Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Χριστιανική Δογματική

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

Δ. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ

2. Η μεταφορά τών όρων "ουσία", "ενέργεια" και "πρόσωπο" στη Θεολογία. (Το πρόβλημα τής ελευθερίας)

Α. Οι προϋποθέσεις της Πατερικής Σύνθεσης

 

 

Στο προηγούμενο μάθημα μιλήσαμε για την σημασία που έχουν οι όροι, ουσία, ενέργεια, πρόσωπο όπως το αντιλήφθηκαν οι Καππαδόκες Πατέρες και στη συνεχεία συζητήσαμε για τις αρχές που εφάρμοσαν στην μεταφορά τών όρων αυτών στην περιοχή της θεολογίας. Αυτές οι αρχές ήταν οι εξής:

1ον. Όσον αφορά «ότι εστίν» ο Θεός, δηλ. την απλή κατάφαση της υπάρξεώς του, δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση, καμιά αμφιβολία και είναι επιβεβλημένο να γίνεται.

2ον. Όσον αφορά το «τι εστίν» ο Θεός, το δε «τι εστίν» ανταποκρίνεται στην ουσία του Θεού, εκεί υπάρχει πλήρης αγνωσία και αδυναμία να μιλήσει κανείς. Όσο και αν προχωρήσει και βρεθεί εγγύς στο Θεό, είτε ως άγγελος είτε ως άγιος, πάντα θα υπάρχει κάτι το οποίο θα καλύπτει την ουσία του Θεού, όπως στην περίπτωση του Ησαΐα, ο οποίος είδε τον Θεό στον θρόνο και τον είδε καλυμμένο από τους αγγέλους. Με τις πτερούγες τους κατά κάποιο τρόπο κατακαλύπτουν την ουσία του Θεού, την ουσία την οποία δεν μπορεί να δει κανείς, να την συλλάβει να την γνωρίσει με το μυαλό.

3ον. Δεν υπάρχει ουσία γυμνή, λέει ο Μ. Βασίλειος, δηλ. δεν υπάρχει ουσία ανυπόστατη, ουσία που να μην έχει μέσα της υποστάσεις. Αυτό σημαίνει ότι όταν κάνουμε λόγο για τον ένα Θεό ή όταν κάνουμε λόγο για μια ουσία του Θεού, πρέπει αυτομάτως να συνυπονοήσουμε και τα πρόσωπα, και τα τρία πρόσωπα. Ο ένας ή το ένα δεν προηγείται των πολλών, γιατί απλούστατα το ένα δεν μπορεί να υπάρχει ανυπόστατο, η δε υποστατική μορφή της ουσίας του Θεού είναι τριαδική. Γι’ αυτό δεν έχουμε ανυπόστατη ουσία. Στο σημείο αυτό πρέπει να προσθέσουμε και το αντίστροφο. Δεν υπάρχει και ανούσια υπόσταση, δηλ. δεν είναι σωστό να υποθέσει κανείς ότι οι υποστάσεις προηγούνται της ουσίας σαν να μπορούσαν να νοηθούν αυτές καθαυτές άνευ ουσίας. Ανυπόστατες ουσίες δεν υπάρχουν, ούτε ανούσιες υποστάσεις. Αυτή είναι η 3η αρχή η οποία τοποθετεί τα τρία πρόσωπα στην ίδια μοίρα. Συγχρόνως, (όχι με την έννοια του χρόνου), τα πρόσωπα εμφανίζονται μαζί ως υποστάσεις της ουσίας. Παρόλα αυτά, αυτό το μαζί, το σύγχρονο, τού ενός και τών πολλών στο Θεό, έχει την έννοια ότι μέσα σ’ αυτή την συγχρονότητα, υπάρχει μία διαβάθμιση.

