Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Χριστιανική Δογματική

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

 Δεύτερο Μέρος της Δογματικής

Δ. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ

2. Η μεταφορά τών όρων "ουσία", "ενέργεια" και "πρόσωπο" στη Θεολογία. (Το πρόβλημα τής ελευθερίας)

Γ. Η θεολογία τού Αυγουστίνου και το πρόβλημα τού Filioque

 

 

 

Εξετάζοντας την τριαδική θεολογία του Αυγουστίνου επισημάναμε τα εξής:

Ο Αυγουστίνος αναζητούσε και αυτός, όπως και οι Καππαδόκες Πατέρες και όλοι οι Πατέρες, τρόπους για να εκφράσουν αυτό το μεγάλο μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Στην αναζήτηση αυτών των εικόνων που θα μπορούσαν έστω και αμυδρώς να εκφράσουν το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, ο Αυγουστίνος ανατρέχει στην αντίληψη για το μεταφυσικό τέλειο ον, που είναι ο Θεός και το οποίο τέλειο μεταφυσικά ον, κατανοεί ο Αυγουστίνος με βάση τα όσα πιστεύει ο Πλατωνισμός για το τέλειο μεταφυσικά ον. Το τέλειο μεταφυσικά ον, κατά τον Πλατωνισμό (και αυτό ταυτίζεται και με τον Θεό τον Ίδιο), είναι ο νους. Ο νους συνεπώς ταυτίζεται με το Θεό. Θεός, ίσον αυτό το τέλειο ον, που είναι στην ουσία του Νους.

Αλλά σύμφωνα με τον Πλατωνισμό, το τέλειο μεταφυσικό ον που είναι ο Θεός, ως νους, έχει και τρία άλλα χαρακτηριστικά στοιχεία. Το ένα είναι η μνήμη. Ο τέλειος νους το τέλειο ον, που είναι ο νους, έχει την ιδιότητα της μνήμης. Για τον Πλατωνισμό η μνήμη είναι καίριας σημασίας. Διότι ξεκινάει ο Πλατωνισμός από την αντίληψη ότι όλη η αλήθεια είναι συσσωρευμένη, αποθηκευμένη στο παρελθόν. Ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αιώνια, ότι η καταγωγή της είναι αιώνια· και ότι σ’ αυτή την αιώνια καταγωγή της η ψυχή φέρνει μαζί της σαν σε αποθήκη όλη την αλήθεια. Συνεπώς η μνήμη είναι πάρα πολύ σημαντικό πράγμα για τον Πλατωνισμό. Είναι η πηγή από την οποία ανελίσσεται και βγαίνει η αλήθεια. Ο Θεός λοιπόν, σαν τέλειο μεταφυσικό ον, έχει κι αυτός αυτήν την πηγή, αυτήν την αποθήκη της αλήθειας. Έχει συνεπώς την μνήμη, κι αυτό που είναι η μνήμη στον Θεό, και είναι, όπως είπαμε, η πηγή όλης της ζωής, της σκέψεως και της ενέργειας του Θεού, του ανώτατου αυτού όντος, του νου αυτού, αυτό είναι στη γλώσσα του δόγματος της Αγίας Τριάδος ο Πατήρ για τον Αυγουστίνο. Διότι  ο Πατήρ κατά την πάγια Χριστιανική αντίληψη είναι η πηγή όλης της ζωής στην Αγία Τριάδα. Βρίσκει λοιπόν στην αντιστοιχία, (στην εικόνα της μνήμης), μια πολύ καλά εικόνα για να εκφράσει τον Πατέρα.

Αλλά στο τέλειο υπερφυσικό ον, η μνήμη δεν είναι ανενεργή. Δεν μένει έτσι.  Είναι μνήμη, διότι είναι η αποθήκη, αυτή η πηγή από την οποία βγαίνει η γνώση, βγαίνει η αλήθεια. Και η αλήθεια είναι μια λέξη που συντίθεται από το α- στερητικό και από το –λήθη. Δηλαδή αλήθεια είναι αυτό που θυμόμαστε, που δεν ξεχνιέται, που βγαίνει στην επιφάνεια της μνήμης. Λοιπόν, από την μνήμη βγαίνει η αλήθεια. Η αλήθεια όμως, χαρακτηρίζεται, όταν βγει στο φως, από τη συνειδητοποίηση των πραγμάτων. Και αυτό είναι η γνώση δηλαδή όταν βγει στο φως.

Όταν και ο δάσκαλος πατά στη Σωκρατική έννοια με την μαιευτική του μέθοδο, βγάζει από την ψυχή του μαθητού αυτό που πάντα ήξερε. Διότι κατά την Πλατωνική αντίληψη δεν υπάρχει τίποτα καινούριο. Ο Δάσκαλος δεν δίνει τίποτα καινούριο στο μαθητή, που να μην το ήξερε πριν. Όλα τα ήξερε, όλα ήταν μέσα στην ψυχή του αποθηκευμένα. Διότι η γνώση φέρνεται μέσα στην ψυχή. Η αλήθεια φέρνεται μέσα στην ψυχή και η ψυχή που έχει ο καθένας είναι αιώνια και έχει μαζί της τη γνώση.

Επομένως, αυτό που κάνει ο δάσκαλος είναι να εκμαιεύσει με την μέθοδο της διαλεκτικής. Εκμαιεύει και βγάζει, βγάζει και φέρνει τον μαθητή στο σημείο να πει ότι, «ναι αυτό που λες είναι». Την ώρα που θα πει με το διάλογο «αυτό που λες είναι δάσκαλε». Τότε βγήκε ας πούμε, γεννήθηκε το παιδί («Μαιευτική» μέθοδος δηλαδή). Βγήκε από την αποθήκη η αρχαία αυτή μνήμη της αλήθειας και γίνεται γνώση.

