με τον άνδρα, όχι κατωτέρα. Εδώ πώς τας έχετε τας γυναίκας, αδελφοί μου; [Απαντούν:] –Διά κατωτέρας. [Συνεχίζει ο άγιος:] –Ανίσως, αδελφοί μου, και θέλετε να είσθε καλύτεροι οι άνδρες από τας γυναίκας, πρέπει να κάμνετε και έργα καλύτερα από αυτάς. […] Είμεθα άνδρες και κάμνομεν χειρότερα».

«Τον παλαιόν καιρόν ήτο ένας άνθρωπος ονομαζόμενος Ιωακείμ, είχε δε και μίαν γυναίκα ονομαζομένην Άννα [σ.σ.: οι γονείς της Παναγίας]. Καλός και ο άνδρας, καλή και η γυναίκα, και από γένος βασιλικόν και οι δύο, αλλά η γυναίκα ήτο καλυτέρα. Πολλές γυναίκες ευρίσκονται εις τον κόσμον οπού είνε καλύτερες από τους άνδρας. Τι σε ωφελεί να καυχάσαι πως είσαι άνδρας, και είσαι χειρότερος από την γυναίκα και πηγαίνεις εις την κόλασιν και καίεσαι πάντοτε, και η γυναίκα σου να πηγαίνη εις τον παράδεισον να χαίρεται πάντοτε;».

Πιο κάτω επαναλαμβάνει την ιδέα ότι με τη γέννηση του Χριστού από την Παναγία η γυναίκα «ξεπλήρωσε την πλευρά που είχε δανεισθεί από τον άνδρα και του την εχρεωστούσε» (οπότε δεν ισχύει το «επιχείρημα» ότι ο άντρας είναι ανώτερος λόγω της πλάσης της Εύας από την πλευρά του Αδάμ). και συνεχίζει: «Πρέπει και συ, ω άνδρα, να μη μεταχειρίζεσαι την γυναίκα σου ωσάν σκλάβα, διότι πλάσμα του Θεού είνε και εκείνη καθώς και συ. Τόσον εσταυρώθηκεν ο Θεός δι’ εσέ, όσον και δι’ εκείνην. Πατέρα λέγεις εσύ τον Θεόν, Πατέρα τον λέγει και εκείνη. Έχετε μίαν πίστιν, ένα βάπτισμα. Δεν την έχει ο Θεός κατωτέραν. Διά τούτο την έκαμεν από την μέσην του ανδρός, διά να είναι ο άνδρας ωσάν την κεφαλήν και η γυναίκα το σώμα [σ.σ.: ασώματος κεφαλή δεν ζει]. Δεν την έκαμεν από το κεφάλι, διά να μη καταφρονή τον άνδρα. Ομοίως πάλιν δεν την έκαμεν από τα ποδάρια, διά να μη καταφρονή ο άνδρας την γυναίκα».

Λέει επίσης: «Εγεννήθη ο Κύριός μας από γυναίκα, διά να ευλογήση την γυναίκα… Εγεννήθη ο Κύριός μας από παρθένον, διά να προτιμήση την παρθενίαν… Εγεννήθη ο Κύριός μας από αρραβωνιασμένην, διά να ευλογήση τον γάμον».

Λέει επίσης για τους γονείς που αποχτούν κορίτσια: «Καθώς ο Ιωακείμ και η Άννα δεν επροτίμησαν το αρσενικόν από το θηλυκόν [δηλ. όταν γέννησαν την Παναγία, δεν δυσαρεστήθηκαν που ήταν κορίτσι], έτσι και η ευγενία σας να μην προτιμάτε τα αρσενικά παιδιά σας από τα θηλυκά, διότι όλα τα πλάσματα, του Θεού είναι».

(Βλ. επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, Κοσμάς ο Αιτωλός, έκδ. Ορθοδόξου Ιεραποστολικής Αδελφότητος «Ο Σταυρός», έκδοσις 21η, Αθήναι 1998, σελ. 121, 123, 210-211, 216, 242. Βλ. και: http://www.oodegr.com/neopaganismos/sykofanties/patrokosmas_evraioi_1.htm).

Γιατί λοιπόν ο άγιος Κοσμάς ξεστόμισε αυτή την επίμαχη «συμβουλή», ότι, αν κάποιος βλέπει να περνάει από τη μια πλευρά του δρόμου μια γυναίκα και από την άλλη ο διάβολος, πρέπει να περάσει από εκεί όπου περνάει ο διάβολος, αφού ο διάβολος, άμα κάνεις το σταυρό σου, φεύγει, ενώ η γυναίκα δεν φεύγει;

Αν δεν ξέρεις, αδελφέ μου, το λόγο, να σου τον πω: το είπε επειδή απευθυνόταν σε άντρες που είχαν την πρόθεση να γίνουν μοναχοί! Μήπως δε διάβασες ολόκληρο το απόσπασμα ή σκόπιμα το αποκρύπτεις; Εκεί ο άγιος συμβουλεύει τους υποψήφιους μοναχούς: «Αμή ωσάν θέλης να φυλάξης την παρθενίαν, πρέπει πρώτον θεμέλιον να βάλης την ακτημοσύνην και να μην έχης σακκούλαν, να μην έχει κασσέλλα [δηλ. να μην έχει καθόλου χρήματα] και να τηγανίζεις το σώμα σου καθώς τηγανίζεις το ψάρι με νηστείες, προσευχές, αγρυπνίες, διά να νεκρώνης, να ταπεινώνης την σάρκα, οπού είνε ένας λύκος, ένα γουρούνι, ένα θηρίον, ένα λεοντάρι» [Ωραία πράγματα λέει για τους άντρες, ε; Ας προσθέσουμε εδώ ότι ο μοναχός δεν επιθυμεί να γίνει «σωματοκτόνος», αλλά «παθοκτόνος» (άγ. Ποιμήν)]. «Και να φεύγης τον κόσμον, μα περισσότερον την γυναίκα. Και όχι πάλιν να μισής την γυναίκα, διατί είναι πλάσμα Θεού, αλλά τα πάθη που ακολουθούν οι άνθρωποι. Και αν τύχη και περάσης από ένα σοκκάκι και εις το ένα μέρος είνε η γυναίκα και εις το άλλο είνε ο διάβολος, να μην αποπεράσης εκείθεν οπού είνε η γυναίκα, μόνον από εκεί όπου είναι ο διάβολος, διατί κάνεις τον σταυρόν σου και φεύγει, μα η γυναίκα δεν φεύγει». Και κλείνει το ίδιο απόσπασμα με την απαραίτητη διευκρίνιση: «Και καθώς είνε δύσκολον το αρνί να συναναστρέφεται με τον λύκον και να μη φαγωθή [δύσκολον, λέει, όχι αδύνατον, αλλά λαμβάνει μέριμνα υπέρ του αδύναμου] ή τα λιανόξυλα με τα κάρβουνα και να μην καγούν, έτσι είνε δύσκολον ο καλόγηρος να συναναστρέφεται με γυναίκες και η καλογριά με άνδρες και να μην μολυνθούν και να σκανδαλισθούν» (ό.π., σελ. 261-262).

Λυπούμαι που δεν το καταλαβαίνεις και ακόμη περισσότερο που πιθανόν είσαι τόσο φανατισμένος, ώστε θα διαρρήξεις τα ιμάτιά σου, προκειμένου να πείσεις τον εαυτό σου και άλλους ότι ο Κοσμάς, ντε και καλά, ήταν… μισογύνης!

Μια απαραίτητη εξήγηση εδώ: ο μοναχός και η μοναχοί δεν είναι «κατά του γάμου» (το τονίζουν ρητά οι Πατέρες και το ξέρουν και πέτρες στο χριστιανισμό), αλλά επιχειρούν την υπέρβαση του γάμου. Ο γάμος δηλαδή είναι ένωση με έναν άνθρωπο, με απώτερο σκοπό την επίτευξη της απόλυτης αγάπης και μέσω αυτής της αγάπης να έρθει η ένωση με το Θεό, που είναι και ένωση με όλα τα όντα. Αυτή η αγάπη μπορεί να είναι μονόπλευρη, και τότε αγιάζεται μόνον ο ένας – γι’ αυτό οι άγιοι συμβουλεύουν τον/την σύζυγο που ταλαιπωρείται να εμμείνει σ’ αυτή τη σχέση, δηλ. σ’ αυτή την αγάπη [ενδιαφέρονται βέβαια και για τον άλλο σύζυγο, άντρα ή γυναίκα, που πιθανόν θα σωθεί λόγω αυτής της αγάπης του άλλου, του αγίου μάρτυρα συζύγου του (τα ανθρώπινα κτήνη εμείς εδώ δεν τα σκοτώνουμε, όπως πιθανόν θα ήθελε κάποιος σκληρός ηθικιστής «ορθολογιστής», αλλά τα τρέφουμε και αγωνιζόμαστε μήπως σωθούν κι αυτά)].

Ο μοναχός λοιπόν επιχειρεί την ένωση με όλα τα όντα απευθείας, χωρίς να περάσει από το στάδιο της ένωσης με έναν άνθρωπο. Γι’ αυτό, κατά τον περίφημο ορισμό του Ευάγριου, μοναχός είναι «ο πάντων κεχωρισμένος και πάσι συνηρμοσμένος» (ο χωρισμένος από όλους και ενωμένος με όλους). Γι’ αυτό ο μοναχός δεν ωφελείται αν εγκαταλείψει το σκοπό του (ούτε κι αν τον διαστρεβλώσει), όπως και ο έγγαμος δεν ωφελείται αν εγκαταλείψει το δικό του δρόμο (ούτε κι αν τον διαστρεβλώσει).

