Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Γένεση

Ο άνθρωπος πλάσθηκε ως εικόνα τού Χριστού // Η διδασκαλία αγίων Πατέρων και Θεολόγων για το "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν" // Η διαφορά τού κατ' εικόνα από το καθ' ομοίωσιν κατά τον Ν. Ματσούκα

Η πτώση του ανθρώπου

Η προπτωτική ζωή των Πρωτοπλάστων

π. Ιωάννη Ρωμανίδη

 

Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

 

Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε αναλυτικά πώς δημιουργήθηκε η κτίση και ο άνθρωπος, πώς λειτουργούσαν η ψυχή και το σώμα και ποιος ήταν ο φυσιολογικός άνθρωπος μετά την δημιουργία του.

Ο θεόπτης Μωυσής στο βιβλίο της Γενέσεως δεν περιγράφει μόνον τα σχετικά με την δημιουργία του κόσμου, αλλά και τα γεγονότα της πτώσεως του ανθρώπου και τις συνέπειες της πτώσεως σε όλη την κτίση. Η κτίση δεν είχε ελευθερία για να πέση στην φθορά, αλλά παρασύρθηκε από τον πεπτωκότα άνθρωπο. Δεδομένου ότι ο άνθρωπος αποτελείται και από τον αισθητό κόσμο, συνεπάγεται ότι μετέδωσε τις συνέπειες της αμαρτίας σε όλη την κτίση.

Προ της πτώσεως ο νους του ανθρώπου είχε κοινωνία με τον Θεό και τους αγγέλους, έβλεπε την δόξα του Θεού και μέσα στην προοπτική αυτήν μεταμορφώνονταν όλες οι ενέργειες της ψυχής και του σώματος. Όλα είχαν φορά και κίνηση προς τον Θεό. Μετά την πτώση, όμως, αντιστράφηκαν τα δεδομένα αυτά, αφού ο σκοτεινός νους δεν διηύθυνε τις ενέργειες της ψυχής και του σώματος, δεν ακτινοβολούσε το φως στην κτίση.

Στην συνέχεια θα δούμε τι συντελέσθηκε με την πτώση του ανθρώπου.

Τόσο η προπτωτική όσο και η μεταπτωτική κατάσταση των Πρωτοπλάστων καταγράφονται στο βιβλίο της Γενέσεως από τον θεόπτη Μωυσή. Ο ίδιος απέκτησε «αυτοπτικόν όμμα», είδε τον Όντα και γνώρισε εν Πνεύματι όλα τα γεγονότα. Στην συνέχεια, τα περιέγραψε με κτιστά ρήματα και νοήματα.

Αλλά και πριν από τον Μωυσή περιγράφονται σποραδικά παρόμοιες καταστάσεις από τους Προφήτες και τους Πατέρες προ του Νόμου. Και εκείνοι απέκτησαν προσωπική γνώση των γεγονότων αυτών.

Το ίδιο γίνεται και από τους Πατέρες δια μέσου των αιώνων. Διαβάζουν τα γεγονότα της δημιουργίας του ανθρώπου και της πτώσεως από το βιβλίο της Γενέσεως, αλλά τα ερμηνεύουν μέσα από την προσωπική τους εμπειρία. Με άλλα λόγια, με την προσωπική εμπειρία που απέκτησαν, ερμηνεύουν τόσο τον προπτωτικό όσο και τον μεταπτωτικό άνθρωπο.

Για το πώς ήταν ο Αδάμ προ της πτώσεως, υπάρχουν δύο παραδόσεις, ήτοι η Αλεξανδρινή και η Αντιοχειανή. Και οι δύο αυτές απόψεις καταγράφονται στο έργο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

«Υπάρχει ιστορία περί δημιουργίας του ανθρώπου στην Γένεση. Υπάρχει πατερική ερμηνεία αυτού του κεφαλαίου της δημιουργίας, της πτώσεως κ.ο.κ.

