Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Χριστιανική Δογματική

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

 Δεύτερο Μέρος της Δογματικής

Δ. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ

2. Η μεταφορά των όρων "ουσία", "ενέργεια" και "πρόσωπο" στη Θεολογία. (Το πρόβλημα τής ελευθερίας)

Δ. To θεολογικό πρόβλημα τού Filioque

 

 

Είδαμε μέχρι τώρα την ιστορική πλευρά του Filioque, (πώς δημιουργήθηκε), η οποία περιέχει και την κανονική του πλευρά, δηλαδή ότι οι Δυτικοί εισήγαγαν το Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως μονομερώς, χωρία να ρωτηθεί και να συμφωνήσει η Ανατολική Εκκλησία.

Αυτή είναι η κανονική πλευρά του θέματος, την οποία οι Δυτικοί σήμερα αρχίζουν να αναγνωρίζουν και φαίνεται να έχουν κάποια διάθεση να επανορθώσουν αυτό που έκαναν, αποσύροντας από το Σύμβολο της Πίστεως επισήμως το Filioque. Ίσως κάποια μέρα, πολύ σύντομα, να γίνει αυτό.

Για μας στη Δογματική το πρόβλημα δεν είναι το κανονικό. Υπάρχει και θεολογικό πρόβλημα σχετικά με το Filioque και αυτό θα μας απασχολήσει τώρα.

Θα εξετάσουμε το θεολογικό μέρος του προβλήματος, χωρίζοντας το όλο θέμα σε δύο μέρη. Στο ένα μέρος θα δούμε τι επιχειρήματα παρουσιάζουν οι Δυτικοί υπέρ του Filioque και μετά θα δούμε τι επιχειρήματα παρουσιάζουν οι Ορθόδοξοι Ανατολικοί κατά του Filioque. Θα δούμε κατά πόσο τα προβλήματα αυτά είναι σοβαρά και αν υπάρχει λύση.

Η θεολογική δικαίωση του Filioque στη Δύση αρχίζει κυρίως με τους Φράγκους, οι οποίοι επιστρατεύουν την θεολογία του Αυγουστίνου για να στηρίξουν το Filioque. Αυτή η θεολογία που αναλύσαμε περιέχει τα εξής στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιούνται υπέρ του Filioque.

Το πρώτο στοιχείο είναι η θέση του Αυγουστίνου ότι στην Αγία Τριάδα ο Υιός ονομάζεται και Λόγος του Θεού και αντιπροσωπεύει την Γνώση του Θεού, ενώ το Πνεύμα αντιπροσωπεύει την Αγάπη στον Θεό. Με βάση αυτή την θέση, ο Αυγουστίνος δίνει προτεραιότητα στον Υιό έναντι του Πνεύματος και κάνει τον Υιό πηγή δίπλα στον Πατέρα -του Πνεύματος- και αυτό είναι το Filioque. Αυτό δικαιολογείται με το επιχείρημα ότι αφού ο Υιός είναι η Γνώση και το Πνεύμα η Αγάπη, προηγείται η Γνώση της Αγάπης και συνεπώς προηγείται ο Υιός του Πνεύματος. Όπως η Αγάπη στηρίζεται στη Γνώση για να υπάρξει, έτσι και το Πνεύμα στηρίζεται στον Πατέρα και στον Υιό.

Μια δεύτερη θέση του Αυγουστίνου, που χρησιμοποιήθηκε για την θεολογική δικαίωση του Filioque, είναι ότι κατά την θεολογία του Αυγουστίνου στον Θεό προηγείται η ουσία του Θεού. Ο ένας Θεός είναι η μία ουσία του Θεού. Τα πρόσωπα έπονται της ουσίας. Συνεπώς, τα πρόσωπα για τον Αυγουστίνο είναι σχέσεις που αναφύονται και υπάρχουν μέσα στη μία ουσία. Δηλαδή, ο Θεός είναι ένα Ον, μία Ουσία, ο ένας Θεός, μέσα στον οποίο υπάρχουν τρεις σχέσεις. Ο Πατήρ που είναι και η Μνήμη, ο Υιός είναι η Γνώση και το Πνεύμα που είναι η Αγάπη. Συνεπώς, το Πνεύμα είναι και αυτό μια μορφή σχέσεως.