Από την πηγή, λοιπόν, της μνήμης βγαίνει η γνώση και σ’ αυτή την εικόνα βρίσκει ο Αυγουστίνος μια χρήσιμη αντιστοιχία, δεδομένου ότι ο Υιός χαρακτηρίζεται επίσης στην κλασσική ορολογία και στην Χριστιανική ορολογία ως ο Λόγος. Ο Λόγος είναι μια έννοια που περιέχει το στοιχείο της γνώσης, το Λόγο. Η γνώση που γεννιέται από τη μνήμη.

Αλλά το τέλειο υπερφυσικό ον, πάλι κατά την Πλατωνική αντίληψη, δεν έχει μόνο μνήμη και γνώση, αλλά έχει και αγάπη. Διότι έλκεται από το Αγαθό από το Καλό, από το Ωραίο. Και συνεπώς δεν μπορεί  ο Θεός, που είναι αυτό το τέλειο ον, αυτός ο τέλειος νους να μην έχει και αυτό το στοιχείο της αγάπης. Σ’ αυτό βρίσκει ο Αυγουστίνος αντιστοιχία με το  Πνεύμα. Το Πνεύμα λοιπόν, είναι η βούληση ή η αγάπη που έχει ο ύψιστος αυτός ο νους.

Έτσι στο έργο του περί Αγίας Τριάδος ο Αυγουστίνος μπόρεσε  με την βοήθεια του Πλατωνισμού να κάνει κατά κάποιο τρόπο μια Απολογητική. Να μεταφράσει το δόγμα της Αγίας Τριάδος σε μια γλώσσα η οποία ήταν γνωστή και αποδεκτή στο περιβάλλον των διανοουμένων. Κάνοντας αυτήν την προσπάθεια όμως ο Αυγουστίνος, έφυγε από τις βασικές αρχές που είχαν χαράξει οι Καππαδόκες στην Ανατολική, τις οποίες βασικές αρχές πιθανόν και να μην εγνώριζε.

Έχουμε εδώ μια διαφοροποίηση κλασσική. Σε τι συνίσταται η διαφοροποίηση; Μια βασική διαφοροποίηση είναι ότι όλα αυτά μπορούμε να τα πούμε κατ’ αναλογία σε έναν μόνο άνθρωπο. Επομένως, μπορούμε να αναφερθούμε στο δόγμα της Αγίας Τριάδος κοιτάζοντας έναν μόνο άνθρωπο, ο οποίος έχει όλα αυτά τα στοιχεία κατά το μέρος που πλησιάζει αυτό το τέλειο. Για τους Καππαδόκες Πατέρες δεν μπορούμε να βρούμε εικόνα της Αγίας Τριάδος σε έναν άνθρωπο. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τρεις ανθρώπους. Διότι χαρακτηριστικό της θεολογίας των Καππαδόκων Πατέρων είναι ότι: Τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν είναι ενέργειες του ενός Θεού, αλλά είναι τρεις υποστάσεις πλήρεις.  Συνεπώς, για να δοθεί αυτή η πληρότητα των υποστάσεων οι αναλογίες πρέπει να είναι ανάλογα πλήρεις. Αν πάρουμε εικόνες από τους ανθρώπους, να είναι τρεις άνθρωποι και όχι ένας άνθρωπος, (ή τρεις ήλιοι ή τρία αναμμένα δαδιά). Πρέπει να είναι τρία ολοκληρωμένα πλήρη όντα και συνεπώς εδώ έχουμε μια βασική διαφοροποίηση.

Η αντίληψη του Αυγουστίνου μπορεί να οδηγήσει στον ατομισμό. Ότι ο Θεός είναι σαν ένα άτομο που έχει διάφορες ενέργειες και ικανότητες και ιδιότητες, οι οποίες μπορούν να εκλαμβάνονται ως πρόσωπα. Και έτσι τα πρόσωπα κινδυνεύουν πάλι να γίνουν (όπως και στο Σαβελλιανισμό, όπως στον αρχαίο Ελληνισμό), να γίνουν προσωπεία, να γίνουν ιδιότητες που έχει ένα και το αυτό ον και όχι πλήρη και ολοκληρωμένα όντα. Σ’ αυτό το σημείο, λοιπόν, έχουμε μια μεγάλη διαφοροποίηση.

Οι Έλληνες Πατέρες δεν συγχέουν, δεν χωρίζουν τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος σαν ιδιότητες και μάλιστα ψυχολογικές ιδιότητες, όπως είναι η μνήμη, η γνώση και η αγάπη, τις οποίες οι Έλληνες Πατέρες συνδέουν με τη φύση, με τη μια φύση του Θεού και όχι με τα τρία πρόσωπα. Δηλαδή ο Θεός έχει μια γνώση, μια θέληση, μια αγάπη και όχι τρεις. Ούτε ένα από τα πρόσωπα είναι αυτό που είναι η γνώση και τα άλλα δεν είναι τίποτα. Ή η αγάπη είναι ένα από τα πρόσωπα που εκφράζει την αγάπη και τα άλλα δεν την εκφράζουν. Την εκφράζουν όλα τα πρόσωπα, διότι είναι κοινή για τα τρία πρόσωπα. Αλλά δεν είναι αυτό που λέμε υποστατικές ιδιότητες. Δεν είναι ιδιότητες των υποστάσεων. Οι ιδιότητες των υποστάσεων είναι άλλες και είπαμε ποιες είναι. Έχουμε λοιπόν, διαφοροποίηση. Εδώ στον Αυγουστίνο μπορούμε να δούμε τον κίνδυνο προβολής στον Θεό ψυχολογικών ιδιοτήτων του ανθρώπου. Επομένως, έχουμε τον κίνδυνο του ανθρωπομορφισμού.

