Νεοπαγανιστικές απάτες Απάντηση στις ψευδείς συκοφαντίες του Νεοπαγανισμού

Ενότητες: Συκοφαντίες, Αγ. Γραφή (ΟΟΔΕ), Αγ. Γραφή (Παγαν.), Κοινωνία, Αρχαία Κοινωνία

Χριστιανισμός και Εξουσία - Μια φωτεινή αντίθεση με τον Παγανισμό

Του Ι. Ταχού

Οι Νεοπαγανιστές, διαστρέφοντας τα Χριστιανικά κείμενα, δείχνουν να ενοχλούνται με τη δήθεν φιλοεξουσιαστική θέση του Χριστιανισμού. Όμως όχι μόνο την πραγματική άποψη του Χριστιανισμού αγνοούν, αλλά και τη γλοιώδη εξουσιαστική σχέση της ΔΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ειδωλολατρικής θρησκείας, με τους εξουσιαστές της αρχαίας πολυθεϊστικής κοινωνίας!

 

1. Εξουσιαστές προ Χριστού;

Οι αρχαιόπληκτοι ισχυρίζονται ότι ο Θεός της Π.Δ. και η θρησκεία του ήταν απλώς ένα μέσο για να υποτάσσονται οι μάζες (εν προκειμένω των Εβραίων) στο ιερατείο. Γράφτηκε δηλαδή η Π.Δ., (και μέσω αυτής δημιουργήθηκε ο Θεός της Π.Δ.), δήθεν από το ιερατείο ή κατ’ εντολή του. Στην πραγματικότητα όμως, η Π.Δ. μέσω της οποίας μαθαίνουμε για το Θεό, γράφτηκε από πολλούς προφήτες, όχι από τα ιερατεία που «ήθελαν να υποτάξουν τις μάζες». Οι προφήτες αυτοί καταδιώχθηκαν από τα ιερατεία και την εβραϊκή εξουσία (βασιλείς). Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα: Πώς γίνεται η Παλαιά Διαθήκη να γράφτηκε με εξουσιαστικές σκοπιμότητες, αφού οι συγγραφείς της ήταν ενάντια στους εξουσιαστές του εβραϊκού λαού (τους βασιλείς και τους διεφθαρμένους ιερείς) και είχαν σαφώς μια οικουμενική αντιεθνικιστική αντίληψη;

 

2. Ήταν ο Παύλος όργανο των Εβραίων εξουσιαστών;

Όσο για την απίστευτης αερολογίας άποψη ότι ο Χριστιανισμός ήταν ο τρόπος του ιουδαϊκού ιερατείου να εξουσιάσει τον κόσμο (μέσω του Φαρισαίου Παύλου και του Ιησού), από μόνη της καταρρίπτεται. Διότι δεν θα ήταν τόσο ανόητο το ιουδαϊκό ιερατείο, ώστε να δημιουργήσει μια ακόμη σέκτα (άρα να διασπάσει ακόμη περισσότερο τις λιγοστές δυνάμεις του Ιουδαϊσμού), και να βάζει τον Παύλο να κατηγορεί δριμύτατα τον Ιουδαϊσμό, ώστε... να κυριαρχήσει ο Ιουδαϊσμός. Κι ένας άμυαλος θα καταλάβαινε ότι τέτοιες τακτικές μόνο εναντίον του θα ήταν, και δεν θα τις ακολουθούσε εξ αρχής. Τι κέρδισαν οι Ιουδαίοι ιερείς με την εξάπλωση του Χριστιανισμού; Ήταν ό,τι χειρότερο γι’ αυτούς. Και, φυσικά, είναι παρανοϊκός ο ισχυρισμός ότι απλώς τα σχέδια του ιερατείου δεν πέτυχαν κι αυτονομήθηκε ο Χριστιανισμός επιτιθέμενος έκτοτε κατά του Ιουδαϊσμού. Διότι από τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, πριν τον Παύλο, υπήρχε αυτή η σύγκρουση. Επιπλέον, και αυτή η άποψη περί «αποτυχημένης συνωμοσίας μέσω του Χριστιανισμού» συναριθμείται σε όλες εκείνες τις χιλιάδες συνωμοσίες που δήθεν σκέφτονταν οι Εβραίοι (ότι ο Χίτλερ ήταν Εβραίος, ότι ο Κομμουνισμός είναι Εβραϊσμός κ.λπ.). Πρόκειται για μια αγαπημένη αντισημιτική θεωρία των Ναζιστών Ελλήνων (και των μη Ελλήνων Ναζιστών), η οποία και θετικές αποδείξεις δεν φέρει και αντικρούεται από την πραγματικότητα.

 

3. Ήταν ο Θεός δικαιολογία πλουτισμού;

Οι αρχαιόπληκτοι ισχυρίζονται ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης ήταν απλώς η δικαιολογία, για να πλουτίζει το ιερατείο. Φέρνουν το εδάφιο ΑΡΙΘΜΟΙ ΙΗ’ 19, όπου ο Θεός ορίζει τα αφιερώματα από τις προσφορές των Ισραηλιτών να δίνονται στους ιερείς και τις οικογένειές τους, ως απόδειξη ότι ο Θεός χρησίμευε ως δικαιολογία για τη συσσώρευση πλούτου των ιερέων. Ωστόσο το ΑΡΙΘΜΟΙ ΙΗ΄ μόνο για συσσώρευση πλούτου του ιερατείου δεν κάνει λόγο. Απλώς ο Θεός απλώς ορίζει να δίνονται τα κρέατα ορισμένων εκ των ζώων των θυσιών και ένα τμήμα των καρπών που προσφέρεται από το λαό, για τη διατροφή των οικογενειών των ιερέων (ΑΡΙΘΜΟΙ ΙΗ΄ 10 και 11, 13) σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους στη Σκηνή του Μαρτυρίου και αργότερα στο Ναό. Αυτό δεν συνιστά συσσώρευση πλούτου. Ο Θεός, στο ίδιο κεφάλαιο (ΑΡΙΘΜΟΙ ΙΗ΄ 20) απαγορεύει ο Ααρών και οι γιοί του, που θα ιερουργούν, να πάρουν κληρονομιά στη χώρα της Χαναάν το παραμικρό μερίδιο γης. Το ίδιο και οι Λευΐτες (ΑΡΙΘΜΟΙ ΙΗ΄ 23) απαγορεύεται να πάρουν κληρονομιά γης μεταξύ των Ισραηλιτών, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες φυλές του Ισραήλ, και μάλιστα ό,τι προσφέρεται σε ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους μειώνεται κατά ένα δέκατο. Οι ιερείς απλώς λάμβαναν τα απαραίτητα για τη διατροφή τους κι όχι για να συσσωρεύουν χρήμα ή γη.