Η διαβάθμιση αυτή είναι η άλλη αρχή την οποία εισήγαγαν κυρίως οι Καππαδόκες. Είναι η διαβάθμιση της αιτιότητας. Ότι δηλ. αυτή η εμφάνιση των τριών υποστάσεων δεν είναι χωρίς αιτιότητα. Κάποιος, κάτι προκαλεί αυτή την υποστασιοποίηση της ουσίας. Ο Θεός δεν είναι υποστάσεις, η ουσία δεν είναι υποστάσεις χωρίς αιτία. Ακριβώς αυτή η αιτία διαφοροποιεί τον Πατέρα - ένα από τα πρόσωπα, μία από τις υποστάσεις. Τον διαφοροποιεί σε σχέση με τις άλλες υποστάσεις. Οι Καππαδόκες Πατέρες αντιμετώπισαν αυτό το επικίνδυνο χωρίο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, το οποίο χρησιμοποίησαν οι Αρειανοί κατά κόρον εναντίον των ορθοδόξων. Το γνωστό «ο Πατήρ μου μείζον μου εστί», το χρησιμοποίησαν ακριβώς μέσα στα πλαίσια αυτής της έννοιας της αιτιότητας.

Ο Πατήρ είναι μείζον του Υιού όχι κατά την φύσιν, ούτε κατά την ουσία αλλά κατά την αιτιότητα και μόνο, επειδή αυτός είναι αίτιος. Άρα έχουμε μία ιεράρχηση των υποστάσεων με βάση την αιτιότητα. Αυτή η έννοια της αιτιότητας συνδέεται απολύτως, στους Καππαδόκες Πατέρες, με την έννοια της ελευθερίας.

Όταν λέμε ότι αίτιος είναι ο Πατήρ, εννοούμε πρώτα ότι: η γέννηση του Υιού και η εκπόρευση του Αγ. Πνεύματος δεν είναι απορροές της ουσίας - οπότε θα είχαμε πρόταξη της ουσίας - αναγκαστικές με τη μορφή ότι τα πρόσωπα, οι υποστάσεις, δεν έπονται της ουσίας, αλλά και κατά ένα θετικότερο τρόπο σημαίνουν την ελευθερία, και αυτό είναι η ιδέα, η πίστη, ότι οι υποστάσεις, τα πρόσωπα και συνεπώς και η ίδια η ύπαρξις του Θεού, έχοντας την αιτία από τον Πατέρα, θέλοντας από τον Πατέρα, δεν είναι ούτε «αθέλητες ούτε αβούλητες τω Πατρί» λέει ο Αθανάσιος. Θέλοντας λοιπόν - και για να θέλει κανείς πρέπει να είναι πρόσωπο - η ουσία έχει τη θέληση αλλά δεν έχει τον θέλοντα αυτή καθ’ αυτή. Έχει τον θέλοντα εν τω προσώπω μίας υποστάσεως, όχι ως ουσία. Η έννοια της αιτιότητας συνδέεται με την ελευθερία στο είναι του Θεού σε τέτοιο σημείο ώστε ο θέλων Πατήρ να είναι όχι μόνο ο θελητής της υπάρξεως του Υιού και του Αγ. Πνεύματος, αλλά θελητής και της ιδίας αυτού υποστάσεως, και της ιδίας αυτού υπάρξεως.