 

Άλλα χαρακτηριστικά της Θεολογίας του Αυγουστίνου

Ο Αυγουστίνος ταύτισε τον Θεό με το νου. Και στο ερώτημα: "Ποιος είναι ο ένας Θεός;", δεν μπορούσε να απαντήσει αναφερόμενος στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, σε κανένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Διότι αυτά τα πρόσωπα είναι ιδιότητες του νου, του ενός νου και δεν είναι όντως καθ' εαυτά. Έτσι ερμήνευσε και εφάρμοσε την φόρμουλα, τη διατύπωση, που είχε επικρατήσει ότι ο Θεός είναι μια ουσία τρία πρόσωπα. Την διατύπωσε παίρνοντας το σκέλος ουσία και ταυτίζοντάς το με τον Θεό. Ο Θεός λοιπόν, ο ένας Θεός είναι η ουσία. Τα πρόσωπα είναι ιδιότητες τις οποίες έχει ο ένας αυτός νους, σαν αυτές εδώ. Κάνοντας αυτό ο Αυγουστίνος έδωσε προτεραιότητα στην ουσία.  Προτεραιότητα στο Θεό νου, από την οποία πηγάζουν τα πρόσωπα ως δευτερεύοντα στοιχεία. Έτσι στο ερώτημα ποιος είναι ο ένας Θεός, η απάντηση του Αυγουστίνου είναι: η μία ουσία.

Στους Έλληνες Πατέρες έχουμε διαφορετική κατάσταση. Στο ερώτημα ποιος είναι ο ένας Θεός ή μάλλον όταν λέμε ο  Θεός, η απάντηση είναι ο Πατήρ. Η μοναρχία δεν έγκειται στην ουσία και τη φύση Θεού, αλλά έγκειται στο πρόσωπο του Πατρός. Όταν λοιπόν ταυτίσουμε το Θεό με τον Πατέρα, αυτός είναι και ο Βιβλικός τρόπος αναφοράς στον Θεό. Ο Θεός και ο Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Όταν ο κατεξοχήν Θεός είναι ο Πατήρ, τότε οδηγούμεθα στο ότι την Αγία Τριάδα την ενσωματώνουμε μέσα στην έννοια του ενός Θεού. Επειδή ο ένας Θεός είναι ο Πατήρ και επειδή η λέξη Πατήρ είναι λέξη σχέσεως, δεν υπάρχει Πατήρ χωρίς να υπάρχει Υιός. Και δεν είναι φυσικά  Πατήρ μόνο του Υιού, αλλά είναι "Πατήρ" και του Πνεύματος, κατά έναν άλλο τρόπο. Άρα και ο Υιός και το Πνεύμα μπαίνουν απ’ την πρώτη στιγμή μέσα στην έννοια του ενός Θεού.

Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, διότι το δόγμα της Αγίας Τριάδος γίνεται πρωταρχικό. Δεν μπορείς να κάνεις λόγο περί του ενός Θεού πρώτα και μετά να κάνεις λόγο περί Αγίας Τριάδος, ως Δεύτερο θέμα. Το τονίζω αυτό διότι με την βοήθεια του Αυγουστίνου η Δυτική Θεολογία οδηγήθηκε σ’ αυτή τη διαίρεση της Δογματικής που έχουμε από την εποχή των σχολαστικών, και την οποία δυστυχώς, μιμήθηκαν και οι Ορθόδοξοι Θεολόγοι. Να προτάξουμε ένα κεφάλαιο περί του ενός Θεού, να εξετάσουμε τον ένα Θεό αυτόν καθ’ αυτόν, τις ιδιότητες και ό,τι άλλο θέλετε. Και μετά ένα κεφάλαιο περί Αγίας Τριάδος. Σαν να είναι ποτέ δυνατόν να αναφερθεί κανείς στον ένα Θεό, χωρίς να αναφερθεί συγχρόνως στην Αγία Τριάδα. Αλλά για να αναφερθεί κανείς στον ένα Θεό πρωταρχικά και αποκλειστικά θα πρέπει να ταυτίσει το Θεό με την ουσία και να δώσει στην ουσία προτεραιότητα, να πει ότι πρώτα έρχεται η ουσία και μετά έρχονται τα πρόσωπα, όπως είπε ο Αυγουστίνος. Είναι πολύ σοβαρό το θέμα: Εάν η προτεραιότητα θα δοθεί στην ουσία ή στο πρόσωπο. Η Δυτική Θεολογία έδωσε προτεραιότητα στην ουσία. Υπάρχουν και πολλοί Ορθόδοξοι που κάνουν το ίδιο.

Για μας τους Ορθοδόξους, ο ένας Θεός είναι ο Πατήρ, δεν είναι η μία ουσία και γι’ αυτό η Αγία Τριάς είναι το πρώτο που θα πούμε για τον Θεό. Το πρώτο που θα πούμε για τον Θεό, είναι ότι ο Θεός είναι Πατήρ. Αφού λοιπόν αυτό είναι το πρώτο που θα πούμε, δεν μπορούμε να αποφύγουμε απ’ αρχή να κάνουμε λόγο για την Τριάδα. Γιατί ο Πατήρ είναι έννοια που εμπεριέχει κατ’ ανάγκη την Αγία Τριάδα.