Αλλά για να έχουμε σωστή και πλήρη μορφή σχέσεως, πρέπει να έχουμε οπωσδήποτε ζεύγη σχέσεων. Αυτό το ανέπτυξαν οι σχολαστικοί, κυρίως με τον Θωμά Ακινάτη. Ζεύγη σχέσεων είναι αυτά που οι σχολαστικοί ονόμασαν σχέσεις αντιθέσεων, ή αντιθέσεις σχέσεων. Δηλαδή για να έχουμε κάτι που προέρχεται από μια σχέση –όπως το Πνεύμα- πρέπει να προέρχεται από μια σχέση άλλων δύο και όχι ενός. Για αυτό ακριβώς χρειαζόμαστε ένα ζεύγος.

Το Πνεύμα πρέπει να προέλθει όχι από ένα πρόσωπο, -γιατί ένα Πρόσωπο, είναι σαν να μην είναι κανένα,- πρέπει να έχει μια σχέση με κάποιο άλλο. Προέρχεται λοιπόν από μια σχέση. Δεν υπάρχει άλλο Πρόσωπο εκτός του Υιού για να προέλθει το Πνεύμα. Έτσι χρειάζεται το Filioque, με την έννοια ότι το Πνεύμα πρέπει να προέλθει από μια σχέση και όχι από ένα απλώς πρόσωπο.

Οι Προτεστάντες με τη μεταρρύθμιση εγκαινίασαν εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Απέρριψαν όλη αυτή την θεολογία που μιλάει για την ουσία του Θεού, για τον Θεό σαν ένα μεταφυσικό Ον. Αντί αυτής εισήγαγαν την αρχή, ότι τον Θεό Τον γνωρίσαμε βάσει των έργων Του στην οικονομία, στην Ιστορία. Έτσι ξεκινούμε πάντοτε από την Ιστορία, τι έκανε ο Θεός στην Ιστορία. Αυτό είναι η βάση μας. Δεν μπορούμε να κάνουμε μια μεταφυσική θεολογία για τον Θεό.

Το ενδιαφέρον είναι ότι μ’ αυτή την προσέγγιση οι Προτεστάντες στήριξαν το Filioque κατά ένα άλλο τρόπο. Είπαν, ότι αφού στην οικονομία στην Ιστορία, η Αγία Τριάδα εμφανίζεται κατ’ αυτό τον τρόπο – ο Πατήρ στέλνει τον Υιό, ο Υιός δίνει το Πνεύμα- επομένως το Πνεύμα δίνεται σε μας από τον Υιό. Αφού όλα όσα γνωρίζουμε και μπορούμε να πούμε για τον Θεό, στηρίζονται στο τι βλέπουμε στην οικονομία, στην Ιστορία, άρα πρέπει να πούμε ότι Πνεύμα εξαρτάται και από τον Υιό και όχι μόνο από τον Πατέρα.

Έτσι οι Προτεστάντες ξαναγυρίζουν στη σύγχυση που είχαν κάνει οι Δυτικοί παλαιότερα τον 4ο αιώνα, μεταξύ δύο εννοιών που εκφράζονται με δύο διαφορετικά ρήματα στην Αγία Γραφή. Το ρήμα «εκπορεύεται» και το «πέμπεται». Το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός, αλλά πέμπεται ή δίδεται στην Οικονομία από τον Υιό ή δια του Υιού. Ο Υιός έχει κάτι να κάνει με την εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος.

Στη Δύση αυτά τα δύο ρήματα στα λατινικά τα είχαν μεταφράσει από τον την αρχή με ένα ρήμα, το «procedure». Έτσι έγινε σύγχυση. Όταν λέμε ότι το Πνεύμα προέρχεται εκ του Πατρός και εκ του Υιού, σε τι αναφερόμαστε; Αναφερόμαστε στην αιώνια ύπαρξη του Θεού ή στην Οικονομία, όπου το Πνεύμα δίδεται δια του Υιού;

Για τους προτεστάντες δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αιώνια Τριάδα παρά μόνο με βάση την Οικονομία. Συνεπώς, το «procedure»  εκφράζει και το «εκπορεύεται» και το «πέμπεται».  Δηλαδή και την αιώνια σχέση του Θεού στην αΐδια ύπαρξη Του και την χρονική Του Οικονομία.

