Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Ορθοδοξία και Δογματική

Η Ιερά Παράδοση ως πηγή πίστεως // Η έννοια τής "Παρακαταθήκης" τής πίστεως // Είναι οι αρχές του Μοναχισμού διδασκαλίες του Κυρίου ή της ύστερης Εκκλησίας; // Η αξία της εμπειρίας τής Θείας αποκαλύψεως // Αποστολική ζωή, παράδοση και διαδοχή. Σε τι συνίσταται και πώς ήταν η αρχαία Εκκλησία;

Η ζωή και το έργο των Αποστόλων

Tι διαφορά είχε η σχέση τών αποστόλων προ και μετά την Πεντηκοστή;

τού π. Ι. Ρωμανίδη

 

Πηγή: Σεβ. Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου: "Πατερική Δογματική".

Ο Χριστός, με την επίσημη έναρξη του έργου Του, εξέλεξε δώδεκα Μαθητές, οι οποίοι έζησαν πάντα μαζί Του, τους δίδαξε, τους απέστειλε να κηρύξουν και γι’ αυτό χαρακτηρίσθηκαν Απόστολοι, οι οποίοι συνεχίζουν το έργο Του μετά την Πεντηκοστή.

Οι Απόστολοι κοντά στον Χριστό, τρία χρόνια, άκουσαν διδασκαλίες, είδαν θαυματουργικές ενέργειες, μερικοί αξιώθηκαν να Τον δουν μεταμορφωμένο στο Όρος Θαβώρ, μετείχαν του Μυστικού Δείπνου, έγιναν μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού και της Πεντηκοστής, έγιναν μέτοχοι του Αγίου Πνεύματος και δι’ Αυτού μέλη του Αναστάντος Σώματος του Χριστού.

Ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του γίνεται ο νέος Μωυσής που καθοδηγεί με άλλο τρόπο τον λαό του Θεού. Όπως οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Θεό μέσω του Μωυσή, έτσι και τώρα, οι Δώδεκα Απόστολοι συγκεντρώνονται γύρω από τον Χριστό, δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού.

«Μέσα στην Παλαιά Διαθήκη ο Λόγος επικοινωνεί μέσω του Προφήτου. Τώρα, είναι μέσω της ανθρώπινης φύσεώς Του. Γίνεται αυτό το πράγμα. Μαζεύονται οι Απόστολοι γύρω από τον Λόγον σαρκωθέντα. Έχουμε τώρα τους Δώδεκα Αποστόλους, όπως είχαμε τις δώδεκα φυλές τού Ισραήλ στην Παλαιά Διαθήκη, που όλες αυτές οι δώδεκα φυλές τού Ισραήλ μαζεύτηκαν γύρω από τον Θεό, μέσω τού Μωυσέως, και συγκροτήθηκε ο λαός τής Παλαιάς Διαθήκης.

Εδώ, αντί του Μωυσέως, έχουμε τον Χριστό πλέον. Αντί της σκηνής του Μαρτυρίου, που ήταν το κτιστό απεικόνισμα τού άκτιστου Νόμου, που είδε ο Μωυσής, είναι ο ίδιος ο Χριστός και μάς έδωσε τον κτιστό Νόμο, που είναι παιδαγωγός του Ακτίστου Νόμου. Ουδεμία ομοιότητα υπάρχει μεταξύ των δύο».

Ο Χριστός γίνεται ο Πνευματικός Πατέρας των Αποστόλων που τούς προετοιμάζει, τούς θεραπεύει κατάλληλα για να γίνουν Θεούμενοι, θεόπτες και θεόπνευστοι.

«Ο ίδιος ο Χριστός καθίσταται ο Πνευματικός Πατέρας των Αποστόλων. Εάν διάβαση κανείς την Καινή Διαθήκη, θα δη ότι ο Χριστός είναι ο Πνευματικός Πατέρας τών Αποστόλων. Και τι τούς κάνει; Τούς περνάει από την κάθαρση στον φωτισμό».

Οι Απόστολοι, δια του Χριστού, πέρασαν από την κάθαρση στον φωτισμό και ανυψώθηκαν στην θέωση. Γνώρισαν τον Χριστό κατά σάρκα προ της Αναλήψεώς Του και Τον γνώρισαν κατά πνεύμα την Πεντηκοστή. Δεν είναι δύο ανεξάρτητοι Χριστοί, αλλά ο ένας και ο Αυτός, ήταν όμως διαφορετική εμπειρία. Αυτό το βλέπουμε και στην εμφάνιση του Χριστού στους δύο Μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου, οι οποίοι έζησαν μία ημέρα μέσα στην δόξα του Θεού, αλλά και στο όρος Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωση Του και μετά την Ανάσταση Του στους Μαθητές. Δηλαδή, οι Μαθητές του Χριστού, πριν την Πεντηκοστή, έβλεπαν τον Χριστό κατά σάρκα και μερικές φορές μέσα από την ανθρώπινη σάρκα έβλεπαν ακτίνες της θείας δόξης. Μετά όμως την Πεντηκοστή βλέπουν τον Θεάνθρωπο Χριστό εν Πνεύματι μέσα στο Φως.