Ας κλείσουμε με μερικά επιμέρους ζητηματάκια:

 

4. Παλαιά Διαθήκη και γυναίκα

Τόσο ο Χριστός (π.χ. Ματθ. 22, 35-40), όσο και οι μαθητές Του (Παύλος, π.χ. προς Ρωμαίους, 13, 8-10, Αποστολική Σύνοδος, Πράξεις των αποστόλων, κεφ. 15) έχουν διακηρύξει σε όλους τους τόνους ότι δεν ισχύουν οι παλαιές διατάξεις (δηλαδή οι νόμοι και οι εντολές της Παλαιάς Διαθήκης), παρά μόνον αυτές που είναι σύμφωνες με την καινή εντολή του Χριστού (την εντολή της αγάπης, κατά Ιωάννην, 13, 34-35, και 15, 9-17). Ωστόσο θα πρέπει να θέσουμε το θέμα, επειδή πολλοί επιμένουν να προβάλλουν την Παλαιά Διαθήκη ως σημαία, για να αποδείξουν οπωσδήποτε ότι δήθεν η γυναίκα υποτιμάται στο χριστιανισμό. Σχετικά με τη θέση της γυναίκας στην Παλαιά Διαθήκη βλ. http://www.oodegr.com/neopaganismos/ag.grafi/pd_gynaika1.htm.

 

5. Ο Θεός είναι άντρας;

Εξυπακούεται ότι, κατά τη χριστιανική θεολογία, ο Θεός, ως Πνεύμα και εντελώς «Άλλος» στους όρους ύπαρξης από μας, δεν έχει φύλο. Γλωσσικά στην Αγία Τριάδα συμπυκνώνονται και τα τρία γένη: εκτός από το Άγιο Πνεύμα, που Το προσαγορεύουμε στο ουδέτερο, και το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Υιός, έχει και ένα θηλυκό όνομα ιδιαίτερης βαρύτητας: Σοφία. Είναι η Σοφία του Θεού, ένα ξεκάθαρα θεϊκό ον, που δημιούργησε και συντηρεί τον κόσμο, κατά την παράδοση που εκφράζουν τα βιβλία Παροιμίες, Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ –τα δυο τελευταία ανήκουν στην ελληνόφωνη Βίβλο, τη μετάφραση των 70, που δε χρησιμοποιείται πια από τους Εβραίους. Είναι «η μήτηρ της αγαπήσεως της καλής και της οσίας ελπίδος, του φόβου» (=της συστολής) «και της γνώσεως» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24) και, κατά τους χριστιανούς, ταυτίζεται με τον Υιό. «Χριστός, Θεού Δύναμις και Θεού Σοφία» κατά τον Παύλο και την εκκλησιαστική υμνογραφία. «Νους, Λόγος, Σοφία, Υιός του Πατρός, και απόρροια, ως φως από Πυρός, το Πνεύμα» γράφει ο απολογητής άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος (2ος αι.).

Το όνομα Σοφία για το Χριστό είναι τόσο βασικό, που που ο περίφημος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο αφιερωμένος σ’ Αυτόν, ονομάζεται Ναός της του Θεού Σοφίας, Αγία Σοφία. Ο ναός αυτός προκάλεσε σειρά ομώνυμων ναών στο Κίεβο, τη Θεσσαλονίκη και άλλες ορθόδοξες πόλεις. Ο Χριστός λοιπόν, ως Θεός, δεν είναι αρσενικός, ούτε φυσικά …ανδρόγυνος (αυτό θα έλεγε μια θρησκεία της Θεάς Φύσης) αλλά πάνω από φύλο –το γένος των ονομάτων Του υπακούει στις σχέσεις που θέλουμε να προσδιορίσουμε κάθε φορά εμείς, οι άνθρωποι.

Γενικότερα το Θεό Τον αντιλαμβανόμαστε ως Πατέρα και Υιό και όχι ως Μητέρα και Θυγατέρα (και έτσι Τον αποκάλυψε και ο Χριστός), όμως οι όροι αυτοί, εν προκειμένω, υποδηλώνουν καθαρά σχέσεις κι όχι βιολογικά χαρακτηριστικά.

Οι αρχαίες θρησκείες μίλησαν για Μητέρα Θεά, υπονοώντας την προσωποποίηση της Φύσης. Πρόκειται για ένα συγκεκριμένο αρχέτυπο, ίσως μάλιστα διαμορφωμένο κατά την εποχή της μητριαρχίας (αν υπήρξε). Ο Θεός Πατέρας δεν υποδηλώνει γέννηση αλλά γονιμοποίηση (τη βαθύτερη αιτία), και όχι τόσο στοργή και θηλασμό, όσο ασφάλεια, προστασία από τους εκάστοτε συγκεκριμένους εχθρούς, τροφοδοσία με τα αναγκαία εφόδια για την επιβίωση (όχι πια το φυσικό μητρικό γάλα) κ.τ.λ.

Εάν αντί για Πατέρα και Υιό κατανοούσαμε το Θεό ως Μητέρα και Θυγατέρα, οι συνδηλώσεις θα ήταν διαφορετικές: θα επιστρέφαμε στη θρησκεία της Φύσης. Αυτό πιθανόν θα άρεσε σε πολλούς «χαρούμενους ορθολογιστές», αλλά δε θα ήταν παρά μια ανόητη ειδωλολατρία: η Φύση δεν είναι Θεά, αλλά δημιούργημα του Θεού. Εμείς, είτε είμαστε «καλοί» είτε «κακοί», δεν επιθυμούμε να λατρεύουμε την κτίση, αλλά τον Κτίστη.

Ο Χριστός ήρθε στη Γη σαν άντρας, όχι τόσο λόγω της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία, όσο γιατί είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας, δηλαδή της ανθρωπότητας. Κατά τη χριστιανική θεολογία, την υμνογραφία, αλλά και την ίδια την Αγία Γραφή (π.χ. Ησαΐας, 54, 4-8. 62, 3-5. Ωσηέ κεφ. 1-4. Ματθ. 9, 15, Ιω. 3, 29, Αποκ. 19, 6-9), στο πρόσωπο του Χριστού έχει συντελεστεί ένας ιερός γάμος Θεού και ανθρωπότητας, που προεικονίζεται και στο Άσμα Ασμάτων: ο Θεός, από θεϊκό έρωτα για τον άνθρωπο, ενώνεται μαζί του. Όλη η θεότητα και όλη η ανθρωπότητα συγκεφαλαιώνονται και ανακεφαλαιώνονται στο μέγιστο πρόσωπο του Θεού και πρωτόπλαστου Ανθρώπου Ιησού, του Χριστού, που είναι «υιός του ανθρώπου» (=άνθρωπος), αλλά και «ο Κύριος της δόξης» (Α΄ Κορ. 2, 8: «ει γαρ έγνωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν») και Θεός: Α΄ Τιμ. 3, 16: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη».

Γι’ αυτό το λόγο είναι και άτοπο να υποθέσουμε ότι ο Χριστός θα μπορούσε να παντρευτεί έναν συγκεκριμένο άνθρωπο (όπως λένε κάποιοι), αφού ο Ίδιος είναι «ο Νυμφίος της Εκκλησίας», δηλαδή όλης της Ανθρωπότητας, και έδωσε το αίμα Του υπέρ της «νύμφης» Του – βλ. και το τέλος της Αποκάλυψης, όπου περιγράφεται ο πανηγυρικός γάμος της Νύμφης (=ανθρωπότητας) με το «Αρνίον το εσφαγμένον από καταβολής κόσμου», που κάθεται στο θρόνο του Θεού, γάμος που καταλήγει στην «ουράνια Ιερουσαλήμ», δηλαδή την ανακαινισμένη Γη, ή μάλλον όλο το Σύμπαν.

.

6. Έμμηνη ρήση και μητρότητα

α) Έμμηνη ρήση

«Δεν τιμά τη μητρότητα», κατά τη γνώμη του αρθρογράφου, ο χριστιανισμός, κι ας λέει ο απόστολος Παύλος ότι το να γίνει μάνα μια γυναίκα την οδηγεί στη σωτηρία (βλ. θέωση), αρκεί να μείνει σταθερή στην πίστη και την αγάπη (Α΄ προς Τιμόθεον, 2, 15)… Το αστείο είναι ότι άλλοτε ο χριστιανισμός κατηγορείται ότι δίνει τόση έμφαση στη μητρότητα, ώστε περιορίζει τη γυναίκα στο ρόλο της μητέρας. Τι από τα δυο συμβαίνει, θ’ αποφασίσουν επιτέλους οι αδελφοί μας, που βάλθηκαν (ας είναι καλά) να μας πειράζουν;

Ως «τεκμήριο» παραθέτει κάποιες διατάξεις του μωσαϊκού νόμου, κατά τις οποίες δεν πρέπει να αγγίζουμε γυναίκα που βρίσκεται στην έμμηνη ρήση («περίοδο») κ.τ.τ. Οι διατάξεις αυτές βέβαια δεν ισχύουν για τους χριστιανούς. Πώς εξηγείται όμως ότι και σε μας έχει απομείνει να ζητάμε από τη γυναίκα κατά την έμμηνη ρήση να μην πηγαίνει στην εκκλησία (και η γιαγιά μας τη θεωρούσε εκείνη την περίοδο «ακάθαρτη»), καθώς και από τη γυναίκα που γεννάει, μέχρι να της «διαβαστεί η ευχή» σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του παιδιού της;

Κατά το μητροπολίτη Μεσογαίας Νικόλαο, η περίοδος θεωρείται ακάθαρτη επειδή κατ’ αυτήν υφίσταται φθορά η ανθρώπινη φύση, λόγω της απώλειας του ωαρίου (το αναφέρει στη συλλογή μελετών του Ελεύθεροι από το γονιδίωμα). Για τον αντίστοιχο λόγο, στον άντρα θεωρείται ακάθαρτη η ονείρωξη, ενώ ο αυνανισμός αποδοκιμάζεται ρητά ως αμαρτία.