 

4. Οι εξουσιαστές ιερείς του Παγανισμού σε αντίθεση με τους μονοθεϊστές

          Οι αρχαιόπληκτοι αποκρύβουν συστηματικά το γεγονός ότι η αρχαία θρησκεία ήταν ενωμένη με τις πόλεις-κράτη, τα οποία επιφορτίζονταν για την διεξαγωγή όλων των λατρευτικών τυπικών. Ζώα για θυσίες, χρήματα για πομπές, για γιορτές, για ιερά δείπνα, για άμφια των ιερέων, για τη συντήρηση των ιερέων, όλα αυτά ήταν μέλημα του κράτους, το οποίο αναγκαζόταν να συντηρεί τους αργόσχολους μάντεις και ιερείς, μην τυχόν και οργισθεί ο Απόλλων ή ο Δίας και κάψουν την πόλη. Είναι γνωστότατο ότι τα μαντεία και τα ιερά των «θεών» ήταν πλήρη αναθημάτων και πολύτιμων μετάλλων. Μόνο ο Νέρωνας άρπαξε 500 αγάλματα από τους Δελφούς, οπότε φανταζόμαστε πόσος πλούτος είχε συσσωρευτεί στα πόδια του πολυθεϊστικού ιερατείου. Όλοι προσέφεραν ό,τι πιο πλούσιο είχαν στο θεό. Από τον ξένο ηγεμόνα Κροίσσο ως και πόρνες, σαν τη Φρύνη, που έστειλε αφιέρωμα στους Δελφούς ένα ολόχρυσό άγαλμά της. Φυσικά ο «θεός του φωτός» το δέχτηκε.

Ένα άλλο τρικ του ιερατείου των Δελφών ήταν να δίνει ασαφείς χρησμούς. Έτσι ο ενδιαφερόμενος, εάν ήθελε πλήρη αποσαφήνιση, έπρεπε να ξαναρωτήσει τον «θεό» του ιερατείου, ζητώντας νέο χρησμό. Η νέα αίτηση για χρησμό όμως έπρεπε να συνοδευτεί με νέα προσφορά (ζώων ή χρημάτων) στο ναό. Έτσι οι πολυθεϊστές ιερείς πλούτιζαν. Φυσικά, η αρχαία θρησκεία δεν είχε την παραμικρή αντίληψη περί φιλανθρωπίας. Τα πλούτη έστεκαν στους ναούς των κηφήνων πολυθεϊστών ιερατείων, για να παίζουν με τα διαμάντια οι πολυθεϊστές ιερείς. Αντίθετα η Εκκλησία με τον πλούτο που της προσέφεραν οι πιστοί δημιουργούσε νοσοκομεία, πτωχοκομεία, συντηρούσε συσσίτια κ.α. Ο ίδιος ο Ιουλιανός παραδέχεται (στην επιστολή του προς τον ειδωλολάτρη αρχιερέα της Γαλατείας, Αρσάκειο), την σημαντική αυτή διαφορά στην χρήση του πλούτου μεταξύ του πολυθεϊστικού ιερατείου και του χριστιανικού ιερατείου. Οι Εθνικοί ιερείς άφηναν τον πλούτο αχρησιμοποίητο, οι χριστιανοί ιερείς τον χρησιμοποιούσαν για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Τα παραμύθια λοιπόν περί δημιουργίας του χριστιανικού Θεού για λόγους πλουτισμού ισχύουν μόνο για τα ειδωλολατρικά ιερατεία.

 

5. Υποβοηθά ο Χριστιανισμός τους εξουσιαστές;

          Ας περάσουμε σε μια άλλη πτυχή. Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι ο Χριστιανισμός υποβοηθά τις εξουσίες. Αναφέρουν διάφορα εδάφια επιστολών του Παύλου. Φαίνεται πως ενοχλεί τους Νεοπαγανιστές απολογητές του Λυκούργειου ναζισμού και μιλιταρισμού η άποψη του Παύλου. Η Νεοπαγανιστική ερμηνεία των Χριστιανικών απόψεων περί εξουσίας είναι τέτοια, ώστε σκόπιμα αυτές και το νόημά τους να διαστρεβλωθούν. Η χριστιανική άποψη, περί κράτους και εξουσίας βλέπει το κράτος ως προϊόν της πτώσης του Αδάμ και της Εύας. Πριν την Πτώση οι Πρωτόπλαστοι δεν είχαν ανάγκη κράτους ούτε υπήρχε, όπως τονίζει ο Χρυσόστομος κάποια εξουσία του άντρα επί της γυναίκας. Συνεπώς, επειδή είναι μεταπτωτικός θέσμος το κράτος και η εξουσία, η Εκκλησία δεν έχει ούτε την κρατικιστική αυταπάτη ότι το κράτος/εξουσία θα φέρει τον «επί γης παράδεισο» (αν π.χ. τηρηθούν οι νόμοι του κράτους. Κάθε νόμος είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, δηλαδή ατελές, με ελλείψεις) ούτε την αντιεξουσιαστική αυταπάτη ότι η εξουσία είναι φύσει κακή. Σκοπός του κράτους/εξουσίας δεν είναι να φέρει τον παράδεισο επί γης˙ αυτό δεν το μπορεί. Σκοπός είναι η αποφυγή της κόλασης επί γης. Όπως ο γάμος είναι ένα μεταπτωτικό φάρμακο κατά του θανάτου, έτσι και η εξουσία είναι ένα προσωρινό φάρμακο κατά της μεταπτωτικής σατανικής διχόνοιας μεταξύ των ανθρώπων, μια ατελής, πολύ κατώτερη της προπτωτικής, μορφή τάξης. Αν δεν χρησιμοποιείται σωστά, δεν είναι από μόνη της κακή.

 

6. Τα λόγια του Παύλου στο τότε ιστορικό πλαίσιο

          Για να γίνει κατανοητή η άποψη του Παύλου για την εξουσία πρέπει να έχουμε υπόψη την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε δημοκρατία ούτε ανάμνηση δημοκρατίας ούτε πάλη μεταξύ δημοκρατών και μοναρχικών για το ποιο πολιτικό σύστημα θα επικρατούσε. Δεν υπήρχε κάποιο δημοκρατικότερο εναλλακτικό πολιτικό σύστημα από την μοναρχία. Δεν μπορούσε λοιπόν ο Παύλος να προτείνει «αντίσταση» ή «αντάρτικο» στην αυτοκρατορική εξουσία. Μορφωμένος ήταν, ήξερε το αποτέλεσμα των εξεγέρσεων κατά της Ρώμης. Είναι παράλογο να ζητάμε από τον Παύλο σε μια τέτοια εποχή να προτείνει ανυπακοή στην εξουσία (γενικά) ή στην αυταρχική εξουσία (της Ρώμης), τη στιγμή που κανείς πολυθεϊστής φιλόσοφος και διανοούμενος δεν τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Μίλησε κανείς Επικούρειος για «αντιεξουσιασμό», στην εποχή της Ρωμαιοκρατίας; Παρότρυνε το λαό κανείς πολυθεϊστής διανοούμενος της εποχής σε επανάσταση κατά του οιουδήποτε κράτους; Κι όπως οι φιλόσοφοι της εποχής ζητούσαν γενικά σεβασμό στους νόμους, το ίδιο ζητούσε ο Παύλος. Τουλάχιστον αυτός δεν επέλεγε (μια για πάντα), όπως ο Πλούταρχος, το μοναρχικό πολίτευμα κρίνοντας πως αυτό είναι καλύτερο. Μίλησε γενικά για «εξουσία» κι έτσι άφησε περιθώριο για τις πολιτειακές αλλαγές. Δεν είπε «μοναρχία και ξερό ψωμί», όπως είπε ο Πλούταρχος - Περί μοναρχίας και δημοκρατίας και ολιγαρχίας, 4 (827bc), όπου γράφει γράφει: «Αν όμως του [πολιτικού άντρα] δοθεί δυνατότητα να επιλέξει πολιτεύματα (...), δε θα διάλεγε άλλο από τη μοναρχία, το μόνο πολίτευμα που μπορεί να στηρίξει τον τέλειο και στ’ αλήθεια ορθό τόνο της αρετής και να μην τον αφήσει να υποταχθεί ούτε στη βία ούτε στη χρησιμοθηρία». Εξουσία είναι και η σημερινή (έστω και τυπικά) δημοκρατική. Απλώς έδωσε κάποιες συντεταγμένες. Αλλά τι είπε ο Παύλος, που κάνει τους ψευτοδημοκράτες (υμνητές του Λυκούργειου πολιτεύματος) Νεοπαγανιστές καθώς και τους «αντιεξουσιαστές» να αντιδρούν;