Έχουμε εδώ μεταξύ Ανατολής και Δύσης ένα πάρα πολύ σοβαρό σημείο διαφοράς. Μπορεί να γίνει λόγος για τον ένα Θεό ανεξάρτητα από την Αγία Τριάδα; Με βάση τον Αυγουστίνο στη Δύση μπορεί να γίνει αυτό. Και αυτό γίνεται και σ’ όλους τους διαλόγους, που γίνονται σήμερα με τις μονοθεϊστικές θρησκείες. Στη Δύση θα δείτε ότι αυτό γίνεται. Σταθείτε, λέει, να τα βρούμε πρώτα μ’ αυτούς που πιστεύουν σε έναν Θεό, που είναι το ίδιο πράγμα –αποκλείομε τους άθεους. Στο επόμενο βήμα ξεχωρίζουμε τους μονοθεϊστές από τους πολυθεϊστές. Σήμερα δεν έχουμε βέβαια πολυθεϊστές πολλούς. Σχεδόν κανένα. Ο πολυθεϊσμός έχει εκλείψει. Οι άλλες θρησκείες είναι όλες μονοθεϊστικές. Αλλά αυτό που γίνεται σ’ αυτές τις επαφές είναι να προϋποθέσουμε ότι είναι δυνατόν να κάνουμε και εμείς οι χριστιανοί λόγο για τον Θεό, για τον ένα Θεό, κατ’ αρχάς χωρίς αναφορά στην Αγία Τριάδα. Εκεί είναι ακριβώς που οδηγεί κατά φυσιολογικό τρόπο ο Αυγουστίνος και η προτεραιότητα της ουσίας έναντι του προσώπου. Και επειδή η Δογματική δεν είναι θέμα Ακαδημαϊκό, δηλαδή να καταλαβαίνουμε με το μυαλό μας, η Δογματική δεν είναι μόνο για αυτούς που κάνουν Θεολογία, που θέλουν να πάρουν πτυχίο. Η Δογματική είναι για όλον τον κόσμο. Πρέπει να έχει λοιπόν συνέπειες άμεσες, υπαρξιακές συνέπειες για όλον τον κόσμο.

Εδώ υπάρχει μια σοβαρή συνέπεια, η οποία είναι ότι όλοι οι άνθρωποι που προσεύχονται, πού προσεύχονται; Είναι δυνατόν να προσευχηθείς στον Θεό, αυτόν καθ’ αυτόν. Μπορείς να προσευχηθείς στην ουσία του Θεού; Είναι αυτή η αντίληψη του Αυγουστίνου και πολλών Ορθοδόξων που δεν τα έχουν σκεφτεί καλά τα πράγματα και ταυτίζουν τον Θεό με αυτό που οι Πατέρες - οι Έλληνες - ονομάζουν: Θεότης ή Θεός με την έννοια αυτή την αφηρημένη. Όταν λέμε προσεύχομαι στον Θεό, σε ποιον Θεό προσεύχομαι; Μπορώ να προσευχηθώ στον ένα Θεό, σαν τη μία Θεότητα, ή όταν λέμε "προσεύχομαι στο Θεό", προσεύχομαι οπωσδήποτε σ’ ένα από τα τρία Πρόσωπα ή και στα τρία μαζί. Δεν μπορείς να προσευχηθείς, να απευθυνθείς προσωπικά στην ουσία του Θεού. Μπορείς όμως να προσευχηθείς στον ένα Θεό. Αλλά τότε, εάν ο ένας Θεός δεν είναι η ουσία σε ποιον προσεύχεσαι; Στον Πατέρα προσεύχεσαι.

Έχουμε όντως στην Ορθόδοξη λατρεία προσευχές που απευθύνονται μόνο στον Πατέρα ως τον κατεξοχήν Θεό. Βεβαίως η Αγία Τριάδα δεν μπορεί να χωρισθεί. Όπου είναι ο Πατήρ, είναι και ο Υιός, είναι και το Άγιο Πνεύμα. Αλλά ως προς εμάς που αναφερόμεθα στο Θεό, και εκεί τα πρόσωπα είναι μεν ενωμένα και αλληλοπεριχορούμενα, αλλά είναι υποστατικά διάφορα, ο καθένας είναι αυτός που είναι. Αυτό μας επιτρέπει να προσευχόμεθα σ’ ένα συγκεκριμένο πρόσωπο· μπορούμε και μόνο στο Άγιο Πνεύμα να προσευχηθούμε «Βασιλεύ ουράνιε Παράκλητε…» Η προσευχή εκεί είναι προς το Άγιο Πνεύμα. Προς τον Χριστό έχουμε πάρα πολλές προσευχές βέβαια. Έχουμε και προσευχές προς τον Πατέρα, οι οποίες είναι  όλες οι προσευχές της Θείας Ευχαριστίας. Οι ευχαριστιακές προσευχές. Η Θεία Ευχαριστία αναφέρεται στον Πατέρα. Κι αν μελετήσει κανείς τις αναφορές της Θείας Λειτουργίας στους πρώτους αιώνες και πώς εξελίχθηκαν και έφθασαν μέχρι την Λειτουργία που έχουμε τώρα του Χρυσοστόμου και του Βασιλείου, θα δει ότι πράγματι η ευχή της αναφοράς στη Θεία Λειτουργία είναι ευχή που απευθυνόταν αρχικά στον Πατέρα. Διασώζεται δε αυτό στην Λειτουργία του Μ. Βασιλείου. Η ευχή της αναφοράς είναι προς τον Πατέρα. Είναι σαφές ότι αναφερόμεθα μόνο στον Πατέρα, χωρίς αυτό να αποκλείει τον Υιό και το Πνεύμα να είναι παρόντες, αλλά εμείς αναφερόμεθα σ’ ένα πρόσωπο όπως και ο Υιός κατά σάρκα αναφερόταν και προσευχόταν στον Πατέρα. Ενώ ήταν μες στον Πατέρα με την αλληλοπεριχώριση. Εντούτοις το «ότι ήταν μες στον Πατέρα» δεν τον εμπόδιζε από το να μιλάει προς τον Πατέρα. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό των υποστάσεων.