Ωστόσο, κανείς άγιος δεν έγραψε ποτέ ότι η φθορά αυτή επιβαρύνει τη γυναίκα (ή τον άντρα) με κάποια ενοχή. Ο χριστιανισμός –ο «δικός μας» χριστιανισμός, δηλαδή η αρχαία και η ορθόδοξη πατερική παράδοση– δεν είναι ευσεβιστικός ηθικισμός, όπως φαντασιώνονται οι διάφοροι «επικριτές» του. Οι επικριτές αυτοί σκιαμαχούν εναντίον ενός ειδώλου του «χριστιανισμού», που έχουν πλάσει με τη φαντασία τους ανακατεύοντας στοιχεία από τις πιο ακραίες ηθικιστικές εκδοχές του παπισμού και του προτεσταντισμού, μαζί με όλες τις εκτροπές από το αυθεντικό χριστιανικό ήθος που έχουν παρατηρηθεί κατά καιρούς σε αποτυχημένους αδελφούς μας χριστιανούς. Αυτό το φανταστικό είδωλο δεν αντιστοιχεί στο χριστιανισμό, αλλά είναι τόσο αποκρουστικό για κάθε στοιχειωδώς καταρτισμένο ορθόδοξο χριστιανό, όσο το εμφανίζουν και για τους ίδιους οι «επικριτές» μας. Λέω «το εμφανίζουν», γιατί συχνά φαίνονται τόσο πουριτανοί και μισαλλόδοξοι, που ωχριά μπροστά τους και ο πιο θρησκόληπτος φανατικός –τον οποίο, σημειωτέον, εμείς συνεχίζουμε να αγαπάμε ενώ εκείνοι είναι έτοιμοι να λιθοβολήσουν.

Δεν υπάρχει λοιπόν ενοχή, ούτε οφείλεται σε ενοχή, ο περιορισμός της γυναίκας κατά την περίοδο και του άντρα μετά την ονείρωξη.

Οι «Αποστολικές Διαταγές», ένα πρωτοχριστιανικό βιβλίο, σημαντική πηγή για τις αντιλήψεις των πρώτων γενεών του χριστιανισμού, αναφέρουν τα εξής χαρακτηριστικά:

«Ούτε η νόμιμη σαρκική απόλαυση, ούτε το συζυγικό κρεβάτι, ούτε η ροή αίματος, ούτε οι εκσπερματώσεις κατά τον ύπνο μπορούν να κηλιδώσουν τη φύση του ανθρώπου ή να απομακρύνουν το Άγιο Πνεύμα, παρά μόνο η ασέβεια και η παράνομη πράξη. […] Εσύ λοιπόν, κυρία μου, εάν, όπως λες, κατά τις ημέρες της περιόδου στερείσαι το Άγιο Πνεύμα, τότε είσαι γεμάτη από το ακάθαρτο πνεύμα. […] Αυτές είναι άσκοπες εφευρέσεις ανθρώπων μωρών που δεν έχουν μυαλό». Και συνεχίζει: Το μόνο που κηλιδώνει την ψυχή είναι «η ασέβεια στο Θεό και η παρανομία και η αδικία προς τον πλησίον, εννοώ δηλαδή η αρπαγή ή η βία, και οτιδήποτε αντίθετο στη δικαιοσύνη Του, όπως η μοιχεία ή η πορνεία» («Διαταγές των Αποστόλων», Στ΄, ΕΠΕ, 1, 321-325).

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (που τόσο μισούν οι «επικριτές» του χριστιανισμού), ερμηνεύει στο Πηδάλιον τον κανόνα 2 του αγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας. Στον κανόνα αυτό ο άγιος Διονύσιος αναφέρει ότι μια γυναίκα σε περίοδο είναι αυτονόητο ότι από μόνη της, χωρίς να της το πει κάποιος, δεν πλησιάζει στη θεία Μετάληψη –όπως και η αιμορροούσα του ευαγγελίου άγγιξε μόνο το «κράσπεδον του ιματίου» του Ιησού και όχι το σώμα Του.

Εκεί ο άγιος Νικόδημος αναρωτιέται σε εκτενή υποσημείωση: «Διατί δε την ρύσιν του τοιούτου αίματος και την ταύτην έχουσαν γυναίκα ακάθαρτον ωνόμασεν ο Θεός; φαίνεται γαρ ότι η ρύσις αύτη καθ’ ό φυσική (=επειδή είναι φυσική) […], ούτε αμαρτία εστίν, ούτε ακαθαρσία». Και παραθέτει αποσπάσματα εκκλησιαστικών συγγραφέων: «Ου γαρ αληθώς αμαρτία ταύτα, ουδέ ακαθαρσία, κατά τον Χρυσόστομον, και των κατά φύσιν γινομένων ουδέν αληθώς ακάθαρτον, κατά τον Θεοδώρητον, και κατά τον Θεόδωρον ή Διόδωρον, ουδέν ακάθαρτον ει μη πονηρά διάθεσις». Και κατόπιν αναφέρει το απόσπασμα των «Αποστολικών Διαταγών» που παραθέσαμε.

Ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ερμηνεύει τους περιορισμούς αυτούς ως παιδαγωγικό μέσο (Eπιστολή ιδ΄, P.G., 78, 741): «ορίστηκε ότι οι φυσικές και ακούσιες εκκρίσεις» (περίοδος και ονειρώξεις) «χρειάζονται καθαρισμό, για να συνειδητοποιεί περισσότερο ο άνθρωπος πόσο πρέπει να αυτοπειθαρχείται στα παρά φύσιν και τα εκούσια».

Υπάρχει όμως και άλλη μια πλευρά του θέματος, ίσως μάλιστα η πρωταρχική, από την οποία ξεκίνησαν ακόμη και οι αυστηροί περιορισμοί της Παλαιάς Διαθήκης: η υγιεινή. Σε πρωτόγονες εποχές, με μηδενικές συνθήκες υγιεινής, όπου δεν υπήρχαν ούτε εσώρουχα, ήταν απαραίτητο να προφυλάσσεται η γυναίκα κατά την περίοδό της από κοινωνικές συναναστροφές, για να μην κολλήσει κάποιο μικρόβιο ή μεταδώσει η ίδια (αν ήταν άρρωστη) μέσω του αίματος που έρεε από τα ρούχα της χωρίς εμπόδιο στο έδαφος.

Στην αρχαιότητα οι κανόνες υγιεινής συχνά περιβάλλονταν κύρος ιερών διατάξεων, είτε για να πειστούν οι άνθρωποι να τους εφαρμόζουν είτε και γιατί κάτι τόσο σημαντικό εθεωρείτο πράγματι δοσμένο από το Θεό (όπως δεν αμφιβάλλουμε οι χριστιανοί για τις διατάξεις της Παλαιάς Διαθήκης –οι οποίες όμως αντιστοιχούν σε μια νηπιακή κατάσταση της ανθρωπότητας και καταργούνται με το «νέο νόμο» του Χριστού, το «νόμο της χάριτος»). Οι πρωτόγονες αυτές (από υγειονομική άποψη) συνθήκες δεν είναι πολλά χρόνια που ξεπεράστηκαν στο δυτικό κόσμο και στη χώρα μας, ενώ στον υπόλοιπο πλανήτη επικρατούν ακόμη.

Γι’ αυτό λοιπόν «απαγορεύεται» να πλησιάσει ιερό χώρο η γυναίκα κατά την έμμηνη ρύση (διότι εκεί συγκεντρώνεται όλη η κοινότητα), γι’ αυτό «απαγορεύεται» να ενωθεί με τον άντρα της, γι’ αυτό «απαγορεύεται» να αγγίξεις νεκρό ή λεπρό κ.ο.κ.: για να μην υπάρξει κάποια μόλυνση (εκτός του ότι να κοινωνήσει απαγορεύεται και για έναν άλλο λόγο: διότι, την ημέρα που μεταλαβαίνουμε, θεωρούμε το αίμα μας ενωμένο με το Αίμα του Χριστού και προσέχουμε να μην αιμορραγούμε και, αν αιμορραγήσουμε, μαζεύουμε το αίμα μας και το καίμε).

Βλ. συμπληρωματικά στοιχεία στο http://www.ierosolymitissa.org/expaganus.htm («Η γυναίκα στο Χριστιανισμό – Παλαιά και Καινή Διαθήκη»), και http://www.apologitis.com/gr/arxaiatot.htm («Η Γυναίκα στην Αρχαιότητα και το Βυζάντιο»).

 

β) Μητρότητα

Ο ίδιος λόγος –η αποφυγή μόλυνσης– οδηγεί και στον περιορισμό της λεχώνας από την εκκλησία μέχρι να της διαβάσει ο ιερέας την ευχή των σαράντα ημερών (να «σαραντίσει»).