Όπως λέει ο Αθανάσιος, «ο Πατήρ της ιδίας αυτού υποστάσεως εστί θελητής». Και αυτό γιατί θα ήταν αδιανόητο, όπως το τονίζει με έμφαση ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφερόμενος στο ερώτημα: "πώς υποστασιάζεται ο Πατήρ;", σαν να πρόκειται για κάτι που ούτε να το σκεφτεί δε θα τολμούσε κανείς. Διότι, όταν οι Αρειανοί λέγουν: «άρα είναι εξ ανάγκης ο Υιός, ουχί εκ βουλήσεως» απαντά ο Γρηγόριος και λέγει «σκεφτείτε και τον Πατέρα. Αν πείτε ότι και ο Πατήρ εξ ανάγκης υφίσταται τότε είναι σα να λέτε το πιο φοβερό πράγμα, το πιο αδιανόητο, διότι «ει δε ου θέλων υφίσταται ο Πατήρ, πώς Θεός, ει βεβίασθαι και ταύτα ουκ άλλο τι, ει αυτό το είναι Θεός». Δηλαδή μπορείτε να πείτε ότι ο Θεός δεν είναι ελεύθερος, όπως πολλά και άλλα πράγματα, αλλά να πείτε ότι δεν είναι ελεύθερος ως προς το να είναι, αυτό είναι αδιανόητο. Δηλαδή η ελευθερία του να είσαι, η ελευθερία του να υπάρχεις, είναι βασικό πράγμα για τον Θεό. Το να υπάρχει ο Θεός, ο τρόπος της υπάρξεως είναι ακριβώς η τριαδική του υπόσταση, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα και ισχύει και για τα τρία πρόσωπα, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, η ελευθέρια αυτή ως προς την ύπαρξή τους. Ποιο είναι το αίτιο της ελευθερίας; Δεν είναι ελευθερία που πηγάζει από την ουσία, είναι η ελευθερία του αιτίου, του Πατρός. Αυτός είναι ο θέλων, πράγμα που φαίνεται στο χωρίο του Αγίου Αθανασίου: «και γάρ ο Υιός τη θελήσει ή θέλεται, παρά του Πατρός, ταύτη και αυτός αγαπά και τιμά και θέλει τον Πατέρα∙ και έν εστί θέλημα το εκ Πατρός εν Υιώ ως και τούτον θεωρήσθαι τω Πατρί εν τω Υιώ και τω Υιώ εν τω Πατρί». Συνεπώς με το να είναι αίτιος ο Πατήρ, δεν είναι αίτιος απλώς της γεννήσεως του Υιού, της εκπορεύσεως του Αγ. Πνεύματος, δηλ. της υπάρξεως της Τριάδος ή και της ιδίας αυτού υπάρξεως, αλλά είναι αίτιος της ελευθέρας υπάρξεως, το ότι δηλ. υπάρχει ελεύθερα και όχι αναγκαστικά.

Συνεπώς, το θέμα είναι ότι το ελεύθερο θέλημα του Πατρός είναι αυτό από το οποίο πηγάζει η τριαδική υπόσταση του Θεού, υποστασιάζεται η ουσία σε τριαδικό Θεό. Από τη στιγμή που θα το πούμε αυτό (δηλ. ότι το ελεύθερο θέλημα του Πατρός υποστασιάζει εαυτώ, υποστασιάζει την ουσία ως Πάτερα, Υιό, Άγιο Πνεύμα) διατρέχουμε τον κίνδυνο που επεσήμαναν οι Αρειανοί και αμέσως τον αντέταξαν, να πούμε ότι αφού είναι έτσι, άρα ο Υιός γεννάται εκ της βουλήσεως του Πατρός και το Πνεύμα είναι της βουλήσεως του Πατρός. Συνεπώς γιατί ο Μ. Αθανάσιος αρνείται να δεχτεί ότι ο Υιός γεννάται εκ της βουλήσεως; Πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε την άρνηση του Αθανασίου και τών Καππαδοκών ότι «ουχί αβουλήτως και αθελήτως, αλλά τη θελήσει του θέλοντος αυτώ Πατρός γεννάται ο Υιός»;