Ενώ εδώ είναι τα πράγματα πολύ αφηρημένα. Η γνώση να προσεύχεται στην αγάπη και η αγάπη να προσεύχεται στην μνήμη. Δεν πάει αυτό το πράγμα επάνω στην εμπειρία την υπαρξιακή και μάλιστα την λατρευτική εμπειρία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και στη Δύση στο θέμα της προσευχής η Αγία Τριάδα πήγε στην άκρη. Θα δει κανείς ότι η Δύση ή θα προσεύχεται στο Θεό γενικά και αόριστα, στην ουσία του Θεού ή κυρίως στον Χριστό. Εκεί εντοπίζεται η ευσέβεια και η πνευματικότητα των Δυτικών. Επειδή ο Χριστός είναι άνθρωπος, υπάρχει η  δυνατότητα να τον νοιώθει κανείς περισσότερο, υπάρχει η δυνατότητα να τον νοιώθει κανείς περισσότερο υποστατικά σαν πρόσωπο. Η θεολογία του Αυγουστίνου δεν έκανε απλώς δυνατό το να μιλούμε για τον ένα Θεό πριν από την Αγία Τριάδα. Αλλά έκανε δυνατό το να προσευχόμασθε στον ένα Θεό, χωρίς να προσευχόμεθα κατ’ ανάγκη σε ένα ορισμένο πρόσωπο.

Ο ένας Θεός είναι για μας - από άποψη λατρείας τουλάχιστον και αυτό καθορίζει τη Θεολογία, - βέβαια είναι ο Πατήρ. Γιατί είναι ένα πρόσωπο στο οποίο προσευχόμεθα. Είναι λοιπόν, ο ένας Θεός ο Πατήρ με την έννοια ότι αυτός είναι «ο εξ Ού», από αυτόν βγαίνουν τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, ο Πατήρ είναι ο κατεξοχήν Θεός, δεν είναι η ουσία, αλλά είναι το πρόσωπο του Πατρός· αυτά σε αντιδιαστολή με τον Αυγουστίνο.

Έχοντας υπ' όψιν αυτές τις αρχές της Τριαδικής Θεολογίας του Αυγουστίνου, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε ένα ακανθώδες θέμα που ανέκυψε ως προς την Τριαδική Θεολογία μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Και το οποίο ακόμη μας απασχολεί: το περίφημο Filioque.

Το Filioque έχει δυο όψεις. Η μια είναι η κανονική όψη, η οποία συνδέεται με το ιστορικό πρόβλημα της εμφανίσεως του Filioque και ή άλλη είναι η θεολογική όψη, η οποία συνδέεται με τη δικαίωση του Filioque από τους Δυτικούς ή με την απόρριψή του από τους Ορθοδόξους.

Για να καταλάβουμε τη θεολογική όψη, θα πρέπει οπωσδήποτε να ξέρουμε καλά αυτά τα δυο πράγματα, τη θεολογία του Αυγουστίνου και την θεολογία των Καππαδοκών. Διότι οι Δυτικοί θεολόγησαν το Filioque με βάση τη θεολογία του Αυγουστίνου. Οι δε Ανατολικοί το απέρριψαν ουσιαστικά με βάση τη θεολογία των Καππαδοκών.

Πριν φθάσουμε στη θεολογική δικαίωση ή απόρριψη, να πούμε λίγα για την κανονική όψη, η ιστορική όψη που παρουσιάζει το πρόβλημα του Filioque. Το Filioque σημαίνει «και εκ του Υιού», ότι το Πνεύμα εκπορεύεται όχι μόνο από τον Πατέρα, αλλά και από τον Υιό. Αυτή η αντίληψη και εκπόρευση του Filioque υπήρχε στη Δύση ακόμη και στον 4ο αιώνα. Κυρίως τη βλέπουμε στον Αμβρόσιο μ’ ένα τρόπο που δεν δημιουργούσε προβλήματα θεολογικά. Ακόμη και μέχρι την εποχή του Αγίου Μάξιμου που είχε αρχίσει να δημιουργείται ένας μικρός θόρυβος. Ρώτησαν τον Μάξιμο, ο οποίος είχε επαφή με τη Ρώμη. Υπάρχει μια επιστολή του Μάξιμου προς τον Μαρίνο, στην οποία φαίνεται ότι ρωτήθηκε ο Μάξιμος. -Τι γίνεται εκεί στη Ρώμη; Λένε πως το Filioque υπάρχει εκεί. Και απαντά ο Μάξιμος. –Ναι. Είναι γεγονός ότι υπάρχει στη Δύση αυτό, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το εννοούν είναι απόλυτα Ορθόδοξος και σωστός. Και δεν υπάρχει, επομένως, θεολογικό πρόβλημα στην εποχή του Μαξίμου. Είμαστε στον 7ο αιώνα. Μέχρι τότε έχουμε μια κατάσταση θεολογικά αδιάφορη. Κατά ένα παράξενο τρόπο το Filioque μπαίνει στην επικαιρότητα και γίνεται πέτρα σκανδάλου για πολιτικούς λόγους.

