Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Χριστιανική Δογματική

Kεφάλαιο 4ο // Περιεχόμενα // Kεφάλαιο 6ο

 Α΄ ΠΕΡΙ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΟΓΜΑΤΩΝ

5. Το έργο της Εκκλησίας στη διατύπωση των δογμάτων

 

 

Τι είναι η Εκκλησία και πώς ενεργεί στη διαμόρφωση των δογμάτων;

Περισσότερα περί Εκκλησίας θα πούμε στο οικείο κεφάλαιο, αλλά σε σχέση ειδικά με τα δόγματα σημειώνουμε τα εξής:

  1. Η Εκκλησία είναι η κοινωνία και κοινότητα εκείνη, δια της οποίας και μέσα στην οποία η νέα υπαρξιακή σχέση, μεταξύ Θεού, ανθρώπου και κόσμου, όπως αυτή εμφανίζεται και πραγματοποιείται στο πρόσωπο του Χριστού, φανερώνεται και πραγματώνεται. Δηλαδή, στην Εκκλησία ο κόσμος όλος με επικεφαλής τον νέο Αδάμ – Χριστό, γνωρίζει τον Θεό ως Πατέρα και «σώζεται» έτσι από την αλλοτρίωση και τη φθορά. Η γνώση και αποκάλυψη του Θεού είναι έτσι εμπειρική πραγματικότητα στο σώμα της Εκκλησίας με τη μορφή της σχέσεως πατρότητος – υιότητος στην οποία ενσωματώνεται όλος ο κόσμος, γινόμενος «σώμα Χριστού».  Συνεπώς, η Εκκλησία ως το σώμα του Χριστού με αυτή την έννοια είναι η μόνη ορθή και πλήρης υπαρξιακή μορφή γνώσεως του Θεού δια μέσου του πλέγματος των σχέσεων που πραγματώνει η κοινότητα.
  2. Για να είναι η πλήρης αποκάλυψη της υπαρξιακής αυτής μορφής γνώσεως του Θεού η Εκκλησία, πρέπει να έχει τα εξής στοιχεία που προκύπτουν από τον παραπάνω ορισμό:

Α. Να είναι κοινότητα – σύναξη όλων των μελών της Εκκλησίας. Όλα τα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας, εφ’ όσον διατηρούν τη σχέση Θεού – ανθρώπου – κόσμου όπως αποκαλύφθηκε και πραγματώνεται στο Χριστό, είναι απαραίτητα για να απαρτισθεί το σώμα που θα φανερώσει το Χριστό. Οι λαϊκοί, συνεπώς, που παραμένουν πιστοί στη βαπτισματική σχέση Θεού – κόσμου, έχουν καίρια σημασία για την αποκάλυψη της αληθείας του Υιού ως της νέας αυτής σχέσεως Θεού – κόσμου.

Β. Να έχει επικεφαλής της κοινότητας ένα λειτούργημα, το οποίο θα εκφράζει την παρουσία του Χριστού και των Αποστόλων, ως εκείνων που θα κρίνουν εκάστοτε για την πιστότητα της κοινωνίας στην αρχική εικόνα του σώματος του Χριστού, όπως αυτή αποκαλύφθηκε και βιώθηκε στην εποχή της Κ.Δ. (πρβλ. ανωτέρω). Το λειτούργημα αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από τον ηγούμενο της ευχαριστιακής κοινότητας επίσκοπο ως εικόνα του Χριστού, περιστοιχιζόμενο από τους πρεσβυτέρους, ως εικόνες των Αποστόλων. Αυτό επεκράτησε από τον 2ο μ.Χ. αιώνα κ.ε. (Ιγνάτιος Αντιοχείας) χωρίς διακοπή (μέχρι τη Μεταρρύθμιση στη Δύση), γιατί στη Θεία Ευχαριστία η κοινότητα της Εκκλησίας ζη και φανερώνει κατ’ εξοχήν τη Χριστοκεντρική αυτή σχέση – αποκάλυψη μεταξύ Θεού και κόσμου. Εκεί η γνώση του Θεού βιώνεται ως φανέρωση της νέας, σωτήριας σχέσης Θεού – κόσμου όπως πραγματώνεται στο Χριστό (περισσότερα στο οικείο κεφάλαιο).