Έχουμε εκ πρώτης όψεως εδώ μία αντίφαση η οποία μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση. Χρειάζεται να διευκρινήσουμε ότι δεν υπάρχει αντίφαση, αλλά θα πρέπει πρώτα να κάνουμε μία διάκριση λεπτή η οποία βγαίνει από την μελέτη πάλι των κείμενων του Αγ. Αθανασίου και των Καππαδοκών. Όταν ο Αθανάσιος αρνείται την θέση των Αρειανών ότι γεννάται εκ της βουλήσεως του Πατρός ο Υιός, εξηγεί για ποιο λόγο το κάνει αυτό και καθορίζει ακριβώς την έννοια της βουλήσεως, η οποία υπονοείται σ’ αυτή την περίπτωση.
Λέει λοιπον: «το μεν γαρ λέγειν εκ βουλήσεως γέγονε, πρώτον μεν το μη είναι ποτέ σημαίνει, έπειτα δε και την επ άμφω ροπήν έχειν, ώστε δύνασθαι τινά νοείν ότι ηδύνατο και μη βούλεσθαι τον Υιόν». Αυτό που ενοχλεί τον Αθανάσιο, έτσι ώστε να απορρίπτει το εκ βουλήσεως του Πατρός, είναι ότι η έννοια της βουλήσεως εδώ έχει την έννοια που ονομάζει σε ένα άλλο σημείο ως «επί θάτερα ροπήν έχοντος αυτού και δεικτικού του εναντίου, ώστε τούτω μεν εκλέγεσθαι, εκείνω δε μη ερείσθαι».

Η έννοια της βουλήσεως έχει ακριβώς την έννοια της επιλογής. Εάν είμαι π.χ. ελεύθερος εγώ να κάνω ή να μη κάνω το μάθημα (αν και αυτό δεν είναι απόλυτο), εάν αποφασίσω να το κάνω ωραία, αλλά αποφασίζοντας και όντας ελεύθερος να διαλέγω να το κάνω ή όχι, υπονοώ ότι θα μπορούσα και να μη το κάνω. Για να είμαι όντως ελεύθερος μπορούσα να διαλέξω να κάνω ή να μη κάνω το μάθημα. Άρα το «εκ βουλήσεως» έχει αυτό το «επί θάτερα», «την επί θάτερα ροπήν και τo δεκτικόν του εναντίου τούτω μεν εκλέγεσθαι εκείνω δε μη αιρείσθαι». Και αυτό ακριβώς λέγει εάν το εφαρμόσουμε στη γέννηση του Υιού, θα υπονοούσαμε ότι θα μπορούσε και να μην είχε γεννηθεί ο Υιός.

Αλλά πρέπει να προσέξουμε ότι δεν το λέει έτσι μόνο. Αυτό που τον ενοχλεί - και αυτό είναι πάρα πολύ αποκαλυπτικό - είναι όχι τόσο ότι δε θα μπορούσε να είχε γεννηθεί ο Υιός αλλά ότι «δύνασθαι τινά νοείν ότι ηδύνατο και μη βούλεσθαι τον Υιόν», δηλ. θα μπορούσε και να μη θέλει ελεύθερα τον Υιό. Το παράδοξο είναι το εξής: θέλει ο Αθανάσιος μία ελεύθερη βούληση, αιώνια, αΐδια αλλά η οποία να μην είναι βούληση εκλογής μεταξύ δύο δυνατοτήτων. Δεν ενοχλεί τον Αθανάσιο η ελεύθερη βούληση αυτή καθ' αυτή, τον ενοχλεί η βούληση ως επιλογή μεταξύ δύο δυνατοτήτων, γιατί αυτό θα σημαίνει ότι θα μπορούσε και να μην είχε θεληθεί ο Υιός από τον Πατέρα, ενώ για τον Αθανάσιο ο Υιός θέλεται αιωνίως από τον Πατέρα και δεν θέλει να το πει ανάγκη αυτό. Το λέει θέληση χρησιμοποιώντας σωστά τις λέξεις. Πολλοί από εμάς θα λέγανε πως δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την λέξη βούληση, θέληση, μ’ αυτήν την έννοια και γι’ αυτό αρνούμαστε την ελεύθερη βούληση. Έτσι όμως προσκρούομε κατά γράμμα στον Αθανάσιο. Κατά την ουσία όμως πώς θα τον καταλάβουμε, πώς θα τα συμβιβάσουμε;