Αυτή είναι η κατάσταση τη Δύση και αυτά τα επιχειρήματα χρησιμοποιούν για να θεμελιώσουν θεολογικά το Filioque. Ας δούμε τώρα ποια είναι τα επιχειρήματα στην Ανατολή κατά του Filioque, όταν οξύνθηκε η πολιτική μεταξύ Ανατολής και Δύσεως ως προς το πρόβλημα αυτό.

Πρώτο: Η Ανατολή είχε δυσκολίες ως προς την πρόταξη της Ουσίας έναντι των Προσώπων. Ότι δηλαδή πρώτα ο ένας Θεός είναι η Ουσία, ότι τον Θεό Τον εκφράζει μια ουσία και ότι τα τρία Πρόσωπα είναι σχέσεις μέσα σ' αυτή την μία Ουσία. Αυτό δυσκόλευε την Ανατολή, διότι για την Ανατολική Θεολογία, την Θεολογία των Καππαδόκων Πατέρων ο ένας Θεός είναι ο Πατήρ, ο ένας Θεός δεν είναι μια απρόσωπη Ουσία. Είναι το Πρόσωπο του Πατρός.

Ας δούμε τώρα πώς δημιουργείται η δυσκολία για την Ανατολή. Εάν ο ένας Θεός είναι ο Πατήρ, τότε με το να κάνουμε και τον Υιό Πηγή του Αγίου Πνεύματος είναι σαν να εισάγουμε δύο Θεούς, δύο οντολογικές αρχές στην Αγία Τριάδα. Κινδυνεύει ο μονοθεϊσμός.

Στη Δύση δεν υπάρχει αυτό το πρόβλημα, διότι για αυτούς ο μονοθεϊσμός διασφαλιζόταν με την ουσία. Η ουσία εξέφρασε τον ένα Θεό. Έτσι υπήρχε εδώ μια διακοπή επικοινωνίας, γιατί το επιχείρημα που προέβαλε η μια πλευρά δεν ίσχυε για την άλλη.

Για την Ανατολή αυτό ήταν ένα πάρα πολύ ισχυρό επιχείρημα. Ότι με το Filioque εισάγουμε διθεΐα. Διότι για την Ανατολή αυτό που διασφαλίζει τον ένα Θεό, την ενότητα του Θεού είναι το ότι  ο Πατήρ είναι η  Πηγή, μόνη Πηγή, ο μόνος Αίτιος. Αυτό που διασφαλίζει την μονοθεΐα στην Πατερική σκέψη είναι η μοναρχία. Στον Θεό υπάρχει μοναρχία, από την οποία βγαίνει όλη η Ζωή του Θεού. Αυτή η μία αρχή δεν είναι μια ουσία από την οποία ξεπηδούν τα Πρόσωπα, αλλά είναι ένα Πρόσωπο, ο Πατήρ, ο οποίος γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα.

Αν ταυτίσουμε την μονοθεΐα με τη μοναρχία, τίθεται το ερώτημα: πού θα τοποθετήσουμε τη μοναρχία; Εάν την τοποθετήσουμε στην ουσία, δεν έχουμε πρόβλημα με το Filioque, την διαφυλάσσουμε. Εάν την τοποθετήσουμε στο Πρόσωπο του Πατρός, τότε δεν μπορούμε να έχουμε Filioque, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι αναγνωρίζουμε στο Θεό δύο αρχές, δηλαδή καταργούμε τη μοναρχία. Δεν είναι πια ο Πατήρ που εκφράζει τη μοναρχία. Και αν καταρρεύσει η μοναρχία, καταρρέει και η μονοθεΐα, διότι αυτό είναι το λεπτό σημείο στην Αγία Τριάδα.

Πώς μπορούμε να έχουμε τρία Πρόσωπα και να μην έχουμε τρεις Θεούς; Αυτό που μας κάνει να ξεφύγουμε απ’ αυτόν τον κίνδυνο να μην έχουμε τρεις Θεούς, είναι το ότι οι τρεις Θεοί, οι δύο απ’ αυτούς τους τρεις πηγάζουν από τον ένα. Ο ένας Θεός νοείται πλέον από την άποψη της αρχής, αφού ένας είναι αυτός που δίνει ύπαρξη στην Αγία Τριάδα, ένας είναι ο Θεός. Δεδομένου ότι αυτοί οι τρεις Θεοί, επειδή είναι Άκτιστοι, βρίσκονται σε διαρκή Κοινωνία μεταξύ τους, δεν έχουμε πρόβλημα τριών Θεών.