Προς Ρωμαίους, 13, 1-7: "Ας υποτάσσεται ο καθένας εις τας ανωτέρας εξουσίας, διότι δεν υπάρχει εξουσία παρά από τον Θεόν. Ώστε εκείνος που αντιτάσσεται εις την εξουσίαν, αντιτάσσεται εις την διαταγήν του Θεού και εκείνοι που αντιστάθηκαν, θα κατακριθούν. Διότι οι άρχοντες δεν είναι φόβος δια τα καλά έργα, αλλά δια τα κακά. Θέλεις να μη φοβάσαι την εξουσίαν; Κάνε το καλόν και θα επαινεθής, διότι η εξουσία είναι όργανον του Θεού, δια το καλόν σου, εάν όμως κάνης το κακόν, τότε να φοβάσαι, διότι δεν φέρει μαχαίρι χωρίς λόγον, αλλά διότι είναι όργανον του Θεού, εκδικητής της οργής του εναντίον εκείνου που κάνει το κακόν. Δια τούτο είναι ανάγκη να υποτάσσεσθε όχι μόνον ένεκα της οργής αλλά και δια λόγους συνειδήσεως. Αυτός είναι ο λόγος που πληρώνετε φόρους, διότι αι αρχαί είναι υπηρέται του Θεού, αφοσιωμένοι εις αυτό ακριβώς το έργον. Αποδώσατε λοιπόν εις όλους ό,τι τους οφείλεται˙ φόρον εις εκείνον που οφείλεται φόρος, δασμός εις εκείνον που οφείλεται δασμός, σεβασμός εις εκείνον που οφείλεται σεβασμός, τιμή εις εκείνον που οφείλεται τιμή".

Προς Τιμόθεον, 2, 1-4: "Παρακαλώ λοιπόν, πρώτα απ’ όλα, να κάνετε δεήσεις, προσευχάς, παρακλήσεις, ευχαριστίας δι’ όλους τους ανθρώπους, δια τους βασιλείς και όλους εκείνους που είανι εις υψηλάς θέσεις, δια να ζούμε βίον ήρεμον και ήσυχον με πάσαν ευσέβειαν και σεμνότητα. Διότι αυτό είναι καλόν και ευπρόσδεκτον ενώπιον του Σωτήρος μας Θεού ο οποίος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να λάβουν γνώσιν της αληθείας".

Προς Τίτον, 3, 1: "Να τους υπενθυμίζεις να υποτάσσονται εις τας αρχάς και τας εξουσίας, να πειθαρχούν, να είναι έτοιμοι δια κάθε έργον καλόν (...)".

 

Λέει και ο Πέτρος τα εξής:

 

Α΄ Πέτρου, 2, 13-16: "Υποταχθήτε λοιπόν, σε κάθε ανθρώπινην εξουσίαν χάριν του Κυρίου, είτε πρόκειται δια τον βασιλέα, ως τον ανώτατον άρχοντα, είτε δια διοικητάς, ως απεσταλμένους απ’ αυτόν δια την τιμωρίαν εκείνων που κάνουν το κακόν και δια τον έπαινον εκείνων που κάνουν το καλόν, διότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού: να αποστομώνετε δια των καλών σας πράξεων την άγνοιαν των ανόητων ανθρώπων. Να ζήτε σαν άνθρωποι ελεύθεροι και όχι να χρησιμοποιείτε την ελευθερίαν σαν κάλυμμα κακών πράξεων, αλλά σαν δούλοι του Θεού".

Οι δύο απόστολοι εδώ έχοντας κατά νου την αντίληψη ότι η εξουσία/το κράτος υπάρχουν για να αποτραπούν τα χειρότερα συνιστούν υπακοή στον άρχοντα. Συνεχώς λένε ότι η εξουσία υπάρχει (και εννοούν ότι πρέπει να υπάρχει) για την τιμωρία του κακού και τον έπαινο του καλού. Η υποταγή στους άρχοντες δεν οφείλεται σε δουλοπρέπεια ούτε είναι τυφλή. Η υποταγή στην εξουσία δεν σημαίνει εξαγιασμό της εξουσίας, αλλά παραδοχή της χρησιμότητάς της για την περιστολή του κακού. Η υποταγή στην εξουσία δεν οφείλεται στο ότι δήθεν ο Χριστιανισμός στηρίζει τους εξουσιαστές και ειδικότερα τους άδικους, όπως φαίνεται και σε όλα τα παραπάνω εδάφια. Ότι υπάρχουν όρια στην υποταγή του Χριστιανού στους άρχοντες κι αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική, αποδεικνύεται τόσο από τη λογική όσο και από τα κείμενα διάφορων Πατέρων.

 

7. Η Εξουσία ΓΕΝΙΚΑ και όχι ο άρχων ειδικά

Ορισμένοι, μη Χριστιανοί, είτε επειδή συγχέουν τον συγκεκριμένο, κάθε φορά, άρχοντα με την εξουσία είτε επειδή πιστεύουν ότι ο Παύλος και η Εκκλησία συγχέουν την εξουσία με τον (συγκεκριμένο κάθε φορά) άρχοντα (ή, ακόμη χειρότερα, με κάποιο συγκεκριμένο πολίτευμα), νομίζουν ότι ο Χριστιανισμός τάσσεται ανεπιφύλακτα στο πλευρό των (συγκεκριμένων, κάθε φορά) εξουσιαστών/αρχόντων, με συνέπεια να προτρέπει την απόλυτη υποταγή στους εξουσιαστές της κάθε εποχής κι άρα να εξαγιάζει την εξουσία. Η αλήθεια είναι διαφορετική. Οι μη Χριστιανοί διαστρεβλώνουν την χριστιανική ερμηνεία της εξουσίας και ύστερα κατηγορούν από πάνω τον Χριστιανισμό.

