Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Χριστιανική Δογματική

Γνώση Κεφ. 4ο μέρος 2ο // Περιεχόμενα // Οι Βιβλικές προϋποθέσεις περί Θεού

 Β΄ ΠΕΡΙ ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΩΣ

I. Περί Πίστεως

 

 Στο περασμένο μάθημα τελειώσαμε την εξέταση της γνώσεως. Και όσον αφορά βέβαια τη γνώση του Θεού, θα επαναλάβουμε τα βασικά σημεία γιατί έχουν σχέση με αυτά που θα πούμε εδώ. Σας υπενθυμίζω ότι η γνώση έχει οντολογικό περιεχόμενο και αυτό σημαίνει ότι η γνώση περιλαμβάνει την ταύτιση των όντων. Ότι αναγνωρίζω δηλαδή, ότι κάποιο ον υπάρχει.

Αυτή η ταύτιση, η αναγνώριση ενός όντος ότι υπάρχει και αυτό σημαίνει ότι υπάρχει αυτό και όχι κάποιο άλλο, ότι αυτό είναι αυτό και όχι ένα άλλο. Ότι αυτό, είναι αυτό το τραπέζι και όχι το άλλο τραπέζι. Η ταύτιση σημαίνει όχι απλώς ότι κάποιο ον είναι ον, αλλά ότι είναι αυτό και όχι κάποιο άλλο και είπαμε επίσης ότι η γνώση ως ταύτιση των όντων είναι δύο ειδών βασικά:

Α. Είναι η γνώση των πραγμάτων, των όντων δηλαδή που μας παρουσιάζονται ως αντικείμενα τα έχουμε μπροστά μας, μας είναι δεδομένα, τα ταυτίζουμε διότι πρέπει να τα ταυτίσουμε, τα ταυτίζουμε, τα γνωρίζουμε δηλαδή με τη μέθοδο της απομονώσεως από τα άλλα αντικείμενα, της περιγραφής δηλαδή των ιδιωμάτων των χαρακτηριστικών τους με βάση την εμπειρία τη γενικότερη που έχουμε. Τα εντάσσουμε δηλαδή μέσα σ’ ένα πλέγμα σχέσεων με άλλα αντικείμενα τα οποία γνωρίζουμε ώστε από πράγματα, να τα κάνουμε χρήματα, να τα χρησιμοποιήσουμε. Αυτή η γνώση δεν εφαρμόζεται στη γνώση του Θεού για προφανείς λόγους τους οποίους εξηγήσαμε.

Β. Μας μένει το άλλο είδος της γνώσεως που το περιγράψαμε ως γνώση των προσώπων, ως την ταύτιση ενός όντος εν ελευθερία και αγάπη δηλαδή. Εν ελευθερία θα πει όχι διότι το ον αυτό μας επιβάλλει με την παρουσία του την αναγνώρισή του. Όχι διότι έχει ορισμένα χαρακτηριστικά και ιδιότητες, τα οποία πρέπει να γνωρίσουμε, αλλά διότι ελεύθερα μας αποκαλύπτει τον εαυτό του και εμείς ελεύθερα πάλι, το ταυτίζουμε και αναγνωρίζουμε την ύπαρξή του. Δεν μας επιβάλλεται η γνώση στην περίπτωση αυτή, ελεύθερα την αποκτούμε αυτή τη γνώση. Και εν αγάπη, σημαίνει ότι την αποκτούμε αυτή την ταύτιση του άλλου μέσα σε μια σχέση αγαπητική. Το άλλο ον μας είναι απολύτως απαραίτητο για την ίδια μας την ύπαρξη. Μια υπαρξιακή αλληλεξάρτηση. Έτσι λοιπόν γνωρίζουμε κάποιον, γνωρίζουμε το Θεό στην περίπτωση αυτή, όχι με τη μορφή μιας δυνάμεως απροσώπου, η οποία επιβάλλει την παρουσία της λόγω των ιδιοτήτων της, της δυνάμεως ας πούμε, αλλά Τον γνωρίζουμε ως ένα πρόσωπο το οποίο συνιστά μέρος μιας αγαπητικής σχέσεως, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο και απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξή μας. Και Τον γνωρίζουμε συνεπώς διότι ελεύθερα μας αποκαλύπτει τον εαυτό Του και όχι διότι μας οδηγεί η παρατήρηση του κόσμου (όπως στον Πλατωνισμό) ή κάποια λογική αναγκαιότητα ή πειθώ. Δεν πρόκειται λοιπόν για γνώση που προέρχεται από πειθώ λογική.

Είπαμε επίσης ότι η γνώση αυτή του Θεού μας προσφέρεται μέσω μιας αγαπητικής σχέσεως στην οποία ο Θεός ταυτίζεται αιώνια, γνωρίζεται αιώνια, ανεξάρτητα από μας και από τον κόσμο, και η σχέση αυτή η αγαπητική είναι η σχέση του Πατέρα με τον Υιό. Επομένως γνωρίζουμε τον Θεό εν Χριστώ, εν Υιώ και μόνον, με το να γίνουμε μέρος της σχέσεως αυτής της αγαπητικής που υπάρχει. Μόνο ο Υιός γνωρίζει τον Πατέρα. Ως ουσία , ως φύση δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό και ούτε πρέπει να αναζητήσουμε να γνωρίσουμε το Θεό. Διότι τότε τον γνωρίζουμε με αναγκαιότητα. Δηλαδή τον γνωρίζουμε με τις ιδιότητες. Αυτό συνεπάγεται ότι ο Θεός γνωρίζεται εν Χριστώ και μόνον. Αλλά επειδή περιλαμβάνει αυτή η μέθοδος της γνώσεως του Θεού και το γεγονός της αγάπης, της σχέσεως της αγαπητικής, ο Θεός γνωρίζεται συνεπώς μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας που δημιουργεί το Άγιο Πνεύμα, γι’ αυτό δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό χωρίς το Χριστό και χωρίς το Άγιο Πνεύμα, που δημιουργεί αυτό το πλέγμα των αγαπητικών σχέσων ως κοινωνία.

Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις θα προχωρήσουμε στην εξέταση της εννοίας της πίστως αρχίζοντας από εδώ την εξέταση των κυρίων στοιχείων της Δογματικής, όπως μας προσφέρονται στο Σύμβολο της Πίστεως. Αυτή η δομή της Δογματικής είναι και η μόνη ορθή δομή. Διότι αν φύγουμε απ’ τη δομή αυτή, συστηματοποιούμε τα δόγματα με φάση λογικές κατεργασίες π.χ. όταν έχουμε έννοιες δογματικές, όπως σωτηριολογία κλπ, όλα αυτά είναι έννοιες τις οποίες παίρνουμε λογικά και τις κάνουμε τμήματα ενός συστήματος, και η Δογματική γίνεται σύστημα λογικό. Ενώ αν πάρουμε το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο, όπως είπαμε, δεν είναι λογική δομή αλλά δομή βασισμένη σε υπαρξιακές σχέσεις που εισάγουμε με το βάπτισμα κυρίως και τη Θεία Ευχαριστία, τότε είμαστε σε ασφαλές έδαφος.

Λοιπόν, το Σύμβολο αρχίζει με τη λέξη: «Πιστεύω». Τι σημαίνει «Πιστεύω»; Το πρόβλημα της σχέσεως και πίστεως, όπως ξέρετε ίσως, είναι ένα από τα βασικά προβλήματα. Αλλά ξεκινά όλος ο προβληματισμός αυτός, από ορισμένες προϋποθέσεις που αναπτύχθηκαν στη Δύση και οι οποίες δεν ισχύουν για μας. Το θέμα γνώσεως και πίστεως αποτελεί για πολλούς ένα δίλημμα. ΄Η γνωρίζεις ή πιστεύεις. Όποιος πιστεύει, εγκαταλείπει τη γνώση, είναι το δίλημμα αυτό του «Πίστευε και μη ερεύνα» που λένε. Υπάρχει και η αντίληψη ότι η γνώση προπορεύεται της πίστεως ή αντίθετη αντίληψη ότι η πίστη προπορεύεται της γνώσεως και αναζητεί εν πάση περιπτώσει τη λογική της, όπως διατυπώθηκε από τον Αυγουστίνο. Το ίδιο θέμα αυτό, είναι μια παραλλαγή του προβλήματος που ήδη θίξαμε κατά κάποιο τρόπο, εάν προηγείται η αγάπη της γνώσεως ή η γνώση της αγάπης. Με άλλα λόγια μπορούμε ν’ αγαπάμε κάτι που δεν το γνωρίζουμε;

Το θέμα ήδη έχει τεθεί από τον Αυγουστίνο. Είχε δοθεί και η απάντηση η οποία επεκράτησε στη Δύση και αναπτύχθηκε από τον Θωμά τον Ακινάτη ιδιαιτέρως, και από τους μεγάλους δυτικούς στοχαστές. Πήραν τη θέση ότι εάν δεν γνωρίσεις, δεν μπορείς να αγαπήσεις. Δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κάτι που δεν το γνωρίζουμε. Επομένως αυτό φιλοσοφικά σημαίνει ότι η σχέση που δημιουργούμε με ένα ον προϋποθέτει την αντικειμενική αναγνώριση του όντος. Όλο αυτό στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι η γνώση είναι θέμα διανοητικής συλλήψεως, ενώ η αγάπη είναι βασικά θέμα συναισθηματικό. Αλλά είδαμε στα προηγούμενα μαθήματα ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα για μας. Ότι, με άλλα λόγια, δεν μπορείς να γνωρίζεις εάν δεν αγαπάς, όπως είδαμε στον απ. Παύλο, στην Α΄ επιστολή του Ιωάννου κλπ. Αλλά θα πρέπει να το επεξηγήσουμε αυτό κάπως, διότι δεν είναι σωστό ούτε να λέμε ότι η γνώση προηγείται της αγάπης, αλλά ούτε ότι η αγάπη προηγείται της γνώσεως. Και αυτό είναι λάθος. Δεν αγαπάμε για να γνωρίσουμε. Εκείνο που είναι σωστό, που προκύπτει από όσα είπαμε ως τώρα, είναι ότι αυτά τα δύο ταυτίζονται. Ότι η γνώση είναι η αγάπη και η αγάπη είναι η γνώση. Διότι η αγάπη όταν εκληφθεί σαν σχέση προσώπων και όχι σαν συναίσθημα ή ιδιότητα της φύσεως, τότε σημαίνει ότι δημιουργεί αυτή τη σχέση, η οποία μας αποκαλύπτει την ταυτότητα του άλλου. Και αυτό είναι η γνώση: η αποκάλυψη, η αναγνώριση της ταυτότητας ενός όντος. Επομένως γνώση και αγάπη διίστανται, το ένα δεν προηγείται του άλλου, αλλά ταυτίζονται.

Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για την πίστη. Η πίστη και η γνώση βασικά ταυτίζονται. Είναι το ίδιο πράγμα. Ας το πούμε πιο αναλυτικά αυτό. Θα ήθελα να λάβουμε εδώ υπ’ όψιν μας πρώτα τις ιστορικές προϋποθέσεις αυτού που λέμε: «Πιστεύω». Πρέπει ν’ ανατρέξουμε πάλι όπως είπα και στα πρώτα μαθήματα, βασικά στη λειτουργική εμπειρία της Εκκλησίας. Τι σημαίνει «πιστεύω» μέσα στα πλαίσια του Συμβόλου της Πίστεως;