Αιώνια θέληση η οποία δεν θα περιέχει την δυνατότητα του αντιθέτου και του εναντίου; Πώς μπορούν να συμβιβαστούν αυτά; Εδώ χρειάζεται μια πολύ βαθεία τομή μέσα στην Πατερική σκέψη. Γιατί εκεί κρύβεται το μεγάλο μυστήριο και της ελευθερίας και της υπάρξεως, όπως το ανέπτυξαν οι Πατέρες. Ας προσέξουμε το πολύ λεπτό αυτό σημείο• το ότι εγώ θα μπρούσα να κάνω και να μη κάνω το μάθημα, το ότι έχω αυτή την επιλογή αυτό οφείλεται στο ότι αντιμετωπίζω δύο δεδομένενες καταστάσεις. Δεδομένες τις οποίες δεν τις φτιάχνω εγώ, είναι δεδομένες. Επιλογή κάνουμε όταν έχουμε μπροστά μας δύο δυνατότητες. Δεν τις φτιάχνουμε εμείς τις δυνατότητες, είναι δεδομένες και αυτό είναι χαρακτηριστικός ορισμός του κτιστού. Διότι το κτιστό ακριβώς, αντιμετωπίζεται με προϋπάρχουσα πραγματικότητα. Επειδή είναι κτιστό, δημιούργημα κάποιου άλλου, ο κάποιος άλλος προηγείται. Έχει λοιπόν άμεσα την πρόκληση, εάν δοθεί ελευθερία στο κτιστό να δεχθεί ή να μη δεχθεί το προϋπάρχον, όπως την έχει ο Αδάμ. Ο Αδάμ βρέθηκε μπροστά σ’ αυτήν την επιλογή-εκλογή: ή θα πεις ναι στον Θεό ή θα πεις όχι. Διότι προϋπήρχε αυτού ο Θεός και ό,τι προϋπάρχει, ό,τι το βρίσκουμε έτοιμο, προκαλεί την ελευθερία μας. Έχεις μπροστά σου πχ. αυτό το τραπέζι, έχεις την ελευθερία ή να το κλωτσήσεις ή να το κάνεις ο,τιδήποτε. Είναι μία πρόκληση για την ελευθερία μου, να πάρω μία στάση απέναντί του. Είναι το χαρακτηριστικό του κτιστού να βρίσκεται αντιμέτωπο υπαρχουσών ήδη καταστάσεων από τις οποίες θα επιλέξει.

Ας προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε την έννοια της ελευθερίας αυτής στον Θεό τον άκτιστο, "πριν" μάλιστα να υπάρξει ο κόσμος. Στην αΐδια και αιώνια ύπαρξη του Θεού πώς αυτή εφαρμόζεται; Τι επιλογές μπορεί να κάνει κανείς όταν δεν υπάρχει δίπλα του τίποτε άλλο εκτός από τον εαυτό του; Το δίλλημα είναι τότε ή να είναι αναγκαστικά υπαρκτός και δούλος του εαυτού του, της ουσίας, της φύσεώς του ή να ασκήσει την ελευθερία μόνο κατά ένα τρόπο, καταφατικά, θετικά, λέγοντας ναι. Διότι πού θα πεις όχι; Όχι θα πεις, όταν κάτι απορρίπτεις. Αλλά τι να απορρίψεις όταν δεν υπάρχει δίπλα σου κάτι άλλο για να το απορρίψεις. Να απορρίψεις τον εαυτό σου; Αυτό είναι ένα είδος σχιζοφρενικής καταστάσεως η οποία πάλι προέρχεται από την δυνατότητα της επιλογής για μας τα κτιστά. Όταν απορρίπτουμε τον εαυτό μας, είναι διότι ο εαυτός μας είναι μία ύπαρξη δεδομένη σε μας. Δεν αποφασίσαμε εμείς οι ίδιοι να γεννηθούμε, η ελευθερία μας δεν ενήργησε στην γέννησή μας. Η κτιστότητα είναι αυτή που μας δίνει τη δυνατότητα της αυτοκτονίας, της άρνησης του εαυτού μας. Εάν βγάλουμε την κτιστότητα από τη μέση, δεν μπορούμε να έχουμε ούτε την αυτοκτονία του Θεού, ούτε και την άσκηση της ελευθερίας του κατά ένα τρόπο αρνητικό, κατά ένα όχι. Διότι το όχι σημαίνει απόρριψη και δεν έχουμε τι να απορρίψουμε.