Αυτό λοιπόν που διασφαλίζει τον ένα Θεό είναι η μοναρχία του Πατρός. Συνεπώς, αν καταργήσουμε τη μοναρχία του Πατρός και εισαγάγουμε νέα αρχή τον Υιό, τότε καταργούμε τη μοναρχία και δεν έχουμε πλέον πού να στηρίξουμε τη μονοθεΐα. Εκτός αν την στηρίξουμε στην ουσία, όπως την στήριξαν στη Δύση. Αυτό ήταν ένα από τα σοβαρά επιχειρήματα, από τις σοβαρές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Ανατολή σε σχέση με τη Δύση.

Η δεύτερη δυσκολία αναφέρεται στις παρομοιώσεις που κάνει ο Αυγουστίνος και χρησιμοποιεί ψυχολογικές ιδιότητες για να περιγράψει την Αγία Τριάδα. Δηλαδή ο Πατήρ είναι η Μνήμη, ο Υιός η Γνώση και το Πνεύμα η Αγάπη. Αυτά για τους Ανατολικούς Έλληνες Πατέρες δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα ανθρωπομορφισμού για τον Θεό, διότι προβάλλουμε μέσα στο Θεό εμπειρίες ανθρώπινες. Η θέση των Ελλήνων Πατέρων είναι ότι δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τέτοια επιχειρήματα –ότι ο Υιός είναι η Γνώση και το Πνεύμα η Αγάπη- και πάνω σ’ αυτά να στηρίξουμε το Filioque. Το μόνο που μπορούμε –κατά τους Έλληνες Πατέρες- να πούμε για τον Πατέρα, τον Υιό και το Πνεύμα είναι ότι ο Πατήρ είναι Αγέννητος και είναι Πατήρ, ο Υιός είναι γεννημένος και είναι Υιός και το Πνεύμα είναι εκπορευτό και είναι Πνεύμα.  Όλες αυτές τις ιδιότητες, τις οποίες ονομάζουμε υποστατικές ιδιότητες και έχουν σχέση με το είναι, με το πώς ήρθαν στην ύπαρξη αυτά τα τρία Πρόσωπα.

Τι ψυχολογικές ιδιότητες έχει το καθένα από τα τρία Πρόσωπα, αυτό δεν μπορούμε να το πούμε. Γιατί είναι ανθρωπομορφισμός πλέον. Έτσι έχουμε εδώ έναν αποφατισμό, ο οποίος όμως δεν είναι αγνωστικισμός. Δεν λέμε ότι δεν ξέρουμε τίποτα, απλώς λέμε ότι αυτά που ξέρουμε για τον Θεό, για τον Πατέρα, δεν είναι πράγματα που τα προβάλλουμε από την ανθρώπινη εμπειρία, αλλά δηλώνουν απλώς τρόπο υπάρξεως του Θεού, πώς υπάρχει ο Θεός.

Παρόμοιο είναι και το πρόβλημα της προτάξεως της γνώσεως έναντι της αγάπης. Η γνώση για τους Ανατολικούς δεν προηγείται της αγάπης. Ας θυμηθούμε τα σχετικά για τη γνώση προσώπων και η γνώση πραγμάτων. Για να γνωρίσω κάτι ως πρόσωπο, πρέπει συγχρόνως να το αγαπήσω. Δεν μπορώ να γνωρίσω πρώτα και μετά να αγαπήσω. Επομένως το Πνεύμα του Θεού, εάν είναι η Αγάπη, δεν είναι κάτι που έπεται του Υιού, της Γνώσεως, αν πούμε για τον Υιό ότι είναι η Γνώση. Συνεπώς για τους Ανατολικούς, δεν στέκεται το επιχείρημα του Αυγουστίνου ότι προηγείται η γνώση της αγάπης. Η αγάπη ταυτίζεται με τη γνώση.  Γνωρίζουμε πρόσωπα στο μέτρο που τα αγαπούμε.