Αρχικά μπήκε στη Δύση στο Σύμβολο της Πίστεως στην Ισπανία τον 6ο αιώνα στην 3η Σύνοδο του Τολέδου. Ο βασιλιάς Ρεκαρέρδος, ο οποίος είχε μεταστραφεί από τον Αρειανισμό, όπως κάθε μεταστρεφόμενος καινούριος προσήλυτος ήταν και αυτός φανατικό υπέρ της νέας πίστεως. Ήθελε λοιπόν, σώνει και καλά να ενισχύσει την αντιαρειανική θέση ότι ο Υιός είναι Θεός και αυτό το βρήκε στο Filioque, το οποίο υπήρχε στη Δύση, κυκλοφορούσε, αλλά δεν είχε μπει μέσα στο Σύμβολο της Πίστεως. Αυτός λοιπόν επέδρασε στη σύνοδο αυτή να το εισαγάγει στο σύμβολο της Πίστεως. Ούτως ώστε πανηγυρικά να ομολογηθεί ότι ο Υιός είναι ίσος με τον Πατέρα. Και ως εκεί τα πράγματα είναι ανώδυνα κάπως, αλλά αυτό που συμβαίνει μετά, τώρα δημιουργεί μια νέα εποχή.

Η εμφάνιση των Φράγκων και η εμφάνιση του Καρλομάγνου ως αντιπάλου του Βυζαντίου, με την έννοια ότι ήθελε αυτός να ιδρύσει το γνήσιο ρωμαϊκό κράτος ως διάδοχο του ρωμαϊκού κράτους. Ενώ ο Βυζαντινός αυτοκράτορας θεωρούσε τον εαυτό του διάδοχο και τη Βυζαντινή αυτοκρατορία συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στην προσπάθεια αυτή του Καρλομάγνου να δημιουργήσει πόλεμο κατά του Βυζαντίου, επιστρατεύει ο Καρλομάγνος το Filioque, διότι την εποχή εκείνη –όχι όπως σήμερα που κανείς δεν θα έδινε σημασία σε μια θρησκευτική θέση- μπορούσες να κάνεις πόλεμο με μια λέξη δογματική. Συσπείρωσε λοιπόν όλο του το στρατόπεδο ο Καρλομάγνος γύρω από το Filioque, ισχυριζόμενος ότι οι Βυζαντινοί είναι αιρετικοί και δεν το έχουν. Επομένως ήταν θέμα πίστεως όλη αυτή η διαμάχη με το Βυζάντιο.

Αλλά την εποχή εκείνη ο πάπας δεν συμφωνούσε με τον Καρλομάγνο. Έβλεπε τον Καρλομάγνο τον ίδιο σαν έναν αντίπαλο και της δικής του εξουσίας κι έτσι ο πάπας βρέθηκε να υποστηρίζει την πλευρά του Βυζαντίου και να είναι αντίθετος στην εισαγωγή του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως. Και για να το δείξει αυτό πανηγυρικά ο Λέων Γ’ δίνει εντολή γράφοντας σε δυο πλάκες το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς το Filioque και αναρτά τις πλάκες στην βασιλική του Αγίου Πέτρου. Και σήμερα μάλιστα σ’ ένα από τα συνέδρια που έγιναν για το θέμα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου στη Ρώμη, ένας ρωμαιοκαθολικός θεολόγος εισηγήθηκε ότι θα ήταν μια πολύ καλή ενέργεια εκ μέρους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να αναρτήσει πάλι αυτές τις πλάκες, τις οποίες έχουν τώρα καταχωνιάσει – τις πλάκες του Λέοντος του Γ’ που έχουν το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς το Filioque.

Μέχρι την εποχή εκείνη παραμένει υπόθεση των Φράγκων η υπεράσπιση του Filioque. Η Ρώμη δεν συμφωνεί. Η Ρώμη πρωτοεισάγει το Filioque στο Σύμβολο της επισήμως, μόνο τον 11ο αιώνα. Το 1014 με επιμονή ενός εκ Γερμανικής καταγωγής Φράγκου αυτοκράτορα του Φρειδερίκου Δ’, η τελετή της στέψεώς του στη Ρώμη από τον πάπα, γίνεται με τον όρο ότι θα εισάγει το Σύμβολο της Πίστεως μαζί με το Filioque. Η Ρώμη για λόγους σκοπιμότητας - και συνήθως η Ρώμη την σκοπιμότητα την βάζει σε πρώτη γραμμή - το δέχθηκε αυτό. Είχαν ωριμάσει κάπως τα πράγματα – είχε προηγηθεί και η διένεξη με τον Φώτιο λόγω του ότι ήθελε να επιβάλει η Ρώμη την πολιτική της στη Βουλγαρία. Και μπήκε το Filioque μέσα στη διένεξη Είχε δημιουργηθεί ένα κλίμα αντιθέσεως μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, μέσα στην οποία διένεξη και το Filioque έπαιξε κάποιο ρόλο. Είχαν ωριμάσει λοιπόν τα πράγματα στον 11ο αιώνα. Μπαίνει το Filioque επισήμως στο Σύμβολο της Πίστεως της Ρώμης. Και έκτοτε η Ρώμη η ίδια πλέον μαζί με τους Φράγκους, αναλαμβάνουν την υπεράσπιση του Filioque σε σημείο που το 1054 που έγινε το σχίσμα μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, το ανάθεμα του Πάπα που κατέθεσε ο Ουμπέρτος στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας, περιείχε την κατηγορία ότι οι Ανατολικοί απήληψαν από το Σύμβολο της Πίστεως το Filioque. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον διότι επί αιώνες πίστευαν στη Δύση ότι απηλήφθη το Σύμβολο από τους Ανατολικούς και όχι ότι προσετέθη  από τους Δυτικούς.