Στον ιουδαϊσμό αυτό το σαράντισμα ήταν «καθαρισμός» από την κληρονομιά της Εύας, που σχετίζεται άμεσα όχι με τη γέννηση του παιδιού, αλλά με τις οδυνηρές πλευρές της: τους πόνους και τον κίνδυνο θανάτου για τη μητέρα και το παιδί. Οι χριστιανές μάνες ωστόσο σαραντίζουν με το βλέμμα όχι στην Εύα, αλλά στην Παναγία – ακολουθούν το παράδειγμά της, αφού κι εκείνη σαράντισε μετά τη γέννηση του Ιησού. Η πράξη της αυτή σε μας έχει μετατραπεί σε μεγάλη θεομητορική εορτή –της Υπαπαντής, 2 Φεβρουαρίου– και κατ’ ουσίαν σε γιορτή της μητέρας. Γι’ αυτό και, όπου υπάρχει ναός της Υπαπαντής (ή του προστάτη των εγκύων αγίου Ελευθερίου), οι μητέρες προτιμούν να πηγαίνουν να σαραντίζουν σ’ αυτόν.

Η τελετή αυτή: α) αποβλέπει στην ευλογία μητέρας και παιδιού διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, β) είναι μια διαβατήρια τελετουργία, που σηματοδοτεί την άρση των προφυλάξεων για τη λεχώνα και την επανένταξή της σε πλήρη κοινωνική δραστηριότητα. Μέχρι τότε η λεχώνα δεν επισκέπτεται άλλα σπίτια ούτε πηγαίνει στο ναό, διότι εκεί συγκεντρώνεται η κοινότητα και ο καταπονημένος οργανισμός της κινδυνεύει να κολλήσει κάποιο μικρόβιο.

Να επισημάνω ακόμη ότι το αίμα και ο πλακούντας της γέννησης καθαγιάζεται και ακόμη εξυμνείται «διά των αγνών και παρθενικών αιμάτων» της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία παρομοιάζεται από τον άγιο Ιωσήφ τον Υμνογράφο –ποιητή του κανόνα (δηλ. του μουσικού και ποιητικού έργου) που ψάλλεται πριν τους Χαιρετισμούς– με κοχύλι, που έβαψε με το αίμα της «πορφύραν θείαν» για το βασιλιά υιό της.

Η ίδια η εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας (και Γλυκοφιλούσας και Γαλακτοτροφούσας –που έχει το στήθος έξω και θηλάζει το Μωρό της) προσδίδει μεγάλη τιμή στη μητέρα και τη μητρότητα και δίδει το μήνυμα της τιμής κάθε μάνας στο χριστιανό. Αλλά και τον άγιο Συμεών το Θεοδόχο (που πήρε αγκαλιά το βρέφος Ιησού κατά την Υπαπαντή) ο βυζαντινος αγιογράφος δεν απαξίωσε να απεικονίσει να κρατάει Αυτό το βρέφος στην αγκαλιά του σαν μητέρα (δεν εννοώ την απεικόνισή του στην εικόνα της Υπαπαντής, αλλά την προσωπική του εικόνα, όπως π.χ. η κλασική εικόνα του 16ου αι. από το Μιχαήλ Δαμασκηνό).

Υπάρχει σε μας άλλος ένας ενδιαφέρων εικονογραφικός τύπος: απεικονίζει την αγία Μαριάμ, τη γιαγιά της Θεοτόκου, καθιστή, να κρατάει στην ποδιά της την κόρη της, την αγία Άννα, η οποία κρατάει στην ποδιά της την Παναγία και η Παναγία κρατάει στην ποδιά της το μικρό Χριστό. Απεικονίζονται έτσι και τιμώνται τρεις γενιές μανάδων, η μάνα, η γιαγιά και η προγιαγιά. Δεδομένου ότι η εικόνα είναι «η βίβλος των αγραμμάτων», δίνονται τα ανάλογα μηνύματα στο θεατή. Μήπως ο χριστιανισμός «δεν τιμά τη μητρότητα»;

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Στην προς Τίτον επιστολή, Ομιλία Γ΄), αναφερόμενος στο στίχο του αποστόλου Παύλου «πάντα καθαρά τοις καθαροίς…» κ.τ.λ. («όλα είναι καθαρά για τους καθαρούς», Τίτ. 1, 15), επανερμηνεύει όλες τις διατάξεις της Παλαιάς Διαθήκης περί «καθαρών» και «ακαθάρτων» (τροφών, αντικειμένων κ.τ.λ., ακόμη και ανθρώπων, π.χ. λεπρών, νεκρών κ.τ.λ.) απορρίπτοντας απερίφραστα ότι υπάρχουν ακάθαρτες τροφές, ακάθαρτα αντικείμενα και ακάθαρτοι άνθρωποι, και στρέφοντάς τις προς την εξαγωγή ηθικών και κοινωνικών μηνυμάτων. Ακόμη κι αν κάποιος θεωρήσει «υπερερμηνεία» την προσέγγιση αυτή (ότι δηλαδή ο άγιος εξάγει αυθαίρετα συμπεράσματα, που δεν υπήρχαν εξ αρχής στον παλαιοδιαθηκικό λόγο), το σημαντικό είναι ότι ο άγιος απορρίπτει την ιδέα περί ακαθάρτων. Σε όλη την έκταση του λόγου του τονίζει ότι «τίποτε δεν είναι ακάθαρτο, παρά μόνο η αμαρτία, γιατί αγγίζει την ψυχή και τη ρυπαίνει».

Για το στίχο του Λευϊτικού 15, 19, που χαρακτηρίζει «ακάθαρτη» τη λεχώνα (την «ασαράντιστη» καινούργια μάνα), ώστε να μη συνευρίσκεται με το σύζυγό της, ο άγιος γράφει:

«“Η γυναίκα”, λέει, “που είναι λεχώνα είναι ακάθαρτη”. Πες μου, γιατί; Δεν έκαμε Αυτός και το σπέρμα και τη γέννηση; Για ποιο λόγο λοιπόν είναι ακάθαρτη η γυναίκα; Εκτός αν υπονοούσε κάτι άλλο. Και ποιο είναι αυτό; Ευλάβεια στάλαζε στην ψυχή, οδηγούσε μακριά από την πορνεία. Γιατί, αν η γυναίκα που γέννησε είναι ακάθαρτη, πολύ περισσότερο θα είναι η πόρνη. Αν το να πλησιάζει κανείς τη γυναίκα του δεν είναι πολύ καθαρό (εκείνη την περίοδο), πολύ περισσότερο το να συνευρίσκεται με ξένη». [Το νόημα του αποσπάσματος: από ιατρική άποψη, η λεχώνα καλό είναι να αποφεύγει το σεξ. Ο άντρας όμως πιθανότατα δε μπορεί ή δε θέλει να εγκρατεύεται και θα καταφύγει σε πόρνες. Ο άγιος εννοεί ότι η λεχώνα χαρακτηρίζεται «ακάθαρτη», για να αποτραπεί η πορνική σχέση του συζύγου].

 

7. Γυναίκα και ιεροσύνη

Ιεροσύνη έχουν όλοι οι χριστιανοί. Τη λαμβάνουν με το μυστήριο του χρίσματος (γι’ αυτό μπορούν να τελέσουν π.χ. το αεροβάπτισμα). Όμως η «ειδική ιεροσύνη», που επιτρέπει σ’ έναν άνθρωπο να τελεί τα μυστήρια, περιορίστηκε στους άνδρες. Λόγος γι’ αυτό δεν είναι ότι η γυναίκα δεν θεωρήθηκε «κατάλληλη» γι’ αυτή την ευθύνη (ενώ θεωρήθηκε κατάλληλη για να γίνει μάνα του Θεού και να Τον φέρει στην ανθρωπότητα), αλλά παράγοντες όπως:

1. Η λατρεία μας είναι θυσία (η θεία Μετάληψη, επανάληψη με «μυστικό» τρόπο της σταύρωσης του Χριστού), και από την αρχαιότητα οι γυναίκες δεν τελούν θυσίες, λόγω της μητρότητας (η γυναίκα φέρνει τη ζωή, επομένως δεν την αφαιρεί).

2. Η λειτουργία είναι επανάληψη του Μυστικού Δείπνου, με τον επίσκοπο ή ιερέα στη θέση του Χριστού. Κατά τη διάρκειά της τελείται ξανά ο ιερός γάμος Θεού και ανθρωπότητας, στον οποίο ο Χριστός είναι ο Νυμφίος και η Εκκλησία (=ανθρωπότητα) η Νύμφη. Ο Νυμφίος δεν θα μπορούσε να είναι γυναίκα.

3. Οι ειδωλολατρική θρησκεία είχε ιέρειες, που χρησιμοποιούνταν κυρίως σε οργιαστικές λατρείες της θεάς Γης («ιερόδουλες»). Ο χριστιανισμός θέλησε να διαφοροποιηθεί και διατήρησε την ιεροσύνη της Παλαιάς Διαθήκης, που ήταν μόνο ανδρική.

Ας σημειωθεί ότι καμιά από τις μεγάλες αγίες διδασκάλισσες του χριστιανισμού δεν ζήτησε ιεροσύνη για τον εαυτό της ή για το γυναικείο φύλο. Δεν τη χρειάζονταν, γιατί σκοπός του χριστιανού δεν είναι η «κατάκτηση θέσεων», αλλά η ένωση με το Θεό, που πραγματοποιείται διά της αγάπης και στην οποία ο ιερέας δεν έχει κανένα προβάδισμα (ίσα ίσα, έχει τεράστιες ευθύνες που μπορεί εύκολα να του στοιχίσουν τη σωτηρία του). Η χάρη του Θεού και η χαρά του παραδείσου (που αρχίζει ήδη από αυτή τη ζωή) ήταν πλήρης μέσα τους.