Σύμφωνα με το Χριστιανισμό, το θέλημα του Θεού το εκφράζει η ύπαρξη της εξουσίας  γενικά, και όχι ο συγκεκριμένος άρχοντας. Γι’ αυτό και οι πιστοί, ενώ αποδέχονται την εξουσία, για τους λόγους που προαναφέραμε, δεν στηρίζονται στους άρχοντες. Έτσι ο Ψαλμός 145, 3 γράφει: "μη πεποίθατε επ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων, οις ουκ έστι σωτηρία. («Μην στηρίζετε την πεποίθηση και την ελπίδα σας στους άρχοντες, στους γιους των θνητών ανθρώπων, που δεν έχουν πάντοτε τη δύναμη να σας σώσουν»)

Ο Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει για τη διάκριση μεταξύ άρχοντα και Εξουσίας και τονίζει ότι ο Θεός δεν έχει ευλογήσει τον συγκεκριμένο άρχοντα (που μπορεί να είναι και κακός), αλλά την Εξουσία. «"Γιατί", λέγει "δεν υπάρχει εξουσία, παρά μόνο από το Θεό". Τι λέγεις; Κάθε άρχοντας δηλαδή χειροτονείται από τον Θεό; Δεν εννοώ αυτό, λέγει˙ ούτε ο λόγος μου τώρα θα είναι για τους άρχοντες χωριστά, αλλά γι’ αυτό το πράγμα. Γι’ αυτό δεν είπε "δεν υπάρχει λοιπόν άρχοντας, παρά μόνο από το Θεό", αλλά μιλάει γενικά για το πράγμα και λέγει "γιατί δεν υπάρχει εξουσία, παρά μόνο από το Θεό, και οι εξουσίες που υπάρχουν έχουν ορισθεί από το Θεό"» (Ιω. Χρυσόστομος, Ομιλία κδ΄ στην Προς Ρωμαίους, 1). Η πολύ σημαντική αυτή λεπτομέρεια έχει ως αποτέλεσμα (και προϋποθέτει, κατά κάποιον τρόπο) τη χριστιανική αντίληψη, ότι άλλο πράγμα ο κακός άρχοντας κι άλλο πράγμα η εξουσία, η οποία δημιουργήθηκε ως φάρμακο με σκοπό να περιοριστεί η ατομική αυθαιρεσία και το χάος και είναι (σχετικά) καλή. Επιπλέον, όταν κάποιος κακός άρχοντας θεσπίζει κακούς νόμους ή προστάζει πράγματα ενάντια στο καλό (δηλαδή στις εντολές του Θεού), η χριστιανική αντίληψη είναι η άρνηση υποταγής σε αυτά. Όταν βέβαια ένας άρχοντας (ακόμη κι αυτός, που γενικά είναι κακός) διατάξει κάτι καλό ή απαγορεύσει κάτι κακό, ο Χριστιανός υποτάσσεται και συνεργεί, γιατί μια τέτοια διαταγή και απαγόρευση συμφωνεί με τον αρχικό προορισμό της εξουσίας.

Όπως και να ‘χει, αποδεικνύεται εντελώς παράλογος ο ισχυρισμός των αρχαιόπληκτων ότι ο Χριστιανισμός θεωρεί κάθε άρχοντα και κυβερνήτη «εκλεκτό του Θεού». Οι αρχαιόπληκτοι διαστρεβλώνουν τη σημασία της άποψης του Παύλου ότι «Δεν υπάρχει εξουσία παρά μόνο από το Θεό», σαν να εννοούσε ο Παύλος ότι ο καθένας που αρπάζει την εξουσία και την κακομεταχειρίζεται είναι ευλογητός από το Θεό. Ο Θεός έδωσε την εξουσία γενικά, όχι τον κάθε άρχοντα ειδικά, με σκοπό την, όσο γίνεται, αποτροπή του κακού. Μπορεί να υπάρξουν κακοί άρχοντες, αλλά δεν είναι θέλημα του Θεού αυτό. Είτε σκόπιμα είτε από την γνωστή σε όλους άγνοιά τους περί Χριστιανισμού, οι Νεοπαγανιστές και οι αντιχριστιανοί δημιουργούν μια ανύπαρκτη ερμηνεία περί εξουσίας, την αποδίδουν στο Χριστιανισμό και ύστερα τον κατηγορούν γι’ αυτήν!

Βλέπουμε λοιπόν πως ο δήθεν φιλοεξουσιαστικός Χριστιανισμός όχι μόνον δεν έπεσε στην παγίδα να προτείνει ένα συγκεκριμένο σύστημα (όπως έκαναν οι Παγανιστές της εποχής εκείνης), αλλά έκανε ρητά διαχωρισμό μεταξύ της έννοιας του (ενίοτε καλού ή κακού) άρχοντα και της (προς καλό σκοπό δημιουργημένης) εξουσίας, ώστε αποδεχόμενος την σωστή εξουσία να μην υπακούει σε άδικες εντολές.

 

8. Τα όρια της εξουσίας των αρχόντων

Το ότι υπάρχουν όρια στην υποταγή προς τον Καίσαρα, δηλαδή την επίγεια εξουσία, σ’ αντίθεση με την απόλυτη υποταγή στο Θεό φαίνεται από το Κατά Μάρκον 12, 17 και τις Πράξεις 5, 29. Στο πρώτο διαβάζουμε «αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτοίς· απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ·» («Δώστε εις τον Καίσαρα όσα οφείλονται εις τον Καίσαρα και εις τον Θεόν όσα οφείλονται εις τον Θεόν»), ενώ στις Πράξεις έχει γραφτεί «πειθαρχείν δεί Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» («Πρέπει να πειθαρχούμε μάλλον στο Θεό παρά στους ανθρώπους»). Από την μελέτη των δύο αυτών εδαφίων βλέπουμε πόσο πρωτοποριακός ήταν και είναι ο Χριστιανισμός. Αφενός διαχωρίζει πλήρως τα καθήκοντα προς το κράτος και προς το Θεό, αφετέρου με αυτόν τον τρόπο διαχωρίζει την κοσμική από την θρησκευτική σφαίρα, απαγορεύοντας την ανάμιξη της μίας στην άλλη (απαγόρευση της Θεοκρατίας), σε αντίθεση με ό,τι γινόταν στην αρχαία Πόλη-Κράτος και στην ειδωλολατρική Ρώμη (όπου η θρησκεία ήταν κρατική και ενωμένη με το κράτος), και επιπλέον τονίζει ότι ο Θεός είναι υπεράνω όλων κι ότι η υποταγή στην ανθρώπινη εξουσία παύει, όταν αυτή έρχεται σε αντίθεση προς το θεϊκό νόμο.

 

9. Περιφρόνηση της Εξουσίας; Μια αντιφατική συκοφαντία

Στο σημείο αυτό βέβαια, οι αρχαιόπληκτοι και οι αντιχριστιανοί παίζουν ένα βρώμικο σοφιστικό παιχνίδι κατά του Χριστιανισμού. Από τη μια είδαμε ότι παριστάνουν τους «αντιεξουσιαστές» κατηγορώντας την Εκκλησία ότι στηρίζει τους εξουσιαστές, ενώ μόλις αναφέρουμε τα παραπάνω εδάφια, αλλάζουν ξαφνικά ιδεολογία και γίνονται «νομιμόφρονες» κατηγορώντας την Εκκλησία ότι περιφρονεί την κοινωνία και τους θεσμούς της βάζοντας υπεράνω των νόμων το νόμο του Θεού. Είναι προφανές ότι η τύφλωση, η οίηση και η αμάθεια των Νεοπαγανιστών τους οδηγεί στο να παριστάνουν άλλοτε τους υπερασπιστές της εξουσίας (και της οιασδήποτε «νομιμότητας») κι άλλοτε τους αντιεξουσιαστές. Έτσι, τυφλωμένοι και πορωμένοι, αδυνατούν ν’ αντιληφθούν ότι η Εκκλησία και ο Θεός ούτε περιφρονούν τους θεσμούς των ανθρώπων (Προς Ρωμαίους, 13, 1) αλλά ούτε υποτάσσονται σ’ αυτούς τυφλά, ως άβουλοι δούλοι του Καίσαρα (Κατά Μάρκον, 12, 17 και Πράξεις, 5, 29).

