Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Αγία Γραφή

Περί Θεοπνευστίας // Σχέση Αγίας Γραφής και αποκάλυψης Θεού // Η ερμηνεία τής Αγίας Γραφής // Πρέπει να δεχόμαστε ΜΟΝΟ την Αγία Γραφή; // Από τα κτιστά ρήματα στα άρρητα ρήματα // "Πάσα γραφή Θεόπνευστος και ωφέλιμος" Μήπως περιορίζεται μόνο στην Αγία Γραφή; // Σκοπός τής Αγίας Γραφής είναι να καταργηθεί με την εμπειρία τής Θεώσεως

Η Αγία Γραφή κατά τους Πατέρες

Ισόκυρος μάρτυρας θείας αποκαλύψεως με την κτιστή δημιουργία

 

Πηγή: Από το βιβλίο " Η ερμηνεία της Αγίας γραφής στην Εκκλησία των Πατέρων",  Ι. Παναγόπουλος, εκδόσεις Άθως.

 

Κατ’ αρχήν στους Πατέρες δεν αναγνωρίζουμε την άποψη, που χαρακτηρίζει σήμερα την δυτική και δυτικίζουσα νεορθόδοξη θεολογία, ότι δηλαδή η Γραφή αποτελεί την αποκλειστική και περιεκτική καταγραφή της θείας αλήθειας, με άλλα λόγια την επαρκή έκθεση αιωνίων θείων αληθειών, εντολών και δογμάτων, που εξαντλούν τη θεία αποκάλυψη.

Η άποψη αυτή θεσμοποιεί απελπιστικά την αγ. Γραφή σε ιερό κείμενο, αυτάρκες καθαυτό, σε «αρχείο» και «αντικειμενικό» κριτήριο της θείας γνώσεως και παιδείας.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας εκπροσωπούν εντελώς διαφορετική άποψη. Χωρίς να αναπτύσσουν κάποια θεωρία για την φύση και τον χαρακτήρα της Γραφής, ανατρέχουν στην ιστορία της θείας οικονομίας και αφορμώνται πρώτιστα από τα γεγονότα, τα οποία μαρτυρεί η Γραφή. Έτσι κατανοείται και η άλλως παρεξηγήσιμη άποψή τους, ότι η κτιστή δημιουργία αποτελεί ισόκυρο με την Γραφή μάρτυρα της θείας αποκαλύψεως!

Η κοινή σε όλους τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς παράδοση για την θεοπνευστία της Αγίας Γραφής αφορά στην ουσία τα δια της Γραφής υποδηλούμενα και μαρτυρούμενα γεγονότα της θείας οικονομίας, τα οποία τελεί αυτός ο Θεός, και λιγότερο την γραπτή μορφή της θείας αποκαλύψεως. Η γραπτή αυτή μορφή είναι «σύμφωνη» με τα γεγονότα αυτά και συνεπώς δευτερογενής· είναι η ανθρώπινη, ιστορική έκφραση της θείας αποκαλύψεως, η οποία ασφαλώς ανταποκρίνεται κατά σύμμορφο και ακόλουθο τρόπο με την “θειότητα” των γεγονότων, που διαδηλώνει. Αυτή ακριβώς η “συμφωνία” γράμματος και πράγματος αποτελεί την ιδιάζουσα θεόπνευστη “φύση” της Αγίας Γραφής και φυσικά καθορίζει και τον τρόπο της ερμηνείας της. Συνεπώς η Γραφή ισχύει για την Εκκλησία ως “ιερά γραφή”, επειδή ακριβώς αποσκοπεί εις την “ωφέλειαν”, δηλαδή στην κατά Χριστό μόρφωση του βίου των πιστών. Αυτή η “ωφέλεια” είναι “ο σκοπός” της Γραφής και όχι η ενημέρωση απλώς για τα γεγονότα η πρόσωπα, που εξιστορεί.

Με αυτή την έννοια πρέπει να κατανοήσουμε την συνήθη από τον Κλήμεντα και τον Ωριγένη παράδοση (που επαναλαμβάνεται από τους μεταγενέστερους Πατέρες), ότι δηλαδή δεν υπάρχει κανένα απολύτως γράμμα της Γραφής, το οποίο είναι κενό η αργό. Με την συναίσθηση αυτή εξαντλούν οι εκκλησιαστικοί εξηγητές τις γνωστές στην εποχή τους φιλολογικές μεθόδους ερμηνείας, όπως είχαν αναπτυχθεί κυρίως στην Πέργαμο και την Αλεξάνδρεια κατά τους αμέσως προχριστιανικούς χρόνους.