Με ποιους όρους μπορεί να γίνει δεκτό το Filioque από την Ορθοδοξία;

Το Filioque μπορεί να νοηθεί ορθοδόξως και να γίνει δεκτό από την Ορθοδοξία κάτω από ορισμένους όρους.

Ο πρώτος όρος είναι να τηρηθεί η διάκριση μεταξύ αϊδίου και οικονομικής Τριάδος. Η σύγχυση που υπάρχει στη Δύση μεταξύ του «εκπορεύεται» και του «πέμπεται». Το «εκπορεύεται» αναφέρεται στην αΐδια ύπαρξη του Θεού και το «πέμπεται» στην οικονομία. Αυτά τα δύο στην Ανατολή τα ξεχωρίζουν πολύ, διότι άλλο είναι να λέμε ότι το Πνεύμα εξαρτάται και από τον Υιό ως προς την οικονομία, δηλαδή μας δίδεται στην Ιστορία, διότι η Οικονομία είναι του Υιού κυρίως. Ο Υιός σαρκώνεται, ο Υιός μας δίνει και το Πνεύμα στην οικονομία. Άλλο όμως, είναι να λέμε ότι αυτή η  σχέση εξαρτήσεως κατά κάποιο τρόπο μεταξύ Υιού και Πνεύματος αφορά και την Εκπόρευση, δηλαδή την αΐδια και αιώνια ύπαρξη του Θεού. Αυτά τα δύο πρέπει να τα ξεχωρίσουμε στην Ανατολική παράδοση.

Όσο αφορά την αΐδια Τριάδα: Η Αΐδια Ύπαρξη του Θεού δεν μας επιτρέπει να μιλήσουμε για Filioque, διότι ο Αίτιος είναι μόνο ένας, ο Πατήρ. Δεν μπορούμε να έχουμε συναίτιο τον Υιό.

Παρόλα αυτά οι Έλληνες Πατέρες κάνουν κάποια διάκριση. Επιτρέπουν ένα  ιδιαίτερο ρόλο στον Υιό κατά την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Σ’ ένα χωρίο του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, το οποίο είναι κλειδί γι' αυτό το θέμα αναφέρεται: «Δεν αρνούμεθα τη διαφορά μεταξύ Εκείνου που υπάρχει ως Αίτιον (ο Πατήρ δηλαδή) και Του εκ του Αιτίου». Μ' αυτό τον τρόπο μπορούμε να εννοήσουμε ότι το ένα Πρόσωπο διακρίνεται από το άλλο. Από την πίστη ότι ένα είναι το αίτιο και το άλλο είναι το εκ του αιτίου. Δηλαδή εάν ρωτήσουμε ποια είναι η διαφορά μεταξύ Πατρός και Υιού ή Πατρός και Πνεύματος, κατά το χωρίο αυτό η διαφορά είναι, ότι ο μεν Πατήρ είναι το αίτιο, ο δε Υιός και το Πνεύμα είναι εκ του αιτίου. Επομένως είναι πολύ σημαντική η διάκριση Αίτιος και εκ του αιτίου.

Προχωρεί και λέει ο Γρηγόριος «ως προς εκείνο που είναι εκ του αιτίου (δηλαδή τον Υιό) αναγνωρίζουμε μια περαιτέρω διαφορά (για τον Υιό και το Πνεύμα αίτιος είναι ο Πατήρ· εκ του αιτίου ο Υιός και το Πνεύμα).  Το ένα, ο Υιός προέρχεται αμέσως, απευθείας από το πρώτο, από το αίτιο, ενώ το άλλο, το Πνεύμα, προέρχεται δια μέσου εκείνου που προέρχεται απευθείας από το πρώτο, δια της παρεμβολής και παρεμβάσεως του Υιού". Και γιατί αυτό; Διότι έτσι η μεσιτεία του Υιού στη θεία ζωή διαφυλάσσει την ιδιότητά Του ως Μονογενούς. Ενώ η φυσική, η ουσιώδης σχέση του Πνεύματος προς τον Πατέρα δεν καταργείται. Δηλαδή το πρόβλημα είναι ότι πρέπει κατά κάποιο τρόπο να ξεφύγουμε από την έννοια των δύο Υιών. Να πούμε κατά κάποιο τρόπο ότι ο Υιός είναι μονογενής και δεν υπάρχει δεύτερος Υιός.