Στον αρχαίο και τον ορθόδοξο χριστιανισμό η ιεροσύνη δεν είναι εξουσιαστικός θεσμός, αλλά διακονία αυτοθυσίας (αντίστοιχη για τον άντρα με τη μητρότητα για τη γυναίκα). Δεν υπάρχει ούτε η εσφαλμένη παπική αντίληψη ότι ο ιερέας ή ο επίσκοπος είναι «αντιπρόσωπος» ή «εκπρόσωπος» του Θεού στη Γη. Ο Θεός δε χρειάζεται «αντιπροσώπους», γιατί ο Ίδιος είναι πάντα παρών. Ο άνθρωπος επικοινωνεί και ενώνεται με το Θεό ο ίδιος αυτοπροσώπως, όχι «μέσω του ιερέα». Ο ιερέας δεν επιχειρεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στο Θεό «μέσω του εαυτού του», αλλά να τον καταστήσει ικανό ώριμο και ικανό να πλησιάζει το Θεό αυτοπροσώπως (με την υποσημείωση βέβαια ότι η προσέγγιση προς το Θεό γίνεται προσωπικά, αλλά όχι «ατομικά», γιατί συνεπάγεται και προσέγγιση με τους άλλους ανθρώπους).

Ας σημειωθεί ότι η αγία Αικατερίνα, μέσα στη φυλακή, έκανε χριστιανούς τους 150 φιλοσόφους συγκρατουμένους της σχηματίζοντάς τους στο μέτωπο με λάδι το σημείο του σταυρού. Η πράξη αυτή ήταν μια ιερατική πράξη, που έγινε εξ ανάγκης, ελλείψει ιερέα και δυνατοτήτων για βάπτισμα (έλαβαν μετά το «βάπτισμα του αίματος» διά του μαρτυρίου τους). Και κανείς δε θεώρησε απαραίτητο ούτε καν να το σχολιάσει (ενώ ο βίος της αγίας διαβαζόταν κατ’ εξοχήν στα μοναστήρια, γυναικεία και ανδρικά), γιατί ήταν αυτονόητο για όλους ότι είχε το δικαίωμα να το κάνει αυτό.

Το «αίτημα» για γυναικεία ιεροσύνη ξεκίνησε από το φεμινιστικό κίνημα, που εν πολλοίς είναι αθεϊστικό και προκατειλημμένο κατά της Εκκλησίας, την οποία θεωρεί ένα συντηρητικό θεσμό της ανδροκρατικής κοινωνίας (αλλά τη γνωρίζει μόνον ως παπική και προτεσταντική). Η ισότητα των φύλων επιδιώχθηκε με τη μεταμόρφωση της γυναίκας σε άντρα (καθιέρωση αντρικής ενδυμασίας, ανάληψη αντρικών συνηθειών, άσκηση αντρικών επαγγελμάτων) και απαξίωση του παραδοσιακού ρόλου της μητρότητας.

Εκτός Εκκλησίας λοιπόν γυναίκες διαμαρτυρήθηκαν για κάτι, που οι εντός της Εκκλησίας μεγάλες αγίες δεν επιθυμούσαν για τον εαυτό τους.

Σε μας το «αίτημα» αυτό πέρασε, επειδή είμαστε πλέον αναλφάβητοι σε ό,τι αφορά στην πνευματική κληρονομιά του χριστιανισμού. Δεν ξέρουμε καν ότι η ζωή του χριστιανού είναι μια πορεία των τριών σταδίων: κάθαρσης της καρδιάς, φωτισμού του νου, θέωσης. Τον θεωρούμε ως ένα προϊόν του πολιτισμού και των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, δηλαδή ένα ψέμα, που απλώς παρηγορεί τους πονεμένους και τους αφελείς.

Έτσι, ενώ έχουμε πλήθος γυναικών που έφτασαν σ’ αυτά τα τρία στάδια, ενώθηκαν με το Θεό, έλαβαν το χάρισμα της προφητείας, της θαυματουργίας, των θεϊκών οραμάτων, τιμήθηκαν από όλους τους άντρες ιερείς και επισκόπους, μονίμως «κολλάμε» σε ένα μονότονο ρεφραίν: «Ναι, αλλά υποτιμάτε τη γυναίκα, γιατί δεν χειροτονείτε ιέρειες».

Η Παναγία υμνείται σε κάθε εκκλησιαστική τελετή, ψάλλονται προς τιμήν της οι Χαιρετισμοί και οι Παρακλήσεις, ένας αυτοκράτορας σύνθεσε το Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα προς τιμήν της (ο Θεόδωρος Λάσκαρις), στέκει στα δεξιά του Θεού (βλ. τέμπλο των ναών), αλλά το ρεφραίν παραμένει: «Ναι, αλλά υποτιμάτε τη γυναίκα, γιατί δεν χειροτονείτε ιέρειες».

Γυναίκες χειροτονούνται διακόνισσες και μπαίνουν κανονικά στο Ιερό των ναών (ενώ ούτε οι άντρες στην πραγματικότητα πρέπει να μπαίνουν, εκτός από τους ιερείς όλων των βαθμίδων), και πολλές διακόνισσες ήταν «επίσημες» και αγίες, όπως η αγία Φοίβη, σπουδαία συνεργάτιδα του αποστόλου Παύλου.

Πλήθος μεγάλων αγίων γυναικών καθοδήγησε χιλιάδες χριστιανούς, ακόμη και επισκόπους, ενώ άλλες οργάνωσαν μεγάλα φιλανθρωπικά δίκτυα, όπως η αγία Φιλοθέη, η αγία Γενεβιέβη του Παρισιού, η αγία Ελισάβετ της Ρωσίας κ.π.ά., αλλά το ρεφραίν παραμένει: «Ναι, αλλά υποτιμάτε τη γυναίκα, γιατί δεν χειροτονείτε ιέρειες».

Λοιπόν, δεν χειροτονούμε ιέρειες. Τιμούμε τη γυναίκα ως Παναγία, ως μεγαλομάρτυρα, ως πνευματική μητέρα ολόκληρης της Εκκλησίας, αλλά δεν χειροτονούμε ιέρειες. Τι να γίνει; Μπορείτε, αδελφές μου, εκτός από μάνες και γιαγιάδες, να γίνετε παγκόσμιες διδασκάλισσες και να κερδίσετε τον παράδεισο, ή να μείνετε μακριά, προσκολλημένες στο γνωστό ρεφραίν, που κατ’ ουσίαν παρέχει μόνο μια κακής ποιότητας πρόφαση.

 

8. Αιτίες παρανοήσεων

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν σημεία στην εκκλησιαστική γραμματεία που δίνουν αφορμές στους «επικριτές» του χριστιανισμού να κατηγορούν τους Πατέρες της Εκκλησίας για μισογυνισμό. Ας δώσουμε μερικές διευκρινίσεις γι’ αυτά τα σημεία.

Α) Κατ’ αρχάς, ας έχουμε υπ’ όψιν ότι δεν είναι άγιοι και Πατέρες της Εκκλησίας όλοι οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Για παράδειγμα, δεν τιμώνται ως άγιοι (επομένως δεν είναι διδάσκαλοι και Πατέρες της Εκκλησίας) συγγραφείς όπως οι Τατιανός ο Σύρος, Τερτυλλιανός, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Ωριγένης, Ευσέβιος Καισαρείας, Ευάγριος Ποντικός κ.π.ά. Όταν λοιπόν πολλοί από αυτούς παρεκκλίνουν προς διάφορες κατευθύνσεις, δεν πρέπει να χρεώνεται «η Εκκλησία» τις απόψεις τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Τερτυλλιανός (ένα «κόκκινο πανί» για τους «υπερασπιστές των γυναικών»), ένας σκληρός ηθικιστής που έφυγε από την Εκκλησία γιατί τη θεωρούσε πολύ ανεκτική με τους αμαρτωλούς και προσχώρησε στην ηθικιστική αίρεση του μοντανισμού.

Β) Αλλά και άγιοι και Πατέρες της Εκκλησίας είναι πιθανόν να έχουν εσφαλμένη άποψη για κάποια θέματα ή να έχουν πέσει θύματα προκατάληψης κ.τ.λ. Κανείς δεν είναι αλάθητος, ούτε θεωρούμε τους αγίους μας ως τέτοιους. Ναι, υπάρχουν άγιοι που κάνουν λάθη. Είναι άγιοι λόγω της μεγάλης τους αγάπης και της μεγάλης τους μετάνοιας, αλλά κάθε τι που έγραψαν δεν είναι αυτόματα «η θέση της Εκκλησίας» για το ένα ή το άλλο ζήτημα. Αντίθετα, κάθε άποψη αγίου (όπως και κάθε χριστιανού) καταξιώνεται όταν συμφωνεί με τη γενική άποψη των Πατέρων ή (αν υπάρχει) των Οικουμενικών Συνόδων για το συγκεκριμένο θέμα. Η γενική άποψη λοιπόν για τη γυναίκα –που είναι «η άποψη της Εκκλησίας» και η διδασκαλία των αγίων γι’ αυτήν– είναι αυτή που εκφράζεται στα τόσα πατερικά αποσπάσματα που παραθέσαμε, καθώς και στην καθημερινή λειτουργική μας πράξη (τιμή των αγίων γυναικών), και όχι κάποια ρατσιστική, μισογυνική, φαλλοκρατική κ.λ.π. άποψη, που πιθανόν «ψαρεύει» κάποιος κοιτάζοντας με το μεγεθυντικό φακό τις σελίδας της Patrologia Graeca.