Από τότε δημιουργείται και μια βιομηχανία θεολογικών επιχειρημάτων και στις δυο μεριές. Αρχίζει ο αγώνας πλέον της δικαιώσεως ή της απορρίψεως του Filioque. Και η Δύση αντλεί τα επιχειρήματά της από τον Αυγουστίνο, τα καλλιεργεί και τα αναπτύσσει περισσότερο με την βοήθεια της σχολαστικής θεολογίας με τον Θωμά Ακινάτη. Βρήκαμε και το σύνθημα ότι όποιος δεν πιστεύει στο Filioque είναι αιρετικός. Κι απ’ την άλλη πλευρά αναπτύσσεται πάλι μια θεολογία αντιφιλιοκβική με το επιχείρημα ότι όποιος δέχεται το Filioque είναι αιρετικός. Αυτή η πολεμική κράτησε επί αιώνες. Και φθάσαμε στην σημερινή εποχή στην οποία το θεολογικό πρόβλημα επανήλθε οξύτατο, κυρίως λόγω της χρησιμοποιήσεώς του από τους Σλαβόφιλους της Ρωσίας του περασμένου αιώνα, οι οποίοι οδήγησαν τελικά την θεολογία των Εμικρέ –των μεταναστών Ρώσων που ήρθαν μετά την κομμουνιστική επανάσταση στην Ευρώπη- μεταξύ των οποίων πρωταγωνιστής για την επαναφορά του Filioque στη διαμάχη Ανατολής και Δύσης και με την μορφή της αιρέσεως (και ακόμη χειρότερα) ήταν ο Λόσκυ.

Ο Λόσκυ λοιπόν έφερε το θέμα του Filioque όχι στην επικαιρότητα απλά, αλλά στην οξύτητα περίπου που είχε και περισσότερη ακόμη από ό,τι στο μεσαίωνα. Βέβαια σήμερα το κλίμα το ψυχολογικό δεν επιτρέπει οξύτητες, αλλά στην ουσία αν ρωτήσετε κανένα Δυτικό ή κανένα ορθόδοξο τι είναι αυτό που κυρίως μας χωρίζει, θα σας πουν το Filioque. Αυτό έδωσε νέα μορφή στη θεολογική προβληματική του Filioque.

Η κανονική πάντως άποψη παραμένει. Παραμένει ως ένα πρόβλημα και έχει την εξής μορφή. Έχει δικαίωμα μια εκκλησία όπως η Δυτική, να εισαγάγει μια νέα έκφραση μέσα στο Σύμβολο της Πίστεως μονομερώς; Και εκεί είναι κανονικά το θέμα. Μπορεί να γίνει μονομερής αλλοίωση του Συμβόλου της Πίστεως, αφού το σύμβολο παρήχθη από μια Οικουμενική Σύνοδο; Πώς μπορεί ένα μέρος να το αλλάξει χωρίς τη συναίνεση του άλλου;

Αυτή η κανονική προβληματική αντιμετωπίσθηκε στη Δύση με την απάντηση ότι για μας Εκκλησία είμαστε εμείς. Κι όποιος δεν ακολουθεί τη Ρώμη βρίσκεται έξω από την Εκκλησία. Και η Ρώμη έχει δικαίωμα να κάνει Οικουμενικές Συνόδους. Γι’ αυτό απαρίθμησε τις συνόδους της, μετά το Σχίσμα όλες ως «οικουμενικές». Τώρα με τον Παύλο ΣΤ’ έγινε μια προσπάθεια να διαφοροποιηθούν οι σύνοδοι αυτοί. Στην Ανατολή δεν παρήχθει ποτέ το επιχείρημα ότι εμείς είμαστε η Εκκλησία, άρα εμείς μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε και να κάνουμε και Οικουμενικές Συνόδους. Ακούγεται κατά καιρούς από Ορθόδοξους αυτό. Γιατί να μην κάνει Οικουμενικές Συνόδους η Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα; Η απάντηση είναι ότι ποτέ η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν πήρε τη θέση που πήρε η Δύση: να πει δηλαδή ότι η Ανατολή εκπροσωπεί όλη την Οικουμένη. Για αυτό και δεν έκανε επίσκοπο Ρώμης. Ενώ η Ρώμη έκανε λατίνους επισκόπους και στην Κωνσταντινούπολη και σε όλες τις ορθόδοξες περιοχές. Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε να κάνει επισκόπους σε Δυτικές περιοχές. Έστελνε επισκόπους Τιτουλάριους ή κάτι άλλο. Τώρα τελευταία άλλαξε κάπως το πράγμα κι αυτό με πολλή προσοχή. Κάνουμε μητροπολίτη Αγγλίας, Γαλλίας. Διότι δεν σκέφθηκε η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό της να πει, ότι από το Σχίσμα και πέρα εγώ είμαι η Εκκλησία σε όλον τον κόσμο. Πάλι διατηρεί την αντίληψη ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί και Δυτικοί είναι απαραίτητο στοιχείο στην Οικουμενικότητα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και δεν κάνει Οικουμενική Σύνοδο. Αυτό είναι στο κανονικό ζήτημα [*]