Η άρνηση της Εκκλησίας να δεχτεί νόμους ενάντια στο θέλημα του Θεού δεν οφείλεται σε κάποια περιφρόνηση προς την εξουσία και τη νομιμότητα, αλλά είναι απόλυτα λογική. Αν π.χ. ο εκάστοτε «Καίσαρας» διατάξει να κλέβουμε ή να φονεύουμε και νομοθετήσει ανάλογα,  η Εκκλησία δε μπορεί να «υποταχθεί στους άρχοντες». Κι εφόσον ο Θεός είναι η πηγή του αγαθού και του καλού, οι θεϊκές προσταγές είναι το κατεξοχήν καλό. Να αγαπάς τον συνάνθρωπό σου, να μην τον αδικείς με κανένα τρόπο, να δίνεις και τη ζωή σου γι’ αυτόν, αν χρειαστεί, αυτές είναι θεϊκές εντολές που καλυτερεύουν την κοινωνία, και εάν οι νόμοι της Εξουσίας πρόσταζαν το αντίθετο, ασφαλώς δεν θα συνιστούσε «αντικοινωνική συμπεριφορά» η άρνηση των νόμων της εξουσίας από τους Χριστιανούς. Ωστόσο οι «νομιμόφρονες», πλέον, Νεοπαγανιστές (ο «αντιεξουσιασμός» τους τώρα έκανε φτερά και κουρνιάζει στην «αντιεξουσιαστική» Λακεδαιμονία των Λυκούργειων νόμων του ΥΣΕΕ!), θα ισχυρίζονταν ότι συνιστά αντικοινωνική συμπεριφορά, τυφλωμένοι από το μαύρο μίσος τους!

 

10. Ο καθορισμός των ορίων της Εξουσίας

Απομένει να δούμε: Πώς καθορίζονται τα όρια της σχετικής υποταγής των Χριστιανών στην κοσμική εξουσία;

Ο καθορισμός των ορίων της κρατικής εξουσίας δεν εγκαταλείπεται στην αυθαιρεσία των φορέων της, αλλά ελέγχεται από τους πιστούς εν ονόματι του Θεού. Αυτό είναι προφανές από τα παραπάνω. Δεν καθορίζει η εξουσία το νόμο του Θεού. «Oι αρχόμενοι μόνα τοις άρχουσι οφείλετε πείθεσθαι, όσα μη την επαγγελίαν ημίν της ελπίδος της βασιλείας των ουρανών αφαιρείσθαι» (Γρηγ. Παλαμάς, Ομιλία 42, 8).  Βλέπουμε ότι η υποταγή στην εξουσία αφορά μόνο την εκ μέρους της εξουσίας διάπραξη του καλού και την τιμωρία του κακού, δηλαδή μόνο εάν η εξουσία χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον αρχικό προορισμό της. Ο καθορισμός των ορίων έγκειται στην κρίση του πιστού. Αν οι νόμοι δεν είναι αντίθετοι στο θέλημα του Θεού, δηλαδή στην αγάπη και τη δικαιοσύνη, υπάρχει υποταγή στην εξουσία. Αυτό συνιστά τεράστιο βήμα προόδου σε μια εποχή όπου οι Ειδωλολάτρες έπρεπε να υπακούν τυφλά στον Καίσαρα.

 

11. Αντιεξουσιαστικές αναφορές της Αγίας Γραφής

Τι εξουσιασμός υπάρχει, αλήθεια, στο ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΒ΄ 13-15: «εσύ, βασιλιά των Ιουδαίων, που χτίζεις τα ανάκτορά σου με αδικίες και καταδυναστεύσεις, εσύ που εξαναγκάζεις τον πλησίον σου να δουλεύει δωρεάν για εσένα και δεν του δίνεις μισθό (..) μήπως νομίζεις πως θα βασιλεύσεις για πολύ;» ή στο ΗΣΑΐΑΣ Α΄, 24: «δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο δεσπότης, ο κυρίαρχος του Ισραήλ "αλλοίμονο σε σας, άρχοντες της Ιερουσαλήμ"» ή στο  ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΣΤ΄ 5-8: «Φρικτή και ταχεία θα επιπέσει εναντίον σας [= των βασιλέων] η τιμωρία, διότι τρομερή πάντοτε και αιφνίδια είναι η τιμωρία των παρανόμων αρχόντων. Διότι οι άσημοι και απλοϊκοί άνθρωποι είναι άξιοι συγγνώμης και ελέους. Οι άρχοντες όμως θα κριθούν και θα δικαστούν με αυστηρότητα. (..) Αυστηρή και λεπτομερής έρευνα και εξέταση επιφυλάσσεται για τους ισχυρούς» ή στην αντιστροφή της ιεραρχίας (και τα διαφορετικά κριτήρια «ανωτερότητας») για όλους τους Χριστιανούς (λαό-κλήρο-άρχοντες, όχι μόνο για το λαό), που ο Χριστός στο Κατά Ματθαίον 20, 25-27 προστάζει, ή στην προειδοποίηση του Θεού της Π.Δ. προς τον εβραϊκό λαό, για τον εξουσιαστικό χαρακτήρα της μοναρχίας (Α’ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ, Η΄, 4-22);

 

12. Η έννοια της προσευχής υπέρ των αρχόντων

Οι Νεοπαγανιστές και οι αντιχριστιανοί θεωρούν αρνητικό ότι ο Παύλος συνιστά οι πιστοί να προσεύχονται υπέρ των αρχόντων. Θέλουν να πιστέψουμε ότι ο Παύλος ζητά αυτά για χάρη του εξουσιασμού και για πολιτική στήριξη των αρχόντων. Μόνο που ξεχνούν να διαβάσουν καλά το εδάφιο, στους επόμενους στίχους. Οι προσευχές των Χριστιανών ίσως έχουν ως αποτέλεσμα ο Θεός να φωτίσει τους εκάστοτε άρχοντες, ώστε να νομοθετούν και να συμπεριφέρονται καλύτερα προς τους πολίτες. Αν οι άρχοντες αποκτήσουν καλύτερη συμπεριφορά (και, είτε συμφωνούν οι μη Χριστιανοί είτε διαφωνούν, οι Χριστιανοί πιστεύουν στη δύναμη της προσευχής – δίχως να αποκλείονται και οι παρακκλήσεις ή οι ευχαριστίες), τότε όντως θα ζήσουν οι πολίτες βίο ήρεμο και ήσυχο. Δεν είναι φιλοεξουσιαστική «δοξολογία προς τον (ίσως κακό) άρχοντα» αυτά, διότι, όπως δείξαμε, οι Χριστιανοί αρνούνται να υπακούσουν σε αντίθεους (άρα και απάνθρωπους) νόμους, καταλύοντας έτσι ειρηνικά την ισχύ του κακού άρχοντα. Δεν είναι «στήριξη του εξουσιασμού» η παράκκληση ή/και η προσευχή για να συμπεριφέρεται ο άρχοντας δικαιότερα και σοφότερα.