Γ) Ακόμη και ένας από τους ίδιους αυτούς αγίους Πατέρες, που είδαμε πόσο υπερασπίστηκαν τη γυναίκα σε δύσκολες εποχές (και όλες οι εποχές είναι δύσκολες), μπορεί σε κάποια ομιλία του να πει «η γυναίκα κάνει αυτό ή εκείνο…» και να φανεί στα μάτια μας –τόσους αιώνες αργότερα– μισογύνης και φαλλοκράτης. Αυτό συμβαίνει (το αναφέρει ρητά κάπου ο Χρυσόστομος) επειδή ο άγιος αυτός τότε προσπαθεί να περάσει ένα μήνυμα στις ίδιες τις γυναίκες, για να περιορίσει κάποιες κακές ή αμαρτωλές συνήθεις που πιθανόν έχουν περάσει κατ’ εξοχήν στο γυναικείο πληθυσμό. Σήμερα μπορεί κάποιος π.χ. να πει «οι έφηβοι» ή «οι συνταξιούχοι» ή «οι καταναλωτές» κ.τ.λ., γενικεύοντας μια ιδιότητα ή πράξη που δεν ανήκει φυσικά σε όλους. Οι ακροατές του όμως ξέρουν ότι γενικεύει, ξέρουν ότι αυτό που λέει δεν ισχύει για όλους, και ακριβώς γι’ αυτό (επειδή ξέρει ότι το ξέρουν) μπορεί να γενικεύσει χωρίς να περνάει κανένα ρατσιστικό μήνυμα στο κοινό. Αλλά –ας το τονίσουμε– και τότε ακόμη (ίσως όχι πάντα, αλλά κατά κανόνα) οι άγιοι αναφέρουν ξεκάθαρα ότι τα λόγια τους δεν πρέπει να παρανοούνται και να οδηγούν σε ρατσισμό και προκατάληψη.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα, που χρησιμοποιήθηκε πρόσφατα σε ιδεολογική επίθεση κατά του χριστιανισμού στο διαδίκτυο: η «σιωπή της γυναίκας στην αρχαία Εκκλησία». Παρατέθηκε κάποια αόριστη παραπομπή στον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, όπου υποτίθεται ότι ο άγιος λέει για τις γυναίκες: «πρέπει να κλείνουν τα στόματα τους, να κρατάνε σιωπή με φόβο, όπως μια δούλα πρέπει να φοβάται, διότι η γυναίκα είναι αδύναμη και εύκολα  μπορεί να παρασυρθεί, καθώς είναι και άμυαλη, και πρέπει να μπαίνουν στην ντροπή». Ο μη χριστιανός αδελφός μας, που παρέθεσε το χωρίο (μάλλον αλιευμένο από κάποιο ξενόγλωσσο βιβλίο), σχολιάζει επιθετικά: «Αυτά και άλλα πολλά “ωραία πραγματάκια” λέει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τις γυναίκες στο βιβλίο “Saint Chrysostomʼs Homilies on the Epistles of Paul to the Corinthians: Nicene and Post-Nicene Fathers of the Christian Church,  Part 12, [ Kessinger Publishing 2004 ], p. 222”».

H πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Πρόκειται για το έργο του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία ΛΖ΄ (στο Α΄ Κορινθ. 14, 34-40), Αι γυναίκες υμών εν ταις εκκλησίαις σιγάτωσαν. Ου γαρ επιτέτραπται αυταίς λαλείν, αλλ’ υποτάσσεσθαι, καθώς και ο νόμος λέγει. Εκεί, ο άγιος, αφού παραθέτει το χωρίο Α΄ Κορινθ. 14, 34, γράφει: «Είδες Παύλου σοφίαν, ηλίκην παρήγαγε μαρτυρίαν, ου σιγάν αυτοίς κελεύουσαν μόνον, αλλά και μετά φόβου σιγάν, και μετά φόβου τοσούτου, μεθ’ όσου την δούλην ησυχάζειν χρη; Διό και αυτός ειπών, ότι Ουκ επιτρέπεται αυταίς λαλείν, ουκ επήγανεν, Αλλά σιγάν, αλλα το πλέον αντί του σιγάν τέθεικε, το υποτάττεσθαι. Ει δε επί ανδρών τούτο, πολλώ μάλλον επί των διδασκάλων και πατέρων και του κοινού της εκκλησίας συλλόγου. Και ει μηδέ φθέγξονται, φησί, μηδέ ερωτήσουσι, τίνος ένεκεν και παρέσονται; Ίνα ακούωσι μεν α χρη, τα δε αμφιβαλλόμενα παρά των ανδρών οίκοι μανθανέτωσαν. […]. Και τι δήποτε εν τοσαύτη κατέστησεν αυταίς υποταγή; Ότι ασθενέστερον πώς εστίν η γυνή και ευρίπιστον και κούφον. Διά δη τούτο τους άνδρας αυταίς κατέστησε διδασκάλους, αμφοτέρους ωφελών. Εκείνας τε γαρ κοσμίας κατεσκεύασε, τούτους τε εναγωνίους εποίησεν, άτε μέλλοντας μετά πολλής της ακριβείας άπερ ήκουσαν ταις γυναιξί παρατίθεσθαι. Είτα, επειδή καλλωπίζεσθαι εντεύθεν ενόμιζον εκ του φθέγγεσθαι δημοσία, πάλιν εις τον εναντίον περιάγει τον λόγον, λέγων Αισχρόν γαρ εστί γυναικί εν εκκλησία λαλείν» (P.G. 61, 315).

Απόδοση στα νέα ελληνικά: Είδες τη σοφία του Παύλου, τι είδους μαρτυρία παρέθεσε [εννοεί τη φράση «Καθώς και ο νόμος λέγει», που ο άγιος τη θεωρεί υπαινιγμό του «Προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου», Γέν. 3, 16], δίνοντας εντολή όχι μόνο να σιγούν, αλλά να σιγούν με φόβο, και μάλιστα τέτοιο, με όσο πρέπει να ησυχάζει η δούλη; [Σχόλια: α) βλέπετε ότι δεν χαρακτηρίζει τη γυναίκα δούλη του άνδρα, β) όλοι οι στοιχειωδώς καταρτισμένοι χριστιανοί γνωρίζουμε ότι η λέξη «φόβος» στον Παύλο και στους Πατέρες εννοεί συστολή]. Γι’ αυτό και λέγοντας ότι «δεν επιτρέπεται να μιλούν» δεν πρόσθεσε «αλλά να σιγούν», αλλά έθεσε το ισχυρότερο «να υποτάσσονται». Αν αυτό ισχύει ως προς τους άντρες τους, πολύ περισσότερο ως προς τους διδασκάλους και πατέρες και στο σύνολο της εκκλησίας. Θα πει κάποιος όμως: αν δεν μιλήσουν ούτε κάνουν ερώτηση, γιατί να παρευρίσκονται; Για να ακούνε αυτά που πρέπει και, για όσα υπάρχουν αμφιβολίες, να τους ερμηνεύονται από τους άντρες τους στο σπίτι. […] Και γιατί τις έθεσε σε τέτοια υποταγή; Διότι η γυναίκα είναι κάπως ασθενέστερη και ευρίπιστη και κούφη [*ευρίπιστη: εκείνη που ριπίζεται (τρικυμίζει) εύκολα – κούφη: επιφανειακή, χωρίς βάθος, ίσως επιπόλαιη ή ματαιόδοξη]. Γι’ αυτό όρισε διδασκάλους τους τούς άντρες, ωφελώντας και τους δύο: εκείνες τις κατέστησε κόσμιες και εκείνους τους έθεσε σε επιφυλακή, επειδή θα έπρεπε με μεγάλη ακρίβεια να παρουσιάσουν στις γυναίκες αυτά που άκουσαν. Έπειτα, επειδή [οι γυναίκες] θεωρούσαν ότι έπρεπε να καλλωπίζονται, γιατί θα μιλούσαν σε δημόσια συνάθροιση, φέρνει το αντίθετο επιχείρημα, λέγοντας ότι «είναι αισχρό στη γυναίκα να μιλάει στην εκκλησία» [όχι δηλαδή επειδή είναι γυναίκα, αλλά επειδή, με τη σκέψη ότι πρόκειται να «κάνει δημόσια εμφάνιση», υποκύπτει στον πειρασμό να μεριμνά για τον καλλωπισμό της αντί για να αξιοποιήσει την παρουσία της στην ιερή τελετή για να αυξήσει τη μετοχή της στη θεία χάρη].

Στη συνέχεια ο άγιος Ιωάννης αναφέρεται στην ανάγκη ευταξίας στις εκκλησιαστικές συναθροίσεις, μιλώντας για την αταξία των χαρισματούχων, που στηλιτεύει ο Παύλος στο Α΄ Κορινθ. 12, και καταλήγει στο Πάντα δε ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω, Α΄ Κορινθ. 14, 40. Αυτά τα γράφει ο Παύλος, προσθέτει ο άγιος Ιωάννης, «πάλιν πλήττων τους εική βουλομένους ασχημονείν, και μανίας δόξαν λαμβάνειν, και την οικείαν μη φυλάττοντας τάξιν» (P.G. 61, 318, δηλ. εδώ ο Παύλος πάλι στηλιτεύει εκείνους που θέλουν να συμπεριφέρονται άσχημα, που έχουν μανία αυτοπροβολής και δεν διαφυλάσσουν την πρέπουσα ευταξία). Εδώ λοιπόν και σε ολόκληρη την ομιλία του, εκτός από το αρχικό απόσπασμα, ο άγιος Ιωάννης αναφέρεται στην αταξία που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά και γενικώς τη ζωή των ανδρών, και έτσι δικαιολογεί τη φράση του, ότι ο Παύλος επιθυμεί να καταστήσει τους άντρες «εναγωνίους» αναθέτοντάς τους την επεξήγηση των εκκλησιαστικών λόγων στις γυναίκες.