«Γι’ αυτόν τον λόγο, νομίζω, ότι κλειδί της όλης σωστής τοποθετήσεως της ιστορίας της θεολογίας είναι να καταλάβουμε αυτή την διαφορά: Ποιος είναι ο Χριστός κατά σάρκα και ποιος είναι ο Χριστός κατά πνεύμα. Διότι γνωρίζει κανείς τον Χριστό κατά σάρκα και κάποτε γνωρίζει κανείς τον Χριστό κατά πνεύμα. Είναι δύο διαφορετικοί Χριστοί; Όχι. Ένας είναι ο Χριστός. Το σώμα είναι ένα. Αλλά, όσοι τον είδαν προ της Αναλήψεως τον είδαν κατά σάρκα και όσοι τον βλέπουν μετά την Πεντηκοστή τον βλέπουν κατά πνεύμα. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος είδε τον Χριστό κατά πνεύμα και όχι κατά σάρκα. Τον εγνώρισε, λοιπόν, κατά πνεύμα. Κι αυτό, είναι το κλειδί της πατερικής ερμηνείας, ότι θα στείλη άλλον Παράκλητο, που θα οδήγηση εμάς εις πάσαν την αλήθειαν (Ιωάννης ιστ', 13)».

Όταν ο Χριστός είπε την γνωστή παραβολή του Σπορέως, οι Μαθητές Του τον παρακάλεσαν να τούς αναλύση το νόημα της παραβολής. Τότε ο Χριστός είπε: «υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, τοις δε λοιποίς εν παραβολαίς, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη συνιώσιν» (Λουκάς η', 8-10). Από αυτό αντιλαμβανόμαστε ότι άλλο είναι η γνώση τών μυστηρίων τής Βασιλείας τού Θεού και άλλο η διδασκαλία με παραβολές. Προφανώς, οι Απόστολοι ευρίσκονταν στην πρώτη κατηγορία.

«Ο Χριστός κάνει μια διάκριση και λέγει ότι οι έξω διδάσκονται με παραβολές, στους Αποστόλους εδόθη το γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας τού Θεού. Διδασκαλία εν παραβολαίς είναι ένα πράγμα και το να διδάσκεται κανείς τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού είναι άλλο πράγμα. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Λοιπόν, ο Χριστός διδάσκει τον κοσμάκη εν παραβολαίς, αλλά στους Αποστόλους αποκαλύπτει τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού με διδασκαλία.

Τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού είναι ακριβώς το αντικείμενο του τετάρτου ευαγγελίου. Το ευαγγέλιο του Ιωάννου είναι περί των μυστηρίων της βασιλείας του Θεού. Είναι μυσταγωγικό και δογματικό ευαγγέλιο και παραβολές υπάρχουν στα άλλα τρία συνοπτικά ευαγγέλια. Γι’ αυτό τον λόγο, το ευαγγέλιο του Ιωάννου δεν ασχολείται πάρα πολύ με τον διάβολο, αλλά ούτε ασχολείται πολύ με τις παραβολές. Ελάχιστες είναι οι παραβολές, σχεδόν ανύπαρκτες, στο ευαγγέλιο του Ιωάννου. Και αυτό καθρεπτίζεται από την διδασκαλία του Χριστού στα συνοπτικά ευαγγέλια που λέει: υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού και στους έξω εν παραβολαίς. Η διάκριση φαίνεται σαφέστατα.

Εκτός από αυτό υπάρχει διάκριση σαφής μεταξύ τού γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού και του ιδείν την βασιλεία ν του Θεού. Λοιπόν, διδάσκει ο Χριστός τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού με λόγια. Μετά όμως υπόσχεται ο Χριστός στους Αποστόλους και λέει: εισί τινές των ώδε εστηκότων οίτινες ου γεύσονται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλεία του Θεού εληλυθυΐαν εν δυνάμει (Μάρκος θ', 1). Στα τρία συνοπτικά ευαγγέλια αμέσως επακολουθεί η Μεταμόρφωση, που είναι δικαίωση αυτής της υποσχέσεως. Στην Μεταμόρφωση τι είδαν οι Απόστολοι, οι τρεις πρόκριτοι; Είδαν την Βασιλεία του Θεού. Σε ολόκληρη την πατερική παράδοση η δόξα του Θεού είναι η Βασιλεία του Θεού. Αυτή η αποκάλυψη της δόξης του Θεού στην Μεταμόρφωση είναι ακριβώς η ίδια η αποκάλυψη του Χριστού στην Παλαιά Διαθήκη».