 

13. Η πληρωμή των φόρων

Οι Νεοπαγανιστές και οι αντιχριστιανοί πιστεύουν ότι ο Παύλος υποβοηθά τον (κακό) εξουσιασμό, όταν γράφει ότι πρέπει να πληρώνουν οι πιστοί φόρους, διότι οι άρχοντες είναι υπηρέτες του Θεού, αφοσιωμένοι στο έργο αυτό. «Να Πως θα πλήρωνε ο κόσμος τους φόρους του με χαρά. Έτσι η ανυπακοή να πληρώσει κανείς φόρο γίνεται ανυπακοή στο Θεό», ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές. Εδώ πρόκειται για την γνωστή τους άγνοια περί της χριστιανικής διάκρισης μεταξύ (αρχικά) καλής εξουσίας και (πιθανώς) κακών αρχόντων. Οι φόροι ήταν και είναι αναγκαίοι, σε κάθε κοινωνία, για κοινωφελή έργα. Η κακή χρήση των φόρων και οι άδικοι φόροι από τους άρχοντες είναι το πρόβλημα, δηλαδή ο κακός εξουσιασμός. Όχι η ύπαρξη φόρων γενικά. Φυσικά ο Παύλος δεν ήταν υπέρ της βαριάς φορολογίας των φτωχών – οι αντιχριστιανοί το θεωρούν δεδομένο ότι ήταν;

 

14. Η εξουσία των Ιερέων

Οι Νεοπαγανιστές προκειμένου να παραπληροφορήσουν για την χριστιανική αντίληψη περί εξουσίας εφαρμόζουν την τακτική της παραποίησης των πηγών καθώς και της αποσιώπησης όσων χριστιανικών πηγών δεν συμφωνούν με τα συμπεράσματά τους. Έτσι θεωρούν ότι ο Χριστιανισμός επιβάλλει την εξουσία των ιερέων, των παπάδων, επί του λαού, ώστε δήθεν ο λαός να άγεται και να φέρεται ως άβουλο ποίμνιο. Χρησιμοποιούν εδώ την δεύτερη μέθοδο προπαγάνδας: την αποσιώπηση όσων χριστιανικών πηγών δεν τους συμφέρουν. Έτσι, για να στηρίξουν την άποψή τους παραθέτουν το Προς Εβραίους 13, 17: «Να υπακούετε και να υποτάσσεσθε εις τους προϊσταμένους σας [εννοεί τους πρεσβύτερους], διότι αυτοί αγρυπνούν δια τας ψυχάς σας». Ξεχνούν οι Ν/Π να αναφέρουν όμως το Α’ Πέτρου 5, 1-3: «Τους πρεσβυτέρους προτρέπω (...) ποιμάνατε το ποίμνιον του Θεού (..) ασκούντες την επίβλεψιν ουτε με αισχροκερδή τρόπο, ούτε σαν να έχετε κυριαρχική εξουσία επί εκείνων που σας έλαχε να ποιμαίνετε, αλλά να δίνετε το καλόν παράδειγμα εις το ποίμνιον». Κανείς (κακός) εξουσιασμός δεν υπάρχει στη σχέση πρεσβύτερων-ποιμνίου, λοιπόν. Απλώς οι Παγανιστές και όσοι μη Χριστιανοί είναι αντιχριστιανοί, λόγω άγνοιας ή μοχθηρότητας, ψεύδονται.

 

15. Ενδοκοινωνικές σχέσεις εξουσίας

Κάναμε λόγο κυρίως για τον πολιτικό και τον εκκλησιαστικό εξουσιασμό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως και τον εξουσιασμό του άντρα επί της γυναίκας, του πλούσιου επί του φτωχού, του κύριου επί του αφέντη, του ντόπιου έναντι του ξένου. Εξουσιασμός δεν υπάρχει στο Χριστιανισμό. Έτσι:

Προς Κολοσσαείς, 3, 19: "Οι άνδρες, να αγαπάτε τας γυναίκας σας και μη παροργίζεσθε εναντίον των".

Ιακώβου, 2, 2-4: "Εάν μπει στην συνάθροισίν σας άνθρωπος με χρυσό δακτυλίδι και ωραία ντυμένος, και μπει επίσης ένας φτωχός με λερωμένα ρούχα, και σεις δώσετε προσοχήν εις εκείνον που φορεί τα ωραία ρούχα και του πείτε "κάθησε εδώ, παρακαλώ", και εις τον φτωχόν πείτε "συ στάσου εκεί ή κάθησε εδώ κοντά εις το σκαμνί των ποδιών μου", δεν εκάνατε μεταξύ σας διάκρισιν και δεν εγίνατε κριταί με σκέψεις κακές;"

Προς Κολοσσαείς, 4, 1: "Οι κύριοι να δίνετε το δίκαιον και το ίσον εις τους δούλους σας, γνωρίζοντες ότι και σεις έχετε Κύριον εις τους ουρανούς".

Προς Εφεσίους, 6, 9: "Και σεις, οι κύριοι [των δούλων], να τους κάνετε τα ίδια [= όπως σας φέρονται οι δούλοι!], να αφήσετε την φοβέρα, διότι πρέπει να ξέρετε ότι και σεις έχετε Κύριον εις τους ουρανούς, και δεν υπάρχει εις αυτόν προσωποληψία".

ΨΑΛΜΟΣ 145, 9: "Ο Κύριος προστατεύει τους ξένους".

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΔ΄, 17: "Δε θα διαστρέψεις το δίκαιο του ξένου, του ορφανού και της χήρας".

 

16. Ο γλοιώδης πολυθεϊστικός εξουσιασμός της αρχαιότητας

          Αντί οι Νεοπαγανιστές να μιλάν για πράγματα για τα οποία δεν γνωρίζουν απολύτως τίποτε, καλό θα ήταν να μάθουν, εκτός από τον χριστιανικό αντιεξουσιασμό, τον πολυθεϊστικό εξουσιασμό της Αρχαιότητας.

1) Καταρχήν, αφού η επικράτηση των Ολύμπιων έγινε μέσω της φρίκης της βίας, της κοπής των όρχεων του προηγούμενου θεού, αφού αυτή η πράξη ήταν σύμφωνη με τους Συμπαντικούς Νόμους, γιατί να μην επικρατεί και στους θνητούς τέτοια αντίληψη; Γιατί λ.χ. να μην κάνει δικτατορία όποιος διοικεί τα στρατεύματα μιας χώρας; Αφού «πόλεμος πάντων πατήρ».

2) Στην Ειδωλολατρική Ρώμη η Εξουσία πρόσταζε ότι η στρατιωτική θητεία διαρκούσε ως τα 46 χρόινα, ενώ στην Αθήνα και τη Σπάρτη ολόκληρη τη ζωή (Θουκιδίδης, 1, 105˙ Πλούταρχου, Φωκίων, 24˙ Παυσανίας, 1, 26˙ Ξενοφώντα, Ελληνικά, 6, 4, 17). Πραγματικός αντιμιλιταρισμός και αντιεξουσιασμός.

3) Στην Ειδωλολατρική εποχή, όπως φαίνεται από τον Αριστοτέλη (Οικονομ., 2) «η περιουσία ήταν ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του κράτους˙ αν η πολιτεία είχε ανάγκη χρημάτων, μπορούσε να διατάξει τις γυναίκες να της παραδώσουν τα κοσμήματά τους, τους πιστωτές να της χαρίσουν τα δάνεια, τους ελαιοπαραγωγούς να της παραχωρήσουν δωρεάν το λάδι της σοδειάς τους» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 345). Η ατομική περιουσία στη διάθεση των αρχόντων, δίχως δεύτερη κουβέντα.