Όπως θα ξέρετε ίσως, στη βαπτισματική λειτουργική πράξη της αρχαίας Εκκλησίας, τον οποία μας παραδίδει ήδη τον Β΄ Αιώνα ο Ιουστίνος και αργότερα ο Κύριλλος Ιεροσολύμων με περισσότερη λεπτομέρεια, για βαπτισθεί κάποιος πρέπει προηγουμένως να υποβληθεί στους εξορκισμούς, και οι εξορκισμοί αυτοί συνοδεύονται από την πρόσκληση που απευθυνόταν σ’ αυτόν που προσήλθε για το βάπτισμα, να στραφεί από τη Δύση στην Ανατολή. Αυτό είναι μία πολύ σημαντική λειτουργική ενέργεια διότι περιλαμβάνει αυτή την πράξη της μεταστροφής, της αλλαγής της στάσεως εκ Δυσμών προς Ανατολάς. Θα δούμε στη συνέχεια τι νόημα έχει αυτή η στροφή προς Ανατολάς. Αλλά αυτή αύτη η στροφή σημαίνει ότι για να πει «πιστεύω» ο άνθρωπος, θα πρέπει να αλλάξει στάση απέναντι των όντων. Επομένως η πίστη είναι βασικά μια στάση που παίρνει ο άνθρωπος απέναντι της υπάρξεως, και η στάση αυτή είναι οπωσδήποτε αντίθετη από εκείνη που παίρνει με τη βιολογική του υπόσταση. Όταν γεννιέται ο άνθρωπος παίρνει μια στάση απέναντι στη ζωή, απέναντι των όντων, απέναντι του Θεού. Λοιπόν αυτό πρέπει να ανατραπεί και η στροφή θα γίνει προς Ανατολάς (θα δούμε τι σημαίνει). Οπωσδήποτε δεν μπορείς να πεις «πιστεύω» εάν είσαι προσκολλημένος στην ίδια κατεύθυνση που έχεις πάρει από τη βιολογική σου γέννηση.

Πριν αναλύσουμε αυτό το «προς Ανατολάς», ας αναφέρουμε την άλλη βασική πλευρά αυτής της λειτουργικής πράξεως, η οποία είναι ότι το «Πιστεύω» αποτελεί απάντηση σε μια ερώτηση. Δεν είναι ποτέ κάτι που μπορεί να προέλθει μόνο του από την οιαδήποτε στάση, την οιαδήποτε σκέψη ή τοποθέτηση του ανθρώπου μόνου του. Χρειάζεται να απαντήσει σε μίαν ερώτηση που την θέτουν οι άλλοι. Οι δε άλλοι που θέτουν την ερώτηση είναι η κοινότητα της Εκκλησίας. Συνεπώς έξω από τα πλαίσια της κοινότητας της Εκκλησίας δεν μπορεί να πει «Πιστεύω» ο άνθρωπος. Δεν μπορεί μέσα στο δωμάτιό του κλεισμένος ο άνθρωπος ν’ αναπτύξει την πίστη. Μόνο μέσα στην κοινότητα, η οποία του θέτει το ερώτημα. Το «Πιστεύω» λοιπόν είναι απάντηση σε ένα ερώτημα, δεν είναι νοητό χωρίς ερώτηση.

Το δεύτερο βασικό στοιχείο είναι αυτό που συνεπάγεται το «προς Ανατολάς» και το οποίο θα δούμε ότι έχει τεράστια σημασία. Η Ανατολή λειτουργικά, όπως ξέρετε, είναι το σημείο προς το οποίο κατευθύνονταν οι προσευχές των πρώτων Χριστιανών διότι απ’ εκεί ανεμένετο η επάνοδος του Χριστού. Ήταν συνεπώς το κατ’ εξοχήν εσχατολογικό σημείο, ας πούμε, μέσα στη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας. Η στροφή προς Ανατολάς εσήμαινε λοιπόν ότι σκεφτόμαστε προς το σημείο εκείνο, από το οποίο αναμένουμε τα Έσχατα να εισδύσουν και να πραγματοποιηθούν. Είναι λοιπόν η Πίστη, εν τοιαύτη περιπτώσει μια στροφή προς τα Έσχατα.

Προσέξτε τώρα, να δείτε με βάση αυτές τις παρατηρήσεις, πώς κατανοείται ο ορισμός της πίστεως που βρίσκουμε στην προς Εβραίους Επιστολή. Ξέρετε ότι τον μόνο συστηματικό ορισμό που έχουμε είναι αυτός που βρίσκουμε στην προς Εβραίους επιστολή, στο 11ο κεφάλαιο στον α΄ στίχο: «έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων».

Τι βλέπουμε μέσα σ’ αυτό τον στίχο, σ’ αυτό τον ορισμό της πίστεως; Τα στοιχεία ακριβώς τα οποία προσπάθησα να σας περιγράψω και τα αναλύω πάλι. Πρώτο στοιχείο είναι ότι η πίστη είναι γνώση. Δηλαδή είναι ταύτιση οντολογική. Προσέξτε, ότι χρησιμοποιεί εκεί ο συγγραφεύς τη λέξη: «υπόσταση». «Πίστις εστί υπόστασις». Η Υπόσταση είναι οντολογική έκφραση. Μπορούμε να την μεταφράσουμε ακριβώς μ’ αυτό που ονόμασα ταύτιση, ταυτισμό οντολογικό. Ότι κάτι όντως υπάρχει. Ότι είναι αυτό και δεν είναι κάτι άλλο. Λόγω αυτής της εννοίας της υποστάσεως άλλωστε εισέδυσε ο όρος και επίσημα στη Δογματική τον Δ΄ αιώνα. Επομένως όταν λέμε ότι η πίστη είναι υπόσταση, εννοούμε ότι με την πίστη κάνουμε μια αναγνώριση ενός όντος μια ταύτιση ενός όντος, και φυσικά η λέξις: «πραγμάτων» κι αυτή δείχνει προς αυτήν την κατεύθυνση του οντολογικού.

Αλλά το δεύτερο στοιχείο είναι ότι η γνώση αυτή, η ταύτιση αυτή, η υπόσταση αυτή είναι εσχατολογική. Είναι «υπόστασις ελπιζομένων». Για  πράγματα τα οποία θα έλθουν, τα οποία δεν τα έχουμε αυτή τη στιγμή μπροστά μας. Επομένως με την πίστη στρέφεται κανείς προς το μέλλον, προς τα Έσχατα. Και αναγνωρίζει ως υφιστάμενα (προσέξτε «υπόστασις»), πράγματα τα οποία από άποψη φύσεως δεν υφίστανται. Εξ’ ού και το δεύτερο σκέλος του ορισμού, το οποίο επεξηγεί το πρώτο: «Πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Πράγματα, τα οποία δεν τα βλέπουμε – και εδώ το «βλεπομένων» έχει και κάποιο Πλατωνικό υπόβαθρο. Η προς Εβραίους επιστολή δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά. Όταν λέγει: «ου βλεπομένων» βάζει το δάκτυλο επάνω στο καίριο σημείο της γνώσεως, που είναι η όραση για τους Έλληνες. Η όραση λοιπόν, σημαίνει γενικά τη γνώση. Τα βλεπόμενα είναι αυτά που μας πείθουν ότι υπάρχουν. Τα μη βλεπόμενα είναι αυτά που δεν υπόκεινται στον έλεγχο των αισθήσεων γενικά. Δεν πρόκειται συνεπώς μόνο για την όραση αλλά για κάθε έλεγχο τών αισθήσεων. Τώρα τι σημασία έχει αυτό;