Στο Θεό λοιπόν μένει αυτό. Ή να είναι αναγκαστικά υπαρκτός ή αν θέλει να είναι ελεύθερος, να ασκεί την ελευθερία του φάσκοντας θετικά, λέγοντας ναι στην ύπαρξή του, γιατί δεν έχει την δυνατότητα να πει όχι. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πέρα απ’ αυτόν.

Ο Θεός στην ίδια του την ύπαρξη δεν είναι μόνος. Η ίδια του η ύπαρξη είναι ένα ναι οντολογικό. Επομένως η ελευθερία Του συμπίπτει με την ίδια Του την ύπαρξη. Το ναι της υπάρξεώς του είναι το ναι της ελευθερίας του, και το ναι της υπάρξεώς του έχει το ναι της τριαδικής υπάρξεώς του. Όταν ο Πατήρ καταφάσκει στη δική του ύπαρξη και στην ύπαρξη του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ασκεί την ελευθερία. Και ασκεί την ελευθερία του ως καταφατική θέληση. Αυτή η καταφατική θέληση δεν επιτρέπει την αρνητική θέληση, διότι αυτή θα ήταν αδιανόητη για το άκτιστο και είναι ακριβώς η αγάπη του Θεού.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Άγιος Αθανάσιος στο καίριο αυτό χωρίο, συνδέει την θέληση του Θεού με την αγάπη του Θεού. Λέει: «ώσπερ γαρ της ιδίας αυτού υποστάσεως εστί θελητής, ούτω και ο Υιός, ίδιος ων αυτού της ουσίας ουκ αθέλητος εστίν αυτώ. Θελέσθω και φιλέσθω τοίνυν ο Υιός παρά του Πατρός• και ούτω το θέλειν και το μη αβούλητον του Θεού τις ευσεβώς λογιζέσθω». Υπάρχει λοιπόν τρόπος, να έχουμε ορθόδοξο τρόπο περί του «θέλειν και μη αβούλητον» του Θεού και υπάρχει τρόπος να έχουμε κακόδοξη αντίληψη περί τούτου «θέλειν και μη θέλειν» του Θεού. Κακόδοξη αντίληψη είναι όταν η θέληση του Θεού είναι απόφαση επιλογής μεταξύ δυνατοτήτων. Αλλά δεν είναι αυτή η μόνη έννοια περί θελήσεως που υπάρχει. Υπάρχει και η ευσεβής έννοια της θελήσεως, η ορθόδοξη έννοια της θελήσεως: «θελέσθω και φιλέσθω ο Υιός παρά του Πατρός και ούτω το θέλειν και το μη αβούλητον του Θεού ευσεβώς τις λογιζέσθω».