4) Το κράτος είχε δικαίωμα να καθορίσει στην μεν Αθήνα την εργασία, στη δε Σπάρτη την αργία (Πλούταρχου, Λυκούργος, 24˙ Πολυδεύκης, 8, 42˙ Θεόφραστος, απ. 99). Οικονομικός εξουσιασμός. Και τώρα τα πιο παρανοϊκά δείγματα Αρχαιοελληνικού εξουσιασμού και Αρχαιοελληνικής ανελευθερίας.

5) Στη Λοκρίδα ο νόμος απαγόρευε στους άνδρες να πίνουν άκρατο οίνο˙ στη Ρόδο, στη Μίλητο, στη Μασσαλία, ο νόμος απαγόρευε το ίδιο πράγμα στις γυναίκες (Αθηναίος, 10, 33˙ Αιλιανού, Ποικίλη ιστορία, 2, 38˙ Θεόφραστος, απ. 117). Τι θα πιείτε και τι δε θα πιείτε (πιθανόν και πόσο θα πιείτε), το Αρχαίο Κράτος το αποφασίζει.

6) Η νομοθεσία της Σπάρτης καθόριζε την κόμμωση των γυναικών και η νομοθεσία της Αθήνας την ενδυμασία των γυναικών (Ξενοφώντα, Λακεδαιμονίων πολιτεία, 7˙ Θουκιδίδης, 1, 6˙ Πλούταρχου, Λυκούργος, 9˙ Πλούταρχου, Σόλων). Το κομμωτήριο και η γκαρνταρόμπα υπό το άγρυπνο μάτι του Αρχαίου Νομοθέτη και του Αρχαίου Κράτους.

7) Στη Ρόδο ο νόμος απαγόρευε το ξύρισμα της γενιάδας˙ στο Βυζάντιο τιμωρούσε με πρόστιμο όποιον κρατούσε στο σπίτι του ξυράφι. Στη Σπάρτη, αντίθετα, ο νόμος απαιτούσε να ξυρίζουν το μουστάκι (Αθηναίος, 13, 18˙ Πλούταρχου, Κλεομένης, 9). Κάτω τα χέρια από τα αρχαία μούσια σας˙ (και) αυτά ανήκουν στο Κράτος.

8) Στη Σπάρτη ο πατέρας δεν είχε κανένα δικαίωμα στην εκπαίδευση του παιδιού του. Τα άρπαζαν, λες και ήταν υποψήφιοι γενίτσαροι, στην τρυφερή ηλικία των 7 ετών, από τους γονείς τους. Η Αθήνα θέσπισε νόμο που απαγόρευε την εκπαίδευση των νέων χωρίς προηγούμενη άδεια των αρχών (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 2, 31). Γιατί; Το εξηγεί ο σοφός Πλάτωνας, αυτός που ο καημένος ο Χρυσόστομος είχε την ατυχία  και το θράσσος να τον κατακρίνει: «Οι γονείς δεν πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι να στείλουν ή να μη στείλουν τα παιδιά τους στους διδασκάλους που διάλεξε η πολιτεία, γιατί τα παιδιά ανήκουν περισσότερο στην πόλη παρά στους γονείς τους» (Νόμοι, 804d). Σαν να λέγαμε σήμερα, αντιεξουσιαστικά πάντα, ότι τα παιδιά ανήκουν περισσότερο «εις το έθνος και τις ένοπλες δυνάμεις» και λιγότερο σ’ αυτούς που τα γέννησαν. Μεγάλος αντιεξουσιασμός, βέβαια!

9) Οι αρχαίοι, δήθεν «ελεύθεροι», πολίτες έπρεπε να συμμορφωθούν με όλους τους κρατικά καθορισμένους κανόνες της λατρείας, να παίρνουν υποχρεωτικά μέρος σε όλες τις πομπές, να συμμετέχουν στα ιερά δείπνα προς τιμή της επίσημης θρησκεία της πόλης κράτους. Στην Αθήνα λ.χ. ο νόμος τιμωρούσε αυστηρά όσους αρνούνταν να εκπληρώσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα (Αθηναίος, 6, 26: Ος αν μη θέλη παρασιτείν, εισαγέτω εις το δικαστήριον˙ επίσης Πολυδεύκης, 8, 46˙ Ουλπιανός, σχόλ. στο Δημοσθένη Κατά Μειδίου). Στην λατρεμένη από τους Ναζί, τον κάθε φασίστα και τον «αμεσοδημοκράτη» Β. Ρασσιά Αρχαία Σπάρτη τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα: όποιος δεν έπαιρνε μέρος σ’ αυτά τα ιερά δείπνα (που διεξάγονταν καθημερινά), έστω και παρά τη θέλησή του, έπαυε αμέσως να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πολίτες (Αριστοτέλη, Πολιτικά, 2, 6, 2). Επίσης στην Ειδωλολατρική Αρχαιότητα συνιστούσαν ποινικά κολάσιμες πράξεις η αμφισβήτηση και η απιστία προς τον πολιούχο θεό, την επίσημη θρησκεία της αρχαίας Πόλης-Κράτους (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 1) και η προσωπική εισαγωγή στην πόλη μιας μη αναγνωρισμένης από το Κράτος ξένης τελετουργίας ή λατρείας προς ξένη θεότητα (Δημοσθ. 19, 281). Τόσο αντιεξουαστικό ήταν το αρχαίο κράτος αναφορικά με το ατομικό δικαίωμα στην επιλογή του προς λατρεία θεού, που πολλοί καταδικάζονταν για ασέβεια ακόμη και προς τις επίσημα  αναγνωρισμένες θεότητες, λόγω μιας ιδιωτικής λατρευτικής τους πράξης, δίχως να προϋπάρχει νόμος που να την καταδικάζει ως ασέβεια (Ανδοκίδης, 1, 113). Έτσι ο καθένας κινδύνευε.

10) Το ολέθριο αξίωμα ότι η σωτηρία του Κράτους αποτελεί τον υπέρτατο νόμο διατυπώθηκε κατά την Ειδωλολατρική Αρχαιότητα (Κικέρων, De legibus, 3, 3), αντίθετα με την χριστιανική αντίληψη που περιγράψαμε παραπάνω.

11) Η δύναμη του αρχαίου Κράτους στις ψυχές των πολιτών ήταν τέτοια που κατέπνιγε ακόμη και τα πατρικά αισθήματά τους. Έτσι, μετά την μάχη των Λεύκτρων, όταν ανακοινώθηκε η ήττα του σπαρτιατικού στρατού στους Σπαρτιάτες και Σπαρτιάτισσες καθώς και ο χαμός των περισσότερων στρατιωτών, την άλλη μέρα, λέει ο Ξενοφώντας (Ελληνικά, 6, 16) στην πόλη έβλεπες, να κυκλοφορούν χαρούμενοι και χαμογελαστοί εκείνοι που τα παιδιά τους είχαν σκοτωθεί, ενώ εκείνοι που τα παιδιά τους είχαν σωθεί και δεν είχαν σκοτωθεί ήταν θλιμμένοι και έμοιαζαν δυστυχείς!