Στην πατερική θεολογία υπάρχουν δύο ερμηνείες της πτώσεως. Η μία ερμηνεία, που επικρατεί στην Αντιόχεια, είναι ότι ο άνθρωπος όταν πλάσθηκε, ο Θεός τον έβαλε σε κατάσταση φωτισμού και έπεσε από τον φωτισμό. Στην Καππαδοκία, Αλεξάνδρεια και σε άλλα μέρη της αρχαίας Εκκλησίας, υπάρχει η παράδοση ότι ο άνθρωπος ευρίσκεται στην κατάσταση της Θεώσεως. Και άλλες παραδόσεις έχουν συνδυασμό των δύο». 

«Ορισμένοι Πατέρες της Εκκλησίας πιστεύουν ότι ο νους των Πρωτοπλάστων ήταν εν θεοπτία. Είναι ισχυρά αυτή η παράδοση, είναι η αλεξανδρινή σχολή. Στην Αντιοχειανή όμως θεολογία, υπήρχε η μνήμη Θεού, με θεοπτία κάποτε-κάποτε, αλλά, κυρίως, με την μνήμη και την δική τους εμπειρία της ασκητικής και υπάρχουν δύο στάδια στην θεωρία. Το ένα στάδιο είναι ο φωτισμός, που είναι η αδιάλειπτη προσευχή, και το άλλο είναι η έλλαμψη, η θέα, η διαρκής θέα, που είναι η θεοπτία, που είναι η θέωση».

«Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας περιγράφει και τις δύο απόψεις και δεν λαμβάνει καμιά θέση στο θέμα. Αφήνει στον αναγνώστη να επιλέξη όποια θέλει».

«Έχω δημοσιεύσει μια μελέτη που κάνω μία περιγραφή του Ιωάννου Δαμασκηνού. Ο Δαμασκηνός περιγράφει τους Πρωτοπλάστους με δύο τρόπους: στην μία περίπτωση έχουν νοερά προσευχή, στην άλλη έχουν θέωση. Τώρα, εάν είχαν θέωση ή νοερά προσευχή, δηλαδή εάν ο νους είχε μνήμη Θεού ή ο νους έβλεπε τον Θεό, είναι δύο παραδόσεις. Ποια είναι σωστή, δεν ξέρουμε».

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύοντας το βιβλίο της Γενέσεως «δεν ασχολούνται με τον Αδάμ ως Αδάμ, αλλά με τον νουν του Αδάμ, ο οποίος Αδάμ αρρώστησε επειδή σκοτίσθηκε ο νους του». Γι' αυτό δεν περιγράφονται αναλυτικά διάφορα γεγονότα από την ζωή των Πρωτοπλάστων προ της πτώσεως. Τους Πατέρες τους ενδιαφέρει τι έγινε με την πτώση. Στην πραγματικότητα τονίζεται η κατάσταση του νου προ της πτώσεως και η κατάστασή του μετά την πτώση, αφού «βασικά ο άνθρωπος επλάσθη για την θέωση».

«Ουσιαστικά οι Πατέρες δεν ενδιαφέρονταν για τους Πρωτοπλάστους ακριβώς πότε δημιουργήθηκαν, πώς δημιουργήθηκαν, σε τι κατάσταση ευρίσκοντο κλπ. Αλλά τι κάνανε, Έπαιρναν την παρούσα εμπειρία του φωτισμού και της Θεώσεως και βάσει αυτής έκαναν ερμηνεία της Παλαιός Διαθήκης. 

Γνώριζαν αυτήν την εμπειρία του φωτισμού και από τους Προφήτες και από την Καινή Διαθήκη, αλλά, κυρίως, από την προσωπική τους εμπειρία, διότι είχαν Πνευματικό Πατέρα σε κατάσταση φωτισμού, ο οποίος ίσως "ταξίδευε" κάποτε-κάποτε σε κατάσταση Θεώσεως δηλαδή. Αυτός από την προσωπική του εμπειρία είχε τα πνευματικά τέκνα και τους οδηγούσε από τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και τους Αποστόλους και έκαναν σωστή ερμηνεία της Αγίας Γραφής».