Συνεπώς η ηγεσία της ευχαριστιακής κοινότητας στο πρόσωπο του επισκόπου, εκφράζει την πίστη της κοινότητας αυτής «εν ενί στόματι και μια καρδία», όπως λέγεται στη Θεία Ευχαριστία, δηλαδή ως ομοφωνία και όχι ως διαφωνία.

Γ. Επειδή η Εκκλησία δεν αποτελείται από μία μόνο κοινότητα, αλλά από πολλές, η έκφραση της πίστεως όλης της Εκκλησίας «της κατά την οικουμένην», γίνεται πραγματικότητα, όταν όλες οι κοινότητες δια των επί κεφαλής των επισκόπων συμπέσουν στην ίδια πίστη. Όταν, όπως λέγει ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας «οι επίσκοποι οι ανά τα πέρατα της οικουμένης εν Ιησού Χριστού γνώμη εισί». Έτσι οι σύνοδοι των επισκόπων ως εκφραστών της ομοφωνίας των κοινοτήτων τους εκφράζουν την ορθή πίστη της Εκκλησίας κατά τον πληρέστερο τρόπο. Τα δόγματα, συνεπώς, της Εκκλησίας που εκφράζονται από συνόδους, όταν μάλιστα οι σύνοδοι αυτές περιλαμβάνουν ή εκπροσωπούν όλους τους επισκόπους (οικουμενικές σύνοδοι), εκφράζουν την πίστη της Εκκλησίας και αποκαλύπτουν τη γνώση του Θεού στη σχέση του με τον κόσμο εν Χριστώ κατά τον πληρέστερο τρόπο.

Δ. Για να είναι όμως ζωντανή πραγματικότητα και όχι απλή λογική ή εκφραστική διατύπωση το δόγμα, πρέπει διαρκώς να περνάει μέσα από την κοινότητα της Εκκλησίας, από όλα δηλαδή τα μέλη της, ως διαρκής επιβεβαίωση και αποδοχή του από τη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Αυτή η «αποδοχή» (Receptio) Δεν έχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία νομική μορφή (δεν προβλέπονται δηλαδή συγκεκριμένες διαδικασίες αποδοχής των δογμάτων από το πλήρωμα), αλλά ενεργεί θετικά μεν ως το λειτουργικό «Αμήν» των λαϊκών, χωρίς το οποίο τίποτε δεν μπορούν αυθεντικά να επιτελέσουν λειτουργικά ή κηρύξουν και διατυπώσουν δογματικά οι επίσκοποι.  Αρνητικά δε, αν τυχόν χρειασθεί, σε περιπτώσεις διαφωνίας μεταξύ επισκόπων και πληρώματος (π.χ. Σύνοδος Φλωρεντίας). Αλλά πάνω απ’ όλα το πέρασμα, η «κυκλοφορία» του δόγματος μέσα στο σώμα, στις φλέβες, ολόκληρης της κοινότητας, γίνεται με τη βίωση του δόγματος για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω (με την ποικιλία των χαρισμάτων).

Έτσι ολόκληρη η Εκκλησία, κλήρος με επί κεφαλής τους επισκόπους, και λαός, συμμετέχει στη διαμόρφωση των δογμάτων ως ζωντανών και εμπειρικών αληθειών που αποκαλύπτουν το Θεό ως Πατέρα του Ιησού Χριστού και δι’ αυτού ολοκλήρου του κόσμου με επί κεφαλής τον Θεάνθρωπο. Οι επίσκοποι έχουν ως ιδιαίτερο λειτούργημα – χάρισμα (και ευθύνη) τη συγκρότηση συνόδων, μέσα από τις οποίες θα ομολογείται η πίστη – δόγμα ως κοινή και ομόφωνη «γνώση» του Θεού όλων των Εκκλησιών. Γι’ αυτό και εναπόκειται σ’ αυτούς να διατυπώνουν τα δόγματα. Αλλά η ολοκλήρωση του δόγματος απαιτεί την κυκλοφορία, αποδοχή και βίωσή του από ολόκληρο το πλήρωμα της Εκκλησίας.

 

Το κεφάλαιο αυτό στα Αγγλικά

Τελευταία ενημέρωση: 21-5-2002.

Τελευταία ενημέρωση: 28-9-2005.

Kεφάλαιο 4ο // Περιεχόμενα // Kεφάλαιο 6ο

ΕΠΑΝΩ