Η σημασία έγκειται σ’ αυτό που είπα και στο προηγούμενο μάθημα, ότι ενώ με τα βλεπόμενα, με όσα δηλαδή υπόκεινται στον έλεγχο των αισθήσεών μας, (και εδώ θα πρέπει να διευρύνουμε και να μην πούμε μόνο για τις αισθήσεις αλλά να πούμε και τη λογική, ό,τι μας πείθει λογικά, ό,τι μας πείθει δια των αισθήσεων, ό,τι μας πείθει εξ’ αντικειμένου) δεν έχουμε πίστη, αντιθέτως πίστη έχουμε όταν κάτι μας πείθει όχι εξ αντικειμένου, δηλαδή όχι λόγω του ότι είμαστε υποχρεωμένοι ν’ αναγνωρίσουμε την ύπαρξή του. Επομένως υπεισέρχεται στην πίστη, πάλι η έννοια της ελευθερίας. Δεν πιστεύουμε διότι πρέπει να πιστέψουμε, διότι είμαστε υποχρεωμένοι να πιστέψουμε. Ό,τι είπα για ην γνώση την προηγούμενη φορά, το ίδιο ισχύει και για την πίστη.

Η παρουσία κάποιου ανθρώπου μπροστά σας, που ελέγχεται από τις αισθήσεις σας, από την όρασή σας, είναι υποχρεωτική για σας από άποψη γνώσεως. Δεν μπορείτε να πείτε ότι δεν τον γνωρίζετε, δεν τον ταυτίζετε οντολογικά. Επιβάλλεται από τις αισθήσεις σας, είναι μια γνώση υποχρεωτική για εσάς. Αυτό προέρχεται από το ότι ελέγχεται η γνώση, η υπόστασή του ελέγχεται από τις αισθήσεις σας ή από τις αισθήσεις του νοός σας, από το λόγο. Εν πάση περιπτώσει, είτε με το λόγο, είτε με  τις αισθήσεις, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις την υπόσταση κάποιου όντος και συνεπώς αυτό δεν μπορούμε βάσει του ορισμού αυτού της προς Εβραίους, να το ονομάσουμε πίστη. Πίστη, λοιπόν, δεν είναι ό,τι μας προβάλλει ως υποχρεωτική γνώση ή φύση των πραγμάτων, ούτε ό,τι μας επιβάλλει ως υποχρεωτική γνώση η εμπειρία και η ιστορία, αλλά ό,τι μας έρχεται ως υπόσταση, από τα μέλλοντα που δεν προέρχεται από την ιστορία και την εμπειρία, ή από τα μη «βλεπόμενα». Που σημαίνει ότι δεν προέρχεται η πίστη από τα ελεγχόμενα από τη φύση και τις αισθήσεις.

Με άλλα λόγια η πίστη μας καλεί να κάνουμε ένα άλμα έξω από την υποχρεωτική γνώση. Δεν μπορούμε δηλαδή να συνδυάσουμε αυτά τα δύο πράγματα. Και αυτή η υποχρεωτική γνώση είναι πολύ λεπτό πράγμα, διότι μπορεί να σημαίνει και κάτι ψυχολογικό, οπότε η πίστη ερμηνεύεται σαν εμπιστοσύνη που έχει κάποιος προς κάποιον. Το παιδί έχει εμπιστοσύνη στη μάνα του. Θα το λέγαμε πίστη αυτό; Δεν είναι όμως ακριβώς αυτό που υπονοεί ο όρος εδώ. Διότι η εμπιστοσύνη αυτή προέρχεται από μία αιτία φυσική και εμπειρική. Το παιδί έχει πεισθεί ότι το αγαπά η μητέρα του φυσικά. Διότι το μητρικό φίλτρο το έπεισε ήδη από την κυοφορία ότι το φροντίζει η μητέρα και έχει πεισθεί εμπειρικά και όταν δει το φως της ζωής, που και πάλι η μητέρα το φροντίζει. Γι’ αυτό και το παιδί δεν γελιέται, ποιοι το αγαπούν και ποιοι δεν το αγαπούν. Έχει μια μεγάλη διαίσθηση η οποία προέρχεται από έναν έλεγχο όχι «ου βλεπομένων», αλλά καλώς «βλεπομένων».

Αυτή λοιπόν η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αποτελέσει τον ορισμό της πίστεως σκέτη ως εμπιστοσύνη, όπως πολλοί βλέπουν την πίστη. Πρόκειται για κάτι, θα έλεγα, πολύ πιο δραματικό. Το δραματικό είναι ότι κάνεις ένα άλμα, μια στροφή. Και τι συμβαίνει; Την βάση σου, την υπόστασή σου, δεν την τοποθετείς πλέον σ’ αυτά που σου προσφέρει η φύση ως σίγουρα και ελεγχόμενα πράγματα. Δεν στηρίζεται επομένως η πίστη στην εμπειρία αυτών των ήδη βεβαιωμένων πραγμάτων. Αλλά προέρχεται από τη στροφή προς πράγματα, τα οποία δεν ελέγχονται με τις αισθήσεις.

Η πίστη λοιπόν συνεπάγεται να μη στηρίζεται η ασφάλειά μας, η υπόστασή μας, σε ό,τι ελέγχεται λογικά με τις αισθήσεις ή με την εμπειρία, διότι αυτό συνεπάγεται αναγκαστικότητα. Και θετικά σημαίνει την τοποθέτηση τής ασφάλειάς μας σε ό,τι δεν ελέγχεται από τις αισθήσεις και δεν βεβαιώνεται από την εμπειρία. Και όταν λέγω εμπειρία, εννοώ την ιστορική εμπειρία, αλλά επίσης και την ψυχολογική εμπειρία, η οποία μπορεί αν ακολουθήσει την πίστη αλλά είναι η προϋπόθεση και η βάση της πίστεως.