Επομένως για μας τους Ορθοδόξους, έχουμε το δικαίωμα να λέμε ότι είναι μονομερής η εισαγωγή του Filioque. Διότι για μας ισχύει η αρχή ότι Οικουμενική Σύνοδος σημαίνει να μετέχουν και Ανατολή και Δύση. Για τους Ρωμαιοκαθολικούς δεν ισχύει το επιχείρημα της κανονικότητας, διότι ισχυρίζονται ότι αυτοί είναι (η Εκκλησία). Τώρα όμως μετά την Β’ Βατικανή Σύνοδο βάζουν μυαλό. Αναγνωρίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία ως Εκκλησία και έτσι έχουν στα χέρια τους μια αντίφαση την οποία πρέπει να λύσουν. Πώς είναι δυνατόν να λες ότι η Ανατολική είναι σωστή Εκκλησία (ας πούμε) και να αποφασίζεις εσύ μονομερώς για το τι θα μπει στο Σύμβολο της Πίστεως και τι δεν θα μπει; Γι’ αυτό και ως προς το Filioque το επιχείρημα της Κανονικότητας βρίσκει πολλή κατανόηση στους Δυτικούς και είναι έτοιμοι να απαλείψουν από το Σύμβολο της Πίστεως το Filioque. Υπάρχουν τέτοιες τάσεις. Κατανοούν ότι βρίσκονται αντίθετοι προς το κανονικό θέμα. Αλλά στο θεολογικό δεν υπάρχει πρόοδος. Τα επιχειρήματα εξακολουθούν να παραμένουν και είναι τα ίδια. Θα δούμε ποια είναι αυτά τα επιχειρήματα τα θεολογικά και ποια είναι τα επιχειρήματα των Ορθοδόξων.

[*] Σημείωση ΟΟΔΕ: Στο σημείο αυτό, οφείλουμε να αντιτείνουμε, ότι τόσες σημαντικές Σύνοδοι, όπως η Η΄ επί Μ. Φωτίου (879 - 880), οι Ησυχαστικές Σύνοδοι τού 1341, 1347, 1451 (Θ΄ Οικουμενική), οι νεότερες πατριαρχικές Σύνοδοι τής Κ/Πόλεως (1722, 1727, 1838 κ.ά), αλλά και οι θεοφώτιστοι άγιοι Πατέρες άγιος Μάρκος Εφέσου, άγιος Αθανάσιος Πάριος, άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως με ευαγγελική, πατερική και αγιοσυνοδική θεολογική τεκμηρίωση καταδικάζουν απερίφραστα ως αιρετικούς τους Λατίνους ή τους Λατινόφρονες. Κατά κανόνα μάλιστα οι Σύνοδοι και οι Πατριαρχικές Εγκύκλιοι από ποιμαντική επιταγή περιφρουρήσεως τού λαού από τις προπαγάνδες τών Φραγκολατίνων, χρησιμοποιούν χαρακτηρισμούς εντονότατα οξείς, όχι όμως αναληθείς ή εμπαθείς. Το αυτό παρατηρούμε και στο “Συνοδικό τής Ορθοδοξίας”, το οποίο περιελήφθη στο Τριώδιο και αναγινώσκεται στα Μοναστήρια. Βάσει τέτοιων Ορθοδόξων Συνοδικών και Πατερικών κριτηρίων, σε άρθρο του ο Σεβ. Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, τονίζει ότι δεν υπάρχει απόστολική διαδοχή (παράδοσις Χάριτος και αληθείας) ούτε Μυστήρια ούτε κυριολεκτουμένη Εκκλησία στον Παπισμό. Διαφορετικά, αν η ιστορική διαδοχή αποτελούσε το εχέγγυο τής αποστολικότητος ερήμην τής αληθείας (ορθοδοξίας), τότε θα έπρεπε να την αναγνωρίζουμε και στους λοιπούς αιρετικούς και αιρεσιάρχες, πράγμα ανυπόστατο. Για παράδειγμα, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός λέει:

«Την μεν αιτίαν του σχίσματος εκείνοι δεδώκασι, την προσθήκην εξενεγκόντες αναφανδόν, ήν υπ’ οδόντα πρότερον έλεγον· ημείς δε αυτοίς εσχίσθημεν πρότεροι, μάλλον δε εσχίσαμεν αυτούς και απεκόψαμεν του κοινού της Εκκλησίας σώματος. Διότι ειπέ μοι: Πότερον, ως ορθήν έχοντας δόξαν ή ορθώς την προσθήκην εξενεγκόντας; Και τις αν τούτο είποι, μη σφόδρα τον εγκέφαλον διασεσεισμένος; αλλά ως άτοπα και δυσσεβή φρονούντας και παραλόγως την προσθήκην ποθήσαντας. Ουκούν ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν και δια τούτο αυτοίς εχωρίσθημεν... αιρετικοί εισιν άρα και ως αιρετικούς αυτούς απεκόψαμεν».

 

Το άρθρο αυτό στα Αγγλικά

Πληκτρολόγηση: Β. Τ.

Δημιουργία αρχείου: 10-2-2006.

Τελευταία ενημέρωση: 20-2-2006.

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

ΕΠΑΝΩ