Από όλο το απόσπασμα, «επίμαχο» σημείο είναι μόνο το «ότι ασθενέστερον πώς εστίν η γυνή και ευρίπιστον και κούφον». Και εδώ ακόμη, ο άγιος λέει «πώς» (=κάπως), κάνοντας σαφές ότι δεν υποτιμά το γυναικείο φύλο, αλλά επισημαίνει κάποιες αδυναμίες του (πουθενά δεν μετριάζει έτσι το τόνο του, όταν υπογραμμίζει με περισσή ευθύτητα τα ελαττώματα των ανδρών, όπως π.χ. αμέσως παρακάτω, σε όλη την υπόλοιπη ομιλία του).

Τέτοια πράγματα προκαλούν δυσφορία σε γυναίκες ή σε «φίλους γυναικών» (με ή χωρίς εισαγωγικά), που κινούνται αυτόματα να πετάξουν πέτρα αναθέματος κατά του αγίου Ιωάννη. Δε λαμβάνουν υπόψιν ως ελαφρυντικό σ’ αυτή την απότομη και ερήμην καταδίκη του, ούτε το κολοσσιαίο φιλανθρωπικό έργο που επιτέλεσε, ακόμη και όταν ήταν εξόριστος στα βάθη της Μικράς Ασίας. Ωστόσο, νομίζω ότι ένας άγιος που υπερασπίστηκε με σθένος την αξιοπρέπεια της γυναίκας, τη διακήρυξε ευθέως «ελεύθερη και ισότιμη» δίπλα στον άντρα της, αναγνώρισε ότι μετέχει ισότιμα με το χριστιανό άντρα στη σοφία και τη χάρη του Θεού και την κάλεσε να διδάξει τους μη χριστιανούς άντρες, έπλεξε εγκώμια σε πλήθος γυναικείων προσωπικοτήτων (όπως οι αγίες Ταβιθά, Μαρία Μαγδαληνή, Πρίσκιλα, Σολομονή, Θέκλα, Δροσίδα, Πελαγία, Προσδόκη, Βερνίκη, Δομνίνα κ.π.ά., και φυσικά η Θεοτόκος), είχε ο ίδιος ολόκληρη ομάδα σπουδαίων (και αγίων) συνεργατισσών, με τις οποίες αντάλλαξε και επιστολές… νομίζω λοιπόν ότι αυτός ο άνθρωπος, ο φίλος των γυναικών, δικαιούται να πει μια τέτοια κουβέντα κατά τη διάρκεια ενός προφορικού κηρύγματός του, κουβέντα μάλιστα που ευθύς αμέσως γυρίζει «σε βάρος» των αντρών.

[Δύο διευκρινιστικές παρατηρήσεις: α) Οι γυναίκες μιλούσαν στην Εκκλησία, ως χαρισματούχες κινούμενες από το Άγιο Πνεύμα (Παύλος: «πάσα γυνή προσευχομένη ή προφητεύουσα…», Α΄ Κορινθ. 11, 5). Επομένως ο άγιος απόστολος Παύλος δεν αναφέρεται στην ομιλία γενικώς, αλλά σε «άσχετες» ομιλίες, που προφανώς διακόπτουν την ιερές τελετές. Γι’ αυτό και ο Χρυσόστομος μιλάει ουσιαστικά για τη γυναικεία συνήθεια της φλυαρίας. Η συνήθεια αυτή υπάρχει και στους άντρες, αλλά την εποχή εκείνη (ενίοτε και σήμερα) οι γυναίκες συνήθιζαν να μιλούν στην εκκλησία, επειδή η δραστηριότητά τους ήταν περιορισμένη και η εκκλησιαστική συνάθροιση ήταν μία από τις κυριότερες φορές που συναντούσαν τις φίλες, συγγενείς και γνωστές τους. β) Ούτε οι άντρες επιτρέπεται να μιλούν στην εκκλησία, παρά μόνον ο λειτουργός, ο ψάλτης ή ο αναγνώστης, δηλ. εκείνος που έχει έργο να επιτελέσει].

Δ) Τέλος, υπάρχουν νόθες φράσεις ή παράγραφοι, που έχουν παρεισφρήσει σε έργα αγίων από σφάλματα αντιγραφέων ή προσωπικές σημειώσεις των κατά καιρούς αναγνωστών, οι οποίες μεταγενέστερα, από άλλο αντιγραφέα, ενσωματώθηκαν στα χειρόγραφα και κατόπιν πέρασαν στις τυπωμένες εκδόσεις ως λόγια του συγγραφέα. Ένα τέτοιο παράδειγμα: στο προαναφερθέν έργο του αγ. Ιωάννη του Δαμασκηνού, εκεί όπου υπερασπίζεται την τιμή της Εύας, ενώ κάνει αναφορά στην «πονηρή» και αυτάρεσκη γυναίκα, κάποια στιγμή ξεφυτρώνει –ως μια ξεχωριστή μικρή παράγραφος– η φράση: «Γυνή το υποζύγιον το κακόν, ο σκώληξ ο συρόμενος, ο ένοικος του Αδάμ, του ψεύδους η θυγάτηρ, η φυλακή του παραδείσου, του Αδάμ η εκβλητρία, ο πολέμιος όλεθρος, η έχθρα της ειρήνης»!! (P.G., 95, 1329ΒC).

Η φράση αυτή δεν ταιριάζει ούτε στη συνάφειά της, ούτε στο γενικότερο ύφος (και ήθος) του κειμένου και προφανέστατα δεν ανήκει στη γραφίδα του αγίου, αλλά την έγραψε –πιθανόν στο περιθώριο ή από κάτω– κάποιος αναγνώστης κομπλεξικός ή προκατειλημμένος, που είχε πρόβλημα με τη γυναίκα του ή την ερωμένη του ή την πεθερά του ή τη σπιτονοικοκυρά του ή δεν ξέρω τι άλλο, και ξέσπασε γράφοντας αυτή τη φράση. Αργότερα, που το συγκεκριμένο αντίγραφο χρησιμοποιήθηκε (από τον ίδιο ή άλλο) να την παραγωγή ενός άλλου χειρόγραφου αντιγράφου, η φράση αυτή ενσωματώθηκε στο κείμενο και είναι τώρα στη διάθεση καθενός που δεν έχει δουλειά να κάνει και έχει όρεξη να μας ταλαιπωρεί –ας είναι καλά.

Άλλο ένα παράδειγμα: κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ένα απόσπασμα από έργο αποδιδόμενο στον άγιο Εφραίμ το Σύρο, ως δήθεν «δείγμα μισογυνισμού». Αγνοεί όμως ή αποκρύπτει ο αρθρογράφος ότι το έργο αυτό είναι αμφιβαλλόμενο, δηλαδή αμφισβητείται αν είναι στ’ αλήθεια έργο του αγίου Εφραίμ.

Ε) Εξαιρετικά σημαντική αιτία παρανοήσεων είναι η αποκοπή ενός αποσπάσματος από το σύνολο του έργου και η παράθεσή του με τέτοιο τρόπο, ώστε να οδηγηθεί ο αναγνώστης σε εσφαλμένα συμπεράσματα! Ένα ακόμη παράδειγμα από το διαδίκτυο: Τον 6ο αιώνα μ.Χ. ένας άνθρωπος που αποστρεφόταν την ανάληψη κάθε εξουσίας, αλλά επιθυμούσε να παραμείνει απλός και ταπεινός μέχρι τέλους (έγινε επίσκοπος μετά από πιέσεις και παραιτήθηκε σε μία μέρα), έγραψε:

«Η αγάπη που προέρχεται από οποιοδήποτε πράγμα του κόσμου τούτου, μοιάζει με μια μικρή λάμψη, που τρέφεται με λάδι, όπως το καντήλι, και έτσι διατηρεί το φως του. Μάλλον μοιάζει με ξερό χείμαρρο, που τρέχει μόνον όταν βρέχει, ενώ, αν σταματήσει η βροχή, σταματά κι αυτός. Η αγάπη όμως που προέρχεται από το Θεό είναι σαν μια πηγή αστείρευτη, γιατί έχει άφθονο και ατελείωτο νερό, γιατί μόνο ο Θεός είναι η πηγή της αγάπης.

»Καρδία ελεήμων σημαίνει καύσις καρδίας υπέρ όλης της κτίσεως, δηλαδή υπέρ των ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων και υπέρ παντός κτίσματος, από τη θύμηση και τη θεωρία των οποίων τρέχουν από τα μάτια δάκρυα και από την πολλή συμπάθεια και την ελεημοσύνη μικραίνει η καρδιά του ελεήμονος και δεν μπορεί να υποφέρει να δει ή να ακούσει κάποια βλάβη ή κάτι λυπηρό να γίνεται στην κτίση. Γι’ αυτό και υπέρ των αλόγων ζώων και υπέρ των εχθρών της αλήθειας και υπέρ εκείνων που τον βλάπτουν εύχεται κάθε ώρα με δάκρυα, για να τους φυλάξει και να τους ελεήσει ο Θεός.

»Μη μισήσεις ποτέ τον αμαρτωλό, γιατί όλοι είμαστε υπεύθυνοι για αμαρτίες. Κι αν ακόμα κινείσαι από ιερό ζήλο εναντίον του, μάλλον να κλάψεις γι’ αυτόν.