Αυτό το ζούσαν οι πρώτοι Χριστιανοί κατά έναν τρόπο που εμείς δυσκολευόμαστε να το συλλάβουμε. Όλοι αυτοί οι ορισμοί της πίστεως που βλέπουμε και στην προς Εβραίους αλλά και που εξυπακούονται στην βαπτισματική εμπειρία, προϋπέθεταν τα εξής:

Οι πρώτοι Χριστιανοί με το βάπτισμα, και επομένως με την πίστη, εκαλούντο να αλλάξουν εντελώς τη βάση της υποστάσεώς τους. Την ταυτότητά τους δεν μπορούσαν να την αντλήσουν πλέον από πράγματα που την αντλούσε κάθε άνθρωπος. Και αυτό σήμαινε κυρίως δύο πράγματα, δύο ειδών σχέσεις και ήσαν εκεί πλέον υπό κρίσιν. Και γι’ αυτό ονόμασα την πίστη «κρίση». Περνούσαν αυτή τη μεγάλη κρίση, τη μεγάλη στροφή, εκ Δυσμών προς Ανατολάς.

Το ένα ήταν οι βιολογικές σχέσεις. Και αυτό είναι βασικό, διότι είναι αυτό το πρώτο που μας δίνει την ασφάλειά μας. Σας είπα προηγουμένως για το παιδί. Έχει την ασφάλειά του βασισμένη πάνω στις βιολογικές του σχέσεις με τους γονείς του με την οικογένεια. Εάν λοιπόν το βγάλετε μέσα από αυτές τις σχέσεις και ζητούσατε να ταυτισθεί αυτό, να αυτοταυτισθεί, να ταυτισθεί από μας, τουτέστι να γνωσθεί ανεξάρτητα από αυτές τις σχέσεις, τότε το καλείτε σε ένα ξερίζωμα, σε μια αλλαγή της υποστάσεως.

Το δεύτερο είδος σχέσεως, το οποίο είναι καθοριστικό για την ασφάλειά μας, για τις ταυτότητές μας, είναι το κοινωνικό. Και κατ’ εξοχήν – όπως ήταν στην εποχή εκείνη οι πρώτοι Χριστιανοί, αλλά και σήμερα, - το πολιτικό, το πολιτιστικό στοιχείο. Δηλαδή φαντασθείτε έναν άνθρωπο, ο οποίος κυκλοφορεί χωρίς διαβατήριο. Τουτέστιν έναν άνθρωπο, που δεν έχει υπόσταση που του τη δίνει ένα κράτος. Είναι ο πιο ανύπαρκτος άνθρωπος, ουσιαστικά ο πιο αγνοούμενος και ο πιο άγνωστος. Ούτε ο ίδιος μπορεί να ταυτισθεί ούτε μπορεί να αισθανθεί ασφάλεια. Διότι η ασφάλεια προέρχεται από το ότι ανήκω σε κάποια κοινωνία, σε κάποιο κράτος το οποίο εγγυάται όχι μόνο την ακεραιότητά μου, αλλά και την ίδια την υπόστασή μου, το ότι υπάρχω. Πολλές φορές διερωτάται κανείς, γιατί ζητούν τα πιστοποιητικά Γεννήσεως. Δεν υπάρχει πιο οφθαλμοφανές πράγμα από το ότι γεννηθήκαμε. Εν τούτοις πρέπει κάποιος να το πιστοποιήσει ότι γεννηθήκαμε, αλλιώς είναι σαν  να μην έχουμε γεννηθεί, χωρίς τον πολιτειακό, χωρίς τον κοινωνικό παράγοντα, ο οποίος να επιβεβαιώσει ότι όντως γεννηθήκαμε. Επομένως αν δεν μας αναγνωρίζει ένα κράτος, ότι ανήκουμε σ’ αυτό, δεν έχουμε βάση ασφαλείας κοινωνική. Όπως αν δεν έχουμε μια οικογένεια, δεν έχουμε γονείς, δεν έχουμε βάση βιολογική. Αυτές οι δύο βάσεις είναι που καθορίζουν την ταυτότητά μας και αυτές είναι οι ελεγχόμενες βάσεις πραγμάτων «βλεπομένων».

Εδώ είναι η προϋπόθεση, από την οποία ξεκίνησε ο ορισμός της πίστεως και η εμπειρία των πρώτων Χριστιανών ήταν αυτού του είδους εμπειρία. Δύο πράγματα εκαλούντο με την πίστη και με το βάπτισμα να κάνουν: Πρώτον, να απαρνηθούν την ίδια τους την οικογένεια. Σε σημείο που να διαβάζουμε στα Ευαγγέλια, ότι εάν δεν εγκαταλείψετε τους δικούς σας, δεν μπορείτε να με ακολουθήσετε, λέγει ο Χριστός. Και ο Λουκάς το παρουσιάζει αυτό με αυτά τα σκληρά λόγια: Εάν δεν μισήσετε τους δικούς σας δεν μπορείτε να με ακολουθήσετε.

Δηλαδή ένα πλήρες ξερίζωμα. Δεν μπορείς να έχεις πίστη αν δεν ξεριζωθείς από την ασφάλεια που σου δίνει η βιολογική σου υπόσταση. Και το δεύτερο στοιχείο, που ίσχυε πάλι για τους πρώτους Χριστιανούς αλλά δεν ισχύει για εμάς σήμερα, είναι ότι δεν είχαν αναγνώριση νομική. Χρειάστηκε να έρθει ο Μ. Κωνσταντίνος για να δώσει στους Χριστιανούς αναγνώριση νομική. Ήσαν, όπως λέμε, στην παρανομία. Και ζούσαν στην παρανομία. Και γι’ αυτό λέει ο Παύλος και πάλι στην προς Εβραίους επιστολή, που είναι βγαλμένη από αυτή την εμπειρία της παρανομίας και των διωγμών, ότι «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Είναι μία παράφραση του ορισμού τής πίστεως. «Πόλις» εν προκειμένω είναι το πολίτευμα. «Ημών δε το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει». Δεν έχουμε πόλη, θα πει δεν έχομε πολιτειακή υπόσταση, δεν έχουμε ταυτότητα, δεν έχουμε διαβατήριο ως Χριστιανοί.