Αυτό επιβάλλει, κατά τον Γρηγόριο, να δώσουμε στον Υιό μια ιδιότητα, ένα ρόλο μεσιτείας, μεσολαβήσεως στην Εκπόρευση του Πνεύματος. Αυτή η μεσολάβηση διατηρεί την ουσιώδη σχέση του Πνεύματος με τον Πατέρα. Έτσι οδηγήθηκαν πολλοί στην άποψη ότι υπάρχει και ορθόδοξο Filioque και ότι το Filioque είναι επιτρεπτό, εφόσον δεν αναφέρεται στα Πρόσωπα. Δηλαδή, δεν εκπορεύεται και εκ του Υιού, αλλά βγαίνει από την Ουσία του Πατρός, η οποία είναι κοινή μεταξύ Πατρός και Υιού.

Ως προς το επίπεδο της ουσίας, μπορεί να θεωρηθεί μια εξάρτηση από τον Υιό… Αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο σωστό, αλλά δημιουργεί και διάφορες δυσκολίες, διότι ούτε ο Υιός ούτε και το Πνεύμα βγαίνουν εκ της ουσίας κατευθείαν. Αλλά γεννάται ο Υιός εκ του Πατρός και το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός, δηλαδή εκ Προσώπου. Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς αυτά τα δυο επίπεδα της ουσίας και της υποστάσεως, δεδομένου ότι η υπόσταση είναι αυτή που δίνει την ύπαρξη.

Από το χωρίο που είδαμε υπάρχει κάποια αλήθεια στο γεγονός ότι το Filioque κατά κάποιο τρόπο μπορεί να γίνει αποδεκτό, εκτός από τον τρόπο διακρίσεως μεταξύ οικονομίας και αϊδίου Θεότητας,  όπου είναι σαφές το πράγμα.

Αλλά και δω μπορεί να γίνει αποδεκτό. Με ποιο τρόπο; Αν δεν δεχθούμε τη διάκριση αυτών των δύο επιπέδων μεταξύ ουσίας και προσώπου. Εκείνο που έχει σημασία στη Θεολογία των Καππαδόκων Πατέρων είναι ότι δεν επιτρέπεται να δώσουμε στον Υιό ρόλο αιτίου.

Εφόσον δεν αναγνωρίζουμε ρόλο αιτίου στον Υιό, οποιοσδήποτε άλλος ρόλος του Υιού στην εκπόρευση του Πνεύματος, θα έλεγε κανείς, ότι είναι επιτρεπτός.

Το Filioque συμπερασματικά είναι αποδεκτό, υπό τον όρο ότι δεν αποτελεί ο Υιός αίτιο του Πνεύματος, αλλά παραμένει ένα το Αίτιο, ο Πατήρ. Εκεί εστήριξαν και ο Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Μέγας Φώτιος αργότερα, όλη την επιχειρηματολογία τους κατά του Filioque. Διότι οι Δυτικοί κατ’ αυτούς, έδιδαν και στον Υιό ρόλο αιτίου.

Ο λόγος για τον οποίο είναι τόσο σημαντικό το να μη δώσουμε ρόλο αιτίου στον Υιό, είναι γιατί με τον τρόπο αυτό διαφυλάττουμε την μονοθεΐα, τη μοναρχία.

Επειδή τέθηκε το ερώτημα στα νεότερα χρόνια και επειδή ήδη είχε τεθεί και κατά τον 15ο αιώνα στη σύνοδο της Φλωρεντίας αν το Filioque είναι θεολογούμενο ή είναι αίρεση, η απάντηση είναι ότι εξαρτάται από αυτό και μόνο: εάν με το Filioque κάνουμε τον Υιό οντολογικά συναίτιο της υπάρξεως του Πνεύματος μαζί με τον Πατέρα.   Εάν ερμηνεύσουμε το Filioque με ένα τρόπο που δεν κάνει τον Υιό αίτιο, αλλά διατηρεί αποκλειστικά τον ρόλο του Αιτίου ο Πατέρας, τότε το Filioque μπορεί να θεωρηθεί θεολογούμενο και να γίνει δεκτό.

 

Το θέμα αυτό στα Αγγλικά

Πληκτρολόγηση: Β. Τ.

Δημιουργία αρχείου: 15-2-2006.

Τελευταία ενημέρωση: 24-2-2006.

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

ΕΠΑΝΩ