Κατά την έλλαμψη του Χριστού στο Όρος Θαβώρ, οι τρεις Μαθητές βρίσκονταν μέσα στο Φως, το Φως προχεόταν από την σάρκα του Χριστού, η οποία όμως ήταν έξω από τους Μαθητές, αφού ακόμη δεν είχε συμβή η Πεντηκοστή. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ Μεταμορφώσεως και Πεντηκοστής. Και στις δύο περιπτώσεις, οι Μαθητές έφθασαν στην θεωρία του Φωτός, αλλά στην μεν Μεταμόρφωση το Σώμα του Χριστού ήταν έξω από τους Μαθητές, κατά την Πεντηκοστή, όμως, και μετά από αυτήν, οι Μαθητές ήταν μέλη του Αναστημένου Σώματος του Χριστού.

Κατά την Πεντηκοστή οι Μαθητές έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού, οπότε το Σώμα του Χριστού ενεργούσε έσωθεν. Ζώντας οι Άγιοι Απόστολοι μετά την Πεντηκοστή μέσα στην δόξα του Χριστού, μέσα στο άκτιστο Φως, έλαβαν το Φως αυτό και έλαμπαν ως φως στον κόσμο. Ο Χριστός είναι εκ φύσεως Φως, οι Απόστολοι το είχαν κατά μετοχή. Ο Χριστός «ποιεί» την θέωση, οι Απόστολοι «πάσχουν» την θέωση. Έτσι, όταν ο Χριστός έλεγε στους Μαθητές Του «υμείς εστε το φως του κόσμου» (Ματθαίος ε΄, 14), δεν το έλεγε ηθικιστικά, συναισθηματικά και συμβατικά, αλλά πραγματικά. Είχαν μέσα τους το άγιον Πνεύμα, είχαν εσωτερική νοερά προσευχή και έφθασαν στην θεωρία τού Φωτός. Αυτήν την έννοια έχουν οι λόγοι του Χριστού στους Μαθητές του: «υμείς εστέ το φως τού κόσμου».

«Και τώρα ακούω κάτι κηρύγματα, λένε ότι όλοι οι Χριστιανοί είναι φως του κόσμου. Τι λέτε φως του κόσμου, τι φως του κόσμου δηλαδή; Όταν ο Χριστός λέη υμείς εστέ το φως του κόσμου κλπ, εννοεί ότι τώρα, τώρα, τώρα είστε φωτισμένοι, είστε το φως του κόσμου, δηλαδή. Διότι αυτοί έχουν γίνει αναμμένες λαμπάδες, έχουν αέναη μνήμη Θεού μέσα τους, έχουν φθάσει στην θέωση, σε ορισμένες περιπτώσεις, γι’ αυτό είναι το φως του κόσμου, όχι καθένας είναι φως του κόσμου».

Οι Απόστολοι δεν ήταν σοφοί κατά σάρκα -κατά κόσμον- και η θεολογία τους δεν ήταν απόρροια της ισχυρής διανοίας, δεν ήταν φιλόσοφοι, αλλά θεολόγοι με την απόλυτη έννοια του όρου.

«Μεταξύ τών Αποστόλων δεν υπάρχει ούτε ένας φιλόσοφος, ο οποίος ασχολείται με φιλοσοφική μέθοδο ερεύνης, κ.ο.κ.».

Οι Απόστολοι, με την εμπειρία της Πεντηκοστής, έγιναν θεόπνευστοι. Η θεοπνευστία δεν έχει παροδικό χαρακτήρα, δεν ήταν, δηλαδή, οι Απόστολοι θεόπνευστοι την στιγμή που έγραφαν τις Επιστολές, αλλά ήταν θεόπνευστοι λόγω της θεοπτίας τους, πριν γράψουν τις Επιστολές.

«Ο Απόστολος Παύλος ήταν θεόπνευστος πριν σηκώσει την πένα του να γράψη την προς Ρωμαίους Επιστολή και έπαυσε να είναι θεόπνευστος, όταν στο τέλος έγραψε το Αμήν;».

Ήταν θεόπνευστος, διότι είχε μέθεξη της δόξης του Θεού και η θεολογία εξερχόταν από την ύπαρξή του. Και οι Απόστολοι ήταν θεόπνευστοι από την ημέρα της Πεντηκοστής και ό,τι έκαναν ήταν καρποί και αποτελέσματα της Θεώσεως.

Δημιουργία αρχείου: 3-4-2014.

Τελευταία ενημέρωση: 3-4-2014.