Η ιστορική και φιλολογική κατανόηση των βιβλικών διηγήσεων ανήκει στις αναμφισβήτητες προϋποθέσεις της βιβλικής ερμηνείας των Ελλήνων Πατέρων. Αναφέρουμε την κλασική μαρτυρία του Μ. Βασιλείου, που εκφράζει αντιπροσωπευτικά μία σταθερή αρχή της βιβλικής πατερικής ερμηνείας:

"Το γαρ μη παρέργως ακούειν των θεολογικών φωνών, αλλά πειράσθαι τον εν εκάστη λέξει και εν εκάστη συλλαβή κεκρυμμένον νουν εξιχνεύειν, ουκ αργών εις ευσέβειαν, άλλα γνωριζόντων τον σκοπόν της κλήσεως ημών· ότι πρόκειται ημίν ομοιωθήναι Θεώ, κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε, ουκ άνευ γνώσεως· η δε γνώσις, ουκ εντός διδαγμάτων. Λόγος δε διδασκαλίας αρχή· λόγου δε μέρη συλλαβαί και λέξεις. Ώστε ουκ έξω σκοπού γέγονε των συλλαβών η εξέτασις. Ου μην ότι μικρά, ως αν τω δόξαι, τα ερωτήματα, δια τούτο και παροφθήναι άξια· αλλ' επειδή δυσθήρατος η αλήθεια, πανταχόθεν υμίν εξιχνευτέα... Ως ει τις των πρώτων στοιχείων ως σμικρών υπερίδοι, ουδέποτε των τελείων της σοφίας εφάψεται" ("Περί τού Αγίου Πνεύματος προς Αμφιλόχιον)..

Με την προϋπόθεση αυτή το αληθινό νόημα της Γραφής δεν αναγνωρίζεται εύκολα πάντοτε και από τους πάντες. Επειδή ακριβώς η θεία αλήθεια διατυπώνεται με την βοήθεια της ανθρώπινης γλώσσας, η οποία εκφράζει πάντα κτιστές και πεπερασμένες πραγματικότητες και ποτέ την Θεία Ουσία, γι' αυτό πρέπει η αγ. Γραφή να θεωρηθεί κατά βάση ως «χειραγωγία προς το ζητούμενον» ή ως «ένδειξη» του θείου θελήματος.

Με άλλα λόγια, η αγ. Γραφή καθαυτή, ως γραπτός λόγος, δεν είναι η θεία αποκάλυψη, αλλά η θεόπνευστη μαρτυρία της, ο μοναδικός και σίγουρος οδηγός προς αυτή και με την έννοιαν αυτή ο «νοητός παράδεισος» (Κύριλλος Αλεξ.), «θησαυρός» και «φως» (Ιωάνν. Χρυσόστομος), ο οποίος αποκαλύπτει και ενεργοποιεί, με τους πνευματικούς όρους της πίστεως, τη θεία ζωή στην ιστορική ζωή των πιστών.

Οι Έλληνες Πατέρες ποτέ δεν αντιμετώπισαν την Γραφή ως απλό γραπτό κείμενο, αλλά ως την αυθεντική φανέρωση «πάντων των συνεχόντων και κατεπειγόντων» πραγμάτων, που αφορούν αποκλειστικά στο «κέρδος» του ανθρώπου. Ο ι. Χρυσόστομος μάλιστα θεωρεί την συγγραφή των ιερών βιβλίων ως έκπτωση, επειδή έπαυσε, εξαιτίας της αμελείας του βίου και των αιρέσεων, να εγγράφεται στον νου και την καρδιά των πιστών ο θείος λόγος, γι' αυτό «εδέησε πάλιν της από των γραμμάτων υπομνήσεως» (Υπόμνημα προς τον άγιον Ματθαίον Ομιλία Α).

Μάλιστα συχνά ισχυρίζονται ότι την ύπαρξη και την ιστορική δράση του Θεού αποκαλύπτει, παράλληλα με την Γραφή, και η δημιουργία. «Η εν τη κτίσει θεωρουμένη σοφία, λόγος εστί, καν μη έναρθρος ή». (Αγίου Γρηγορίου Νύσσης "Απολογητικός προς Πέτρον τον αδελφόν αυτού, περί τής Εξαημέρου").

Συνεπώς η «ουσία» της Αγίας Γραφής είναι η «ενέργεια», δηλαδή ο εκσυγχρονισμός των πραγμάτων που σημαίνει στην ιστορική ζωή των πιστών (που γίνεται φυσικά με καθορισμένους πνευματικούς όρους) και όχι αποκλειστικά η γραπτή μορφή της. Παράβαλλε την κλασική εξήγηση του ονόματος «Χριστιανός»: «διδάσκαλος και οδηγός προς τον βίον». Από την άποψη αυτή ταυτίζεται φυσικά με την Εκκλησία, επειδή ακριβώς αποβλέπουν και οι δύο στον ίδιο «σκοπό».

Δημιουργία αρχείου: 19-9-2016.

Τελευταία μορφοποιηση: 19-9-2016.

ΕΠΑΝΩ