Με το βάπτισμα λοιπόν χάνεις το διαβατήριό σου. Αποκτάς μία ταυτότητα την οποία δεν σου αναγνωρίζει η πολιτεία. Και τι συμβαίνει; «Την μέλλουσαν επιζητούμε». Να, το εσχατολογικό. Η «πόλις» μας, η οποία μας έχει πολιτογραφήσει, η οποία μας δίδει την ταυτότητά μας, είναι «μέλλουσα». Δεν είναι παρούσα. Σκεφθείτε λοιπόν να είσθε πολιτογραφημένος σε μία πολιτεία, η οποία ακόμη δεν έχει εγκαταστήσει το κράτος της στην ιστορία. Αυτό είναι η πίστη. Δηλαδή το άλμα αυτό, η βεβαιότητα που αποκτάς ότι όντως υπάρχεις, ότι όντως έχεις μια ταυτότητα που σου την αναγνωρίζει κάποιος, τον Οποίον δεν βλέπεις και ο Οποίος σου υπόσχεται μελλοντικά πράγματα και με βάση αυτές τις υποσχέσεις εσύ πιστεύεις ότι έχεις υπόσταση, έχεις ταυτότητα.

Αυτή λοιπόν η στροφή προς τα πράγματα τα μη ελεγχόμενα και βεβαιούμενα ιστορικά, εμπειρικά, βιολογικά, αυτή είναι η ουσία της πίστεως. Και γι’ αυτό η πίστη είναι συνυφασμένη με την ελευθερία, διότι, όπως σας εξήγησα και προηγουμένως, δεν προέρχεται η πίστη αυτή από μια βεβαιότητα ελεγχόμενη από τη λογική ή από την εμπειρία.

Ακόμη και όταν με την πίστη ο Θεός μας αποκαλύπτεται και βιούται κατά κάποιο τρόπο η σχέση μας αυτή και γίνεται εμπειρία. Και πάλι η πίστη δεν πρέπει να στηρίζεται, να προέρχεται από αυτές τις εμπειρικές αποδείξεις. Πρέπει και εις πείσμα πολλές φορές της απουσίας τέτοιων αποδείξεων ή μάλλον πολλές φορές όταν ο Θεός σιωπά και φεύγει και δεν Τον βλέπουμε ούτε στην εμπειρία την πνευματική, τότε η πίστη είναι πραγματική πίστη. Όταν αναγνωρίσει κανείς, ότι υπάρχει ο Θεός και ότι οι υποσχέσεις Του είναι πραγματικότητες, έστω και εάν τα αντίθετα μας λέγει η εμπειρία μας και η λογική μας. Είναι λοιπόν, θα λέγαμε, η πίστη αυτό το άλμα προς ένα Ον, το οποίο πιστεύουμε ότι μας αγαπά, ό,τι κι αν γίνει. Όσες αποδείξεις περί του αντιθέτου κι αν έχουμε, πιστεύουμε ότι το Πρόσωπο αυτό δεν μας εγκαταλείπει, μας αγαπά και εμείς το κάνουμε αναπόσπαστο τμήμα της υπάρξεώς μας και επομένως δεν μπορούμε να υπάρχουμε διαφορετικά. Μπορούμε βέβαια, είμαστε ελεύθεροι, δεν είμαστε υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων αντικειμενικά, να αναγνωρίσουμε την ύπαρξή του, αλλά ελεύθερα, επειδή αυτήν την σχέση την αγαπητική την κάνουμε μέρος της υπάρξεώς μας, αναγνωρίζουμε την ύπαρξή του και στηρίζουμε εκεί την ασφάλειά μας και όχι στην εμπειρία μας ή σε αντικειμενικές πραγματικότητες.

Οι πρώτοι Χριστιανοί λοιπόν έκαναν αυτά τα άλματα και σαν αποτέλεσμα αυτού, η πίστη είχε πλέον ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο. Το περιεχόμενο του να αποκτάς μία ταυτότητα, την οποία σου δίνει πλέον ο Θεός και μία κοινότητα εσχατολογική. Μια κοινότητα η οποία θα γίνει πραγματικότητα. Δεν στηρίζεις, λοιπόν, την πίστη σου, την ασφάλειά σου, σε τίποτα από αυτά που σου δίνει η πολιτεία, από αυτά που σου δίνει η οικογένεια.

Γι’ αυτό είναι σημαντικό στην Κυριακή Προσευχή να προσέξουμε αυτά τα λόγια: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς». Το «εν τοις ουρανοίς» το υποβαθμίζουμε πολλές φορές, το ξεχνούμε και το θεωρούμε απλώς ότι ο Θεός υπάρχει «εν ουρανοίς». Το «εν ουρανοίς» έχει κριτικό περιεχόμενο. Σημαίνει «εν ουρανοίς» και όχι «επί γης». Πρέπει να ερμηνευθεί σε σχέση με όσα λέει αλλού ο Χριστός «και Πατέρα μη καλέσετε υμών επί της γης, είς γαρ ο Πατήρ υμών εν τοις ουρανοίς», ή «εάν δεν εγκαταλείψετε τον πατέρα υμών και τη μητέρα…» Όλα αυτά είναι ένα πράγμα, είναι μία στάση, στην οποία καλείται ο πιστός να τοποθετηθεί και η οποία συνεπάγεται την τοποθέτηση της ασφαλείας μας επάνω σε πράγματα που δεν ελέγχονται βιολογικά, εμπειρικά, ιστορικά. Διότι το «εν τοις ουρανοίς» είναι κάτι που δεν μπορείς να το καθορίσεις αντικειμενικά. Αυτή η υπερβατικότητα, το «εν ουρανοίς», είναι ο τρόπος, με τον οποίο οι Εβραίοι δήλωναν την υπερβατικότητα και την ελευθερία του Θεού.

Επομένως δημιουργείς μια σχέση με την πίστη που από τη μία μεριά σε συνδέει με το Θεό ως Πατέρα κατά τρόπο που δεν ελέγχεις τον Θεό, γιατί είναι «εν ουρανοίς». Και δεύτερον σε μία σχέση με τους άλλους, η οποία δεν είναι πάλι αυτή η αναγκαστική σχέση που μας δίνει η οικογένεια ή το κράτος.