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευαν τα της δημιουργίας του Αδάμ και της Εύας και την ζωή τους στον Παράδεισο πριν την πτώση βάσει της θεοπτικής εμπειρίας την οποία είχαν οι ίδιοι ή όπως την είδαν σε θεουμένους Πατέρες. Όταν, δηλαδή, έβλεπαν Αγίους που είχαν ανακαινισθή πνευματικά και είχαν εμπειρίες του φωτισμού και της Θεώσεως, έλεγαν ότι έτσι περίπου θα ζούσαν οι Πρωτόπλαστοι στον Παράδεισο. Το «περίπου θα ζούσαν» δείχνει ότι τώρα με την ενανθρώπηση του Χριστού και την θέωση της ανθρωπίνης φύσεως στην υπόσταση του Λόγου, δόθηκε η δυνατότητα στον άνθρωπο να ενωθή με τον Χριστό και επομένως η θέωσή του να είναι ισχυρότερη και ο θεούμενος να βιώση υπέρτερη πνευματική κατάσταση από εκείνη που ζούσε ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο.

«Έτσι, οι Πατέρες παίρνουν τον θεούμενο όπως είναι τώρα και τον εν θεωρία ζώντα όπως είναι τώρα και προβάλλουν τον σημερινό πνευματικό στην εποχή του Αδάμ και της Εύας. Δηλαδή, οι Πατέρες παίρνουν την σημερινή κατάσταση της θεωρίας που είναι νοερά προσευχή, θέωση, και είπαν αυτός είναι ο άνθρωπος, αυτή είναι η πεπτωκυία κατάσταση του ανθρώπου, αυτή είναι η αναστημένη κατάσταση του ανθρώπου. Οπότε, όταν θεολογούν περί του Αδάμ και της Εύας απλώς θεολογούν από αυτής της απόψεως.

Εάν ο Αδάμ και η Εύα είχαν νοερά προσευχή ή την θέωση δηλαδή, εάν είχαν θεοπτία ή νοερά προσευχή, μπορεί να ήταν το ένα ή το άλλο. Ήσαν πάντως σε κατάσταση θεωρίας. Γι' αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία. Εάν η θεωρία ήταν αέναη μνήμη Θεού ή εάν ήταν θεοπτία είναι άλλο θέμα».

Επίσης, πρέπει να σημειωθή ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ανέλυσαν την πνευματική κατάσταση των Πρωτοπλάστων μέσα στην προοπτική της ανακαινίσεως του ανθρώπου, δηλαδή της θεραπείας του, και όχι με μια διάθεση περιεργείας, επιστημονικής ή πνευματικής.

«Λέμε πώς ήταν οι Πρωτόπλαστοι. Και ήσαν ή με την νοερά προσευχή ή με την θεοπτία, δηλαδή με θέωση. Είναι αδιάφορο πώς ήταν ακριβώς, δεν μας ενδιαφέρει αν ήσαν με νοερή προσευχή ή με θέωση. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο άνθρωπος έτσι θεραπεύεται. Και πριν αρρωστήσει, στην φυσιολογική του χαρισματική κατάσταση, ήταν ή έτσι ή έτσι, είναι αδιάφορο. Ο νους όμως είναι ένα ανθρωπολογικό φαινόμενο.

Όπως έχουμε κύτταρα, καρδιά, αρτηρίες κλπ., έτσι εκτός από αυτά, ο άνθρωπος έχει και αυτό τον νου, ο οποίος είναι σκοτισμένος. Αλλά, ο νους δεν είναι θεολογικό φαινόμενο ούτε φιλοσοφικό φαινόμενο. Είναι ανθρωπολογικό φαινόμενο, είναι αναπόσπαστο μέρος της ανθρωπίνης προσωπικότητος, όπως είναι τα μάτια, τα δόντια, η μύτη κ.ο.κ.».

Δημιουργία αρχείου: 1-2-2016.

Τελευταία ενημέρωση: 1-2-2016.

ΕΠΑΝΩ