Όταν λοιπόν, (όπως εξηγεί ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τον Αθανάσιο), η θέληση του Θεού είναι σύνδρομος της φύσεως, τότε συμπίπτει η ελευθερία με την ύπαρξη του Θεού και δεν πρόκειται για ελευθερία του ναι ή όχι. Είναι η ελευθερία του ναι. Σημειωτέον ότι, ο Μάξιμος ο Ομολογητής θέτει την έννοια της ελευθερίας ως μονόδρομο και όχι ως δύο δρόμους τους οποίους επιλέγουμε. Είναι ακριβώς η έννοια της ελευθερίας που επικρατεί στη θέωση. Εσχατολογικά δεν θα έχουμε τη δυνατότητα της επιλογής. Ακόμη και με το θάνατο κόβονται οι επιλογές - ουκ έστι μετάνοια εν τω Άδει - αλλά με τη Δευτέρα παρουσία, όταν εγώ επιλέγω ελεύθερα να πω όχι να σκοτώσω κάποιον - και έχει καταργηθεί ο θάνατος εν τω μεταξύ - τότε τι σημαίνει η ελευθερία μου; Η ελευθερία μου γίνεται μονόδρομος εσχατολογικά. Γίνεται το ναι. Γι’ αυτό είναι για τη θέωση χαρακτηριστικό. Το ναι είναι ο τρόπος υπάρξεως του Θεού, όπως λέγει ο ΙΙαύλος στη Β΄ προς Κορινθίους: «ουκ εγένετο ημάς ο Χριστός ναι και ου, αλλά ναι εν αυτώ γέγονε». Το ναι δεν είναι αναγκαιότητα και ανελευθερία. Ο Θεός είναι Θεός του ναι στην ύπαρξή του. Είναι αιώνιο ναι προς τον Υιό και προς το Πνεύμα, το οποίο ναι ανταποκρίνεται από τον Υιό και το Πνεύμα πρός τον Πατέρα.

Συνεπώς υπάρχει ο ευσεβής τρόπος για να αναφερόμαστε στο «θέλειν και μη αβουλήτως του αϊδίου Θεού. Και αυτός είναι ο ευσεβής τρόπος.

Ο Πατήρ λοιπόν ελεύθερα κι' από αγάπη γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Πνεύμα. Ελεύθερα και από αγάπη. Διότι το «θέλειν και φιλείν τον Υιόν, θελέσθω και φιλέσθω ο Υιός παρά του Πατρός», είναι ακριβώς ταυτόσημο με την ύπαρξη, με το να υπάρχει ο Υιός. Έτσι «τη θελήσει η θέλεται παρά του Πατρός ο Υιός ταυτή και αυτός αγαπά και θέλει και τιμά τον Πατέρα• και εν εστί θέλημα». Στην επιλογή του κτιστού μπορεί να έχουμε διάφορα θελήματα. Η ελευθερία του κτιστού επιτρέπει διάφορα θελήματα, εδώ η ελευθερία συνεπάγεται ένα μονό θέλημα. Ένα θέλημα είναι το θέλημα του Θεού, γι’ αυτό και συνδέεται με τη μία φύση του, με τη μία ουσία: «και εν εστί θέλημα, το εκ Πατρός εν Υιώ». Μπορεί να είναι ένα άλλα δεν είναι χαρακτηριστικό της ουσίας. Μπορεί να είναι χαρακτηριστικό της ουσίας, αλλά δεν προέρχεται εκ της ουσίας. Με το εκ Πατρός εννοούμε ότι από εκείνον πηγάζει το θέλημα, εκείνος θέλει να υπάρχει Θεός και γι’ αυτό είναι ο κατεξοχήν Θεός, ο Πατήρ. Στη βίβλο Θεός=Πατήρ και στους Έλληνες Πατέρες ο Θεός=Πατήρ. Μόνο στους Δυτικούς είναι ουσία. Στον Αυγουστίνο και πέρα.

Ο Πατήρ λοιπόν ως αίτιος είναι ο ελεύθερος θελητής της ίδιας αυτού υποστάσεως, της υποστάσεως της Tριάδος και μ’ αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα που δημιουργείται με τους Αρειανούς όταν ο Αθανάσιος αρνείται το «εκ βουλήσεως» χωρίς να αρνείται το «θέλειν και μη αβουλήτως». Η αντίφαση συνεπώς την οποία εκ πρώτης όψεως εμφανίζει αυτή η έννοια, αίρεται και λύεται μ’ αυτόν τον τρόπο. Το θέμα είναι πάρα πολύ δύσκολο.

 

Δακτυλογράφηση: Θανάσης Αναστασίου

Το άρθρο αυτό στα Αγγλικά

Δημιουργία αρχείου: 23-9-2005.

Τελευταία ενημέρωση: 8-2-2006.

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

ΕΠΑΝΩ