Αυτό λοιπόν εννοούσαν οι πρώτοι Χριστιανοί όταν έλεγαν: «Πιστεύω». Επαναλαμβάνω το κύριο σημείο: Εννοούσαν ότι εκαλούντο από εκεί και πέρα, από τη στιγμή του βαπτίσματος, να μη αντλούν την ασφάλεια και την ταυτότητά τους, την υπόστασή τους, ούτε από το κράτος, ούτε από την οικογένεια, ούτε από οτιδήποτε ελέγχεται με τις αισθήσεις και με τη λογική. Αλλά να την αντλούν από το Θεό, ο Οποίος είναι «εν τοις ουρανοίς» και όχι «επί της γης». Ο Οποίος δεν ελέγχεται από τις αισθήσεις και υπερβαίνει την εμπειρία μας. Και από την «μέλλουσα πόλη» τουτέστι από τα ελπιζόμενα, και όχι από τα ήδη κεκτημένα.

Εδώ, τώρα, με βάση αυτή την παρατήρηση, αυτόν τον ορισμό της πίστεως, δημιουργείται αμέσως ένα σοβαρό πρόβλημα: Τι γίνεται με την ιστορική αποκάλυψη του Θεού; Έχουμε ορισμένα ιστορικά στοιχεία, θα έλεγα ορισμένες ιστορικές αποδείξεις της υπάρξεως του Θεού; Εάν αφήσουμε τις φυσικές αποδείξεις, οι οποίες είναι μάλλον παγανιστικές, ο Θεός δεν αποδεικνύεται βάσει της φύσεως αν και κατά κάποια έννοια, μια αίσθηση του Θεού παίρνουμε και από τη φύση χωρίς να είναι αυτό που στηρίζει την πίστη μας. Οι ιστορικές αποδείξεις, οι οποίες ιδιαίτερα για τους Εβραίους είχαν μεγάλη σημασία, όπως βλέπετε και από τα Ευαγγέλια, δεν αποτελούν μια απόδειξη, στην οποία στηρίζουμε την πίστη μας; Δηλαδή, αυτός ο Θεός στον οποίο πιστεύουμε, δεν είναι «αμαρτύρητος» (Πράξεις 14/ιδ΄ 17) Δεν άφησε τον εαυτό του «αμαρτύρητο». Υπάρχουν μαρτυρίες της υπάρξεώς του κυρίως ιστορικής φύσεως. Όταν θαυματουργεί και βγάζει τους Ισραηλίτες από δύσκολες καταστάσεις, αυτό διαρκώς το εκμεταλλεύεται η Βίβλος και λέγει, αυτόν τον Θεόν Τον λησμονείτε; Δεν πιστεύετε τον Θεόν ο οποίος έκανε αυτό και αυτό για τα λαό Του; Όλα αυτά τα πράγματα είναι αποδείξεις, αν θέλετε, εμπειρικές. Και επίσης το κατ’ εξοχήν γεγονός που έχουμε εμείς οι Χριστιανοί της μαρτυρίας της υπάρξεως του Θεού, που είναι ο ίδιος ο Χριστός, η ζωή του Χριστού, ο θάνατος του Χριστού, ως ιστορικά γεγονότα, όλα αυτά δεν αποτελούν μια φυσική, αντικειμενική βάση της πίστεως;

Εδώ τώρα χρειάζεται η μεγάλη προσοχή. Διότι ναι μεν αποτελούν, αλλά συγχρόνως και δεν πρέπει να αποτελούν. Αυτό χρειάζεται να το επεξηγήσουμε. Ό,τι μας έχει ήδη δοθεί από τον Θεό σαν μαρτυρία της υπάρξεώς Του δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε στην Πίστη. Γι’ αυτό και το Σύμβολο της Πίστεως αρχίζει και προχωρεί με αναφορές στις πράξεις, στα έργα του Θεού στην ιστορία. Αλλά είναι αυτό η βάση, στην οποία θα πρέπει να στηρίξουμε την πίστη; Εάν προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός μας παρέχει μαρτυρίες της υπάρξεώς Του μέσω της Ιστορίας, ακόμη και με την Ανάσταση του Χριστού, θα δούμε ότι περιέχουν όλες αυτές οι μαρτυρίες ένα παράδοξο. Ναι μεν είναι οι ίδιες βέβαιες και σίγουρες αλλά σαν να μη θέλει ο Θεός να τις κάνει αναγκαστικά πειστικές. Καμιά φορά σκέπτομαι, τι θα γινόταν εάν η Ανάληψη του Χριστού δεν μεσολαβούσε και τα πράγματα … συνεχίζονταν με την Ανάσταση; Ποιος θα μπορούσε να μην πιστέψει στον Θεό; Θα ήταν απολύτως υποχρεωτική, πειστική η παρουσία του Θεού. Εάν βλέπατε το Χριστό να κυκλοφορεί κατά τρόπο, όπως ο Θωμάς τον ψηλάφισε και επείσθη, μπορείτε να μη πιστέψετε;

Αλλά όταν λέω σαν «να μη θέλει», το αντλώ αυτό από την απάντησή Του στο Θωμά, στο κατά Ιωάννην. Ναι, έλα δες τώρα να πεισθείς αλλά «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Δηλαδή προτιμώ, σαν να λέει, αυτούς που πιστεύουν χωρίς να βλέπουν, χωρίς να βεβαιώνονται εμπειρικά. Και γιατί είναι μακάριοι αυτοί; Διότι πιστεύουν και γνωρίζουν ελεύθερα, όχι αναγκαστικά. Όταν πεισθεί ο Θωμάς, χάνει την ελευθερία από την πίστη του. Όπως κάθε άνθρωπος πειθόμενος αντικειμενικά. Όπως με το να είμαι εγώ εδώ δεν μπορείτε ελεύθερα να με αγνοήσετε. Εκτός αν κάνετε το παράλογο άλμα του υπαρξισμού, του παραλόγου και πείτε: «Ναι μεν υπάρχεις αλλά για μένα δεν υπάρχεις». Είναι και αυτό ένας τρόπος εκδηλώσεως της ελευθερίας. Αλλά εδώ έχουμε όλα τα προβλήματα του παραλόγου. Λοιπόν, η Ανάληψη του Κυρίου έχει και αυτή την πλευρά και ίσως είναι κι η βασικότερη. Γι’ αυτό συνδέεται άλλωστε η Ανάληψη με το δόσιμο του Αγίου Πνεύματος, το οποίο Πνεύμα είναι η ελευθερία. Διότι ακριβώς εγκαινιάζεται με την Ανάληψη του χριστού, δηλαδή με την απουσία πλέον της καταναγκαστικής αναγνωρίσεως, γνώσεως και πίστεως, εγκαινιάζεται μια εποχή στην οποίαν πλέον πιστεύουμε, όχι γιατί είμαστε υποχρεωμένοι. Απευθύνεται πλέον ο Θεός προς την ελευθερία μας και η ελευθερία αυτή είναι πλέον χαρακτηριστικό του Πνεύματος, της Πίστεως… Επαναλαμβάνω ότι ο Θεός  δίνει σημεία της υπάρξεώς Του αλλά όχι κατά τρόπο δεσμευτικό. Τα δίνει με τρόπο που να μπορείς να πεις και «όχι», αν το θέλεις. Νομίζω και ο Παύλος θα μπορούσε να είχε πει «όχι», και αν ήταν κάποιος άλλος στη θέση του Παύλου θα μπορούσε θαυμάσια να ξεφύγει και να πει «αυτό ήταν φαντασία…», κατά την πορεία στη Δαμασκό.