Άνθρωπε, γιατί μισείς τον αμαρτωλό; Τις αμαρτίες του να μισείς και να προσεύχεσαι γι’ αυτόν, για να γίνεις μιμητής του Χριστού, που δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών, αλλά προσευχόταν υπέρ αυτών. Δε βλέπεις πώς έκλαψε υπέρ της Ιερουσαλήμ; Ή μήπως κι εμείς σε πολλά δεν ξεγελιόμαστε απ’ το διάβολο; Γιατί λοιπόν να μισούμε εκείνον, που ξεγελάστηκε από τον εχθρό, όπως κι εμείς;

»Γιατί, άνθρωπε, μισείς τον αμαρτωλό; Μήπως τάχα γιατί δεν είναι δίκαιος, σαν εσένα; Και πού είναι η δικαιοσύνη σου, αν δεν έχεις αγάπη; Γιατί δεν κλαις μάλλον γι’ αυτόν, αλλά τον καταδιώκεις; Υπάρχουν μερικοί, που από την ανοησία τους οργίζονται, νομίζοντας πως είναι διακριτικοί στα έργα των αμαρτωλών…».

Ο άνθρωπος αυτός, που εξέφρασε στη ζωή του την απόλυτη αγάπη, είναι ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος. Ο συντάκτης κάποιου λιβελογραφήματος στο διαδίκτυο τον χαρακτηρίζει… «ανθρώπινο κτήνος». Δεν πειράζει, αδελφέ μου, ο άγιος συγχωρεί. Έλα να τον συκοφαντήσεις, λέγοντας ότι συμβουλεύει τους άνδρες «να μη συντρώγουν ποτέ με γυναίκα, ακόμη και με τη μητέρα ή την αδελφή τους»!

Κι όμως ο άγιος αυτό το γράφει απευθυνόμενος σε άνδρες μοναχούς και όχι σε όλο τον κόσμο – τα έργα του αγίου είναι Τα ευρεθέντα ασκητικά, δηλαδή γράφτηκαν όλα για να δώσουν συμβουλές αποκλειστικά και μόνο σε μοναχούς. Και εξυπακούεται ότι απευθύνεται σε αρχάριους μοναχούς, που μπορεί εύκολα να υποκύψουν σε πειρασμό, ακόμη κι αν κάνουν παρέα με γυναίκα της οικογένειάς τους. Δεν εννοώ ότι θα την ποθήσουν ερωτικά (όπως θα φανταστεί με χαρά κάθε «απέναντι»), αλλά ότι ανοίξει η πόρτα του νου τους για να φαντάζονται τη γυναίκα γενικώς –πράγμα που κινδυνεύουν να οδηγήσει σε αποτυχία την προσπάθειά τους και γενικά τη ζωή τους.

 

9. Αντί επιλόγου: η ιέρεια του σπιτιού μου

Η γιαγιά και –κυρίως– η μάνα μέσα στο σπίτι είναι η ιέρεια της κατ’ οίκον Εκκλησίας, του μικρότερου κυττάρου του παγκόσμιου σώματος του Χριστού (εντός του οποίου ωστόσο υπάρχει «η όλη Εκκλησία»). Είναι η ιέρεια, γιατί αυτή ανάβει το καντήλι, θυμιάζει μπροστά στις εικόνες και τις φωτογραφίες των νεκρών, προσεύχεται με θέρμη για όλα τα μέλη της οικογένειάς της, νηστεύει για χάρη τους και πιθανόν, ως η μαγείρισσα του σπιτιού (τι «υποτιμητικό», κατά τη γνώμη των σύγχρονων «φεμινιστών») ρυθμίζει το διαιτολόγιο της οικογένειας σύμφωνα με τις γιορτές και τις νηστείες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ακόμη, παρασκευάζει τα κόλλυβα, ζυμώνει το πρόσφορο και τον άρτο για την εκκλησία (τώρα τα αναθέτουμε στο φούρναρη και το ζαχαροπλάστη), αλλά και διδάσκει τα παιδιά πώς να προσεύχονται, να νηστεύουν, να εκκλησιάζονται, να εξομολογούνται και να συμμετέχουν στα ιερά μυστήρια, όπως το ευχέλαιο και φυσικά η θεία Μετάληψη (μπορεί βέβαια να τα διδάσκει με λάθος τρόπο, πιεστικά π.χ., αλλά παντού μπορεί να γίνουν λάθη – τα λάθη δεν ακυρώνουν την αξία και τη σημασία του σωστού). Είναι δηλαδή και η πνευματική δασκάλα των παιδιών της –αυτό που χαρακτηρίζουν ανοήτως «προσηλυτισμό» οι προκατειλημμένοι εναντίον μας, λες και οι ίδιοι δεν ενσταλάζουν στα παιδιά τους τις αξίες και τις πρακτικές του δικού τους πολιτισμού.

Και δε διδάσκει μόνο τα παιδιά της, αλλά και τον άντρα της και πιθανόν και τον πατέρα της, τους αδελφούς της και όλα τα άρρενα μέλη της οικογένειάς της (θυμάστε τι λέει παραπάνω ο Χρυσόστομος με αφορμή την αγία Πρίσκιλλα, P.G., 51, 191-192). Αυτό το αναφέρει –αναθέτοντάς της ουσιαστικά αυτό το ρόλο– και ο άγιος απόστολος Πέτρος στην Α΄ επιστολή του, που βρίσκεται μέσα στην Καινή Διαθήκη.

Ο Πέτρος γενικά έχει το γυναικείο φύλο σε μεγάλη υπόληψη (βλ. Α΄ Πέτρου, 3, 1-7). Πιστεύει ότι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος» που φέρουν μέσα τους είναι πολυτελής ενώπιον του Θεού και συνιστά το αληθινό κόσμημά τους. Και γράφει ότι οι άντρες οφείλουν στις γυναίκες τιμή, γιατί εκείνες είναι «συγκληρονόμοι χάριτος ζωής», δηλαδή μοιράζονται εξίσου με τους άντρες την ύψιστη προοπτική της θέωσης. Επίσης πρέπει να τους συμπεριφέρονται «κατά γνώσιν» (με φρόνηση) γιατί η γυναίκα έχει «ασθενέστερο σκεύος» (=το σώμα της είναι πιο εύθραυστο –ελπίζω να μην ξεσηκωθούν οι «φεμινιστές» που δεν τις φορτώνει με ξίφος και …πλάστη απέναντι στην αντρική αυθαιρεσία!). Οι γυναίκες, γράφει, πρέπει να «υποτάσσονται» στους άντρες τους (πάλι τα ίδια, θα πείτε), όμως «αγαθοποιούσαι και μη φοβούμεναι μηδεμίαν πτόησιν» (=κάνοντας το καλό και χωρίς να φοβούνται τίποτα, στίχ. 6)!! Κοινώς, «εγώ είμαι μαζί σας». Τι συμβαίνει λοιπόν; Συμβαίνει ότι αναθέτει στις γυναίκες το έργο της ηθικής διάπλασης των αντρών. Οι άντρες είναι ξεροκέφαλοι και πολλές φορές δεν πείθονται με τα λόγια, οπότε οι γυναίκες, γράφει, πρέπει να τους διαμορφώσουν ψυχικά με τη συνετή και τρυφερή συμπεριφορά τους.

Ακόμα κι αν διαφωνείτε μ’ αυτή την αντιμετώπιση, είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι ο Πέτρος (αντίθετα μ’ ό,τι λένε, σαφώς ψευδόμενα, κάποια γνωστικά «ευαγγέλια») όχι μόνο αγαπά και σέβεται τις γυναίκες, αλλά και υπολογίζει σ’ αυτές, μιλώντας εν μέσω της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που ήταν ένα κράτος καθαρά φαλλοκρατικό.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που τόσες μητέρες και σύζυγοι έχουν αγιάσει. Με αυτή την αναφορά ας μου επιτραπεί να κλείσω στο παρόν κείμενο, που ήδη το έχω αφιερώσει εξ αρχής στις δικές μου οικογενειακές ιέρειες και δασκάλες, εκείνες που έχουν περάσει, αυτή που τις διαδέχτηκε και εκείνη που πρόκειται να τις διαδεχτεί, αν θέλει ο Θεός και η Παναγία Μητέρα Του. Σας ευχαριστώ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σημαντικά βοηθήματά μου για τη σύνταξη του παρόντος υπήρξαν:

  • Η Κλεις της Ελληνικής Πατρολογίας του Δωρόθεου Σχολάριου (1812-1888), εκδ. «Ωφέλιμο Βιβλίο», Αθήναι 1980, η οποία περιέχει αναλυτικούς πίνακες περιεχομένων της κλασικής συλλογής του J. P. Migne Patrologia Graeca. Ο Θεός να αναπαύσει το συγγραφέα.
  • Οι φωτοτυπημένες σημειώσεις με πατερικά αποσπάσματα, που έδωσε κατά καιρούς στους σπουδαστές του ο καθηγητής Απόστολος Μπουρνέλης και τις έθεσε στη διάθεσή μου φίλος, πρώην σπουδαστής. Τον ευχαριστώ.
  • Μερικά πατερικά αποσπάσματα προέρχονται από τη μελέτη του Ι. Ταχού «Η θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα και τον χριστιανισμό», http://www.impantokratoros.gr/Gynaika-isothta.el.aspx.

Δημιουργία αρχείου: 8-12-2009.

Τελευταία ενημέρωση: 9-12-2009.

ΕΠΑΝΩ