Και εδώ είναι ακριβώς το σημείο το καίριο, ότι η πίστη μας στηρίζεται σε μαρτυρίες της παρουσίας του Θεού αλλά οι μαρτυρίες αυτές δεν είναι δεσμευτικές για την ελευθερία μας. Δηλαδή επιτρέπουν και πάλι την άρνησή μας. Ποτέ δεν μας αποκαλύπτεται ο Θεός κατά τρόπο που να μην μπορούμε να του πούμε «όχι», «όχι δεν σε αναγνωρίζω ότι υπάρχεις».

Το σημείο αυτό συνδέεται άμεσα και με την εμπειρία της Εκκλησίας, ή μάλλον με την πίστη, ως εμπειρία του Θεού εν τη Εκκλησία. Προσέξτε, διότι εδώ, πολλά πράγματα έχουν υποστεί σύγχυση και πρέπει να τα ξεκαθαρίσουμε. Και πρώτα τα Μυστήρια της Εκκλησίας. Τα Μυστήρια ατής Εκκλησίας είναι μια μορφή γνώσεως του Θεού και μία μορφή σημείων, στα οποία στηρίζεται η πίστη μας. Αλλά θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τα μυστήρια κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η ελευθερία της πίστεως να εξαφανισθεί. Όταν ο Χριστός προσφέρεται με τη μορφή του άρτου και του οίνου, προσφέρεται κατά έναν τρόπο που επιτρέπει στην ελευθερία μας να μην Τον αναγνωρίσει. Η αναγνώριση, η πίστη, δεν είναι αποτέλεσμα πειθούς, πειστικότητας, αναγκαστικότητας, στα μυστήρια. Και γι’ αυτό η ουσία των μυστηρίων είναι ακριβώς αυτή η παραδοξότητά τους. Είναι αυτό που λέει η προς Εβραίους: «υπόστασις πραγμάτων ελπιζομένων και μη βλεπομένων».

Θα έλεγα το ίδιο και για την ασκητική εμπειρία. Και εκεί πολλές φορές μας δίδεται η εντύπωση ότι έχουμε μια σταθερή, πειστική, σχεδόν αντικειμενική παρουσία του Θεού σε έναν Άγιο, η οποία μας υποχρεώνει, μας πείθει, ότι ο Θεός είναι παρών. Ακόμη και τα θαύματα των αγίων όμως γίνονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ν’ αφήνουν περιθώρια γι’ αυτούς που θέλουν να τα αμφισβητήσουν. Δεν νομίζω ότι θα πρέπει να ρίχνουμε το βάρος σε θαυματουργικές ενέργειες οι οποίες καθιστούν άτρωτη από κάθε άποψη την πίστη στην παρουσία του Θεού, αναγκαστική. Απλούστατα ο Θεός θέλει να δίδει σημεία της παρουσίας Του, χωρίς να καταστρέφει την ελευθερία μας. Και δια των αγίων Του αυτό κάνει. Γι’ αυτό και η όλη εμπειρία των αγίων είναι τέτοια, ώστε να περιλαμβάνει πάντοτε και στιγμές, περιόδους ίσως, απουσίας του Θεού, ενώ είναι πεπεισμένοι ότι ο Θεός υπάρχει. Οι άγιοι περνούν από στιγμές που δεν είναι αποδεδειγμένη αντικειμενικά και βιωματικά η παρουσία του Θεού.

Έτσι η πίστη δεν είναι το τελικό αποτέλεσμα του Χριστιανικού βιώματος. Η πίστη κατά τον Παύλο «καταργηθήσεται». Διότι θα εκλείψει κάποτε αυτή «η υπόστασις των μη βλεπομένων», διότι θα γίνουν «βλεπόμενα». Θα εκλείψει και «ο έλεγχος των ελπιζομένων». Τα ελπιζόμενα θα γίνουν πραγματικότητα. Και όταν έλθει αυτή η στιγμή, εκείνο που, - όπως λέει ο Παύλος – θα επιζήσει τότε, θα είναι η Αγάπη. Διότι την πίστη πού να την στηρίξεις πλέον; Η πίστη στηρίζεται σ’ αυτή την κατάσταση, στην κατάσταση των ελπιζομένων και μη βλεπομένων, τα οποία σε καλεί να τα αναγνωρίσεις ως όντα. Αυτό αν εκλείψει, δεν υπάρχει λόγος πίστεως πια.

Δημιουργία αρχείου: 20-11-2002.

Τελευταία ενημέρωση: 26-10-2004.

Τα αρχεία αυτά, έχουν γραφεί από σημειώσεις τών παραδόσεων μαθημάτων τού καθηγητού Ι. Δ. Ζηζιούλα (σημερινού Μητροπολίτου Περγάμου και προέδρου τής Ακαδημίας Αθηνών) στο Τμήμα Ποιμαντικής τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κατά το ακαδημαϊκό έτος 1984 - 85.

Γνώση Κεφ. 4ο μέρος 2ο // Περιεχόμενα // Οι Βιβλικές προϋποθέσεις περί Θεού

ΕΠΑΝΩ