«Μια ακόμη πλάνη ανάμεσα στις τόσες και τόσες της ανθρωπότητας είναι να πιστεύει κανείς πως το αρχαίο Κράτος παρείχε ελευθερίες στον άνθρωπο. Δεν είχε καν την ιδέα της ελευθερίας. Δεν πίστευε ότι μπορούσε να υπάρξη οποιοδήποτε δικαίωμα απέναντι στην πολιτεία και τους θεούς της. Θα δούμε ότι το πολίτευμα άλλαξε πολλές φορές σχήμα˙ αλλά η φύση του Κράτους έμεινε περίπου ίδια και η παντοδυναμία του δεν μετριάσθηκε ποτέ» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 350).

Τι να πει κανείς για τον «αντιεξουσιαστή» Αριστοτέλη, που θεωρούσε «παρέκβαση» τη δημοκρατία, τον Ηράκλειτο, που ισχυριζόταν «Νόμος είναι και η πειθαρχία στη θέληση του ενός» (απ. 33), «Παίρνουν τον όχλο για δάσκαλό τους, χωρίς να ξέρουν ότι οι πολλοί είναι κακοί και οι λιγοι καλοί» (απ. 104), τον Πλούταρχο που προτείνει ρητά την μοναρχία ως το πολίτευμα που στηρίζει τέλεια την αρετή, τον «προοδευτικό» Επίκουρο που προτίμησε το «ζήσε στα κρυφά», δηλαδή πρότεινε την αδιαφορία για το φαινόμενο της εξουσίας, τους τάχα «αναρχικούς» Κυνικούς που προτιμούσαν τη διέξοδο της ατομικής αλητείας αντί κάποιας συγκεκριμένης, κοινωνικά εφαρμόσιμης φιλοσοφικής αντιπρότασης στον Εξουσιασμό, ή τους φιλορωμαίους Στωικούς (ο αντιεξουσιαστής… Αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος ήταν Στωικός, φυσικά!), τους Νεοπλατωνικούς Πρόκλο, Ιάμβλιχο, φυσικά τον Πλωτίνο, που αδιαφόρησαν πιο επιδεικτικά από όλους για τον εξουσιασμό της εποχής τους – σα να ζούσαν ήδη στον κόσμο των Ιδεών, όπου δεν ετίθετο ζήτημα εξουσίας και εξουσιασμού – και είναι ζήτημα αν γνώριζαν τη λέξη «δημοκρατία»;

Τι να πεις κανείς για τον Πλάτωνα, τον κατεξοχήν Έλληνα, που βρίζει αισχρά και ειρωνεύεται ακόμη πιο αισχρά, σε ένα απίστευτα ογκώδες παραλήρημα (Πολιτεία, 555b-565a), τη δημοκρατία (τη θεωρεί το προτελευταίο χειρότερο πολίτευμα πριν το χείριστο (545c) βάζοντας τρία άλλα καλύτερα πολιτεύματα από πάνω της) και τον δημοκρατικό τύπο ανθρώπου: «Η μετάβαση από την ολιγαρχία στη δημοκρατία γίνεται με την απληστία να αυξήσει κανείς την περιουσία του» (565b), στη δημοκρατία μπορείς «να μην έχεις την υποχρέωση να αναλαμβάνης καμία δημόσια λειτουργία, ούτε πάλι να υπακούς σε καμιά εξουσία, εάν δεν θέλης, ούτε να πηγαίνεις στον πόλεμο, ενώ οι άλλοι πηγαίνουν, ούτε να έχης ειρήνη, όταν έχουν οι άλλοι, αν δεν το επιθυμείς εσύ, ή, εάν κανείς νόμος σου αποκλείει το δικαίωμα να γίνης άρχοντας και δικαστής, εσύ μολαταύτα να γίνεσαι, εάν σου κατέβει στο κεφάλι» (557e) και «Δεν έτυχε να δης μέσα σε μια τέτοια [δημοκρατική] πολιτεία ανθρώπους που δικάστηκαν σε θάνατο ή σε εξορία, να μένουν και να τριγυρνούν ελεύθεροι και σα να μη τους προσέχει κανείς, να περιφέρωνται αρειμάνιοι καταμεσίς στην αγορά σαν ήρωες;» (558a) και «χωρίς [η δημοκρατική πολιτεία] να ενδιαφέρεται διόλου να γνωρίση με ποια προπαρασκευή έρχεται κανείς να ασχοληθή με την πολιτική, τον περιβάλλει με όλη της την εκτίμηση, και την υποστήριξη, αρκεί μόνο εκείνος να διακηρύττη ότι είναι φίλος του λαού. Μεγάλη, πραγματικά, γενναιοφροσύνη» (558b) και «ονομάζοντας την αυθαιρεσία καθωσπρεπισμό, την αναρχία ελευθερία, την ακολασία μεγαλοπρέπεια και την αναίδεια ανδρεία» (560e) και «ο [δημοκρατικός] άνθρωπος ζη χωρίς να κάνει καμιά διάκριση ανάμεσα στις αναγκαίες και στις περιττές ηδονές, που για να τις ικανοποιή δεν λογαριάζει ούτε χρήματα ούτε κόπους ούτε χρόνο» (561a) και «όσους πολίτες εξακολουθούν να υπακούν στους άρχοντες, τους εξευτελίζει [= η δημοκρατική κοινή γνώμη] λέγοντας ότι είναι εθελόδουλοι και δεν αξίζουν τίποτα» (562d) και, από την πολλή ελευθερία της δημοκρατίας, κατά τον Πλάτωνα, (προσέξτε τον ειρωνικό τόνο) «θα εισχωρήσει και μέσα στους κόλπους της οικογένειας και στο τέλος το μίασμα της αναρχίας θα μεταδοθή και σ’ αυτά ακόμη τα κατοικίδια ζώα. Οι πατέρες θα συνηθίσουν να θεωρούν τα παιδιά τους ίσους και όμοιους των και να φοβούνται τους γιους τους, το ίδιο και πάλι οι γιοι τους πατέρες, και ούτε θα σέβονται ούτε θα φοβούνται τους γονείς τους, για να είναι βέβαια ελεύθεροι. Οι μέτοικοι θα εξισωθούν με τους πολίτες, οι πολίτες με τους μέτοικους και οι ξένοι επίσης. Ο δάσκαλος φοβάται και περιποιείται τους μαθητές του, οι μαθητές καμιά σημασία δε δίνουν στους δάσκαλους, οι γέροντες μιμούνται τους τρόπους των νέων, για να μη θεωρούνται τάχα φορτικοί και δεσποτικοί. Αλλά η πιο ανυπόφορη κατάχρηση της ελευθερίας, που συμβαίνει σε μια τέτοια [δημοκρατική] πολιτεία, είναι να βλέπεις τους δούλους και τις δούλες να απολαμβάνουν όχι μικρότερη ελευθερία από εκείνους που τους αγόρασαν. Ελησμόνησα να πω πόση ισονομία και ελευθερία επικρατεί εκεί στις μεταξύ ανδρών και γυναικών σχέσεις. Θα δυσκολεύονταν κανείς να το πιστέψη, αν δεν το ‘βλεπε αυτό, πόσο και αυτά τα ζώα, που βρίσκονται στην υπηρεσία των ανθρώπων, απολαμβάνουν εδώ μεγαλύτερη ελευθερία από παντού αλλού. Στο τέλος καταντούν να μη λογαριάζουν καθόλου και τους νόμους, είτε τους γραπτούς είτε τους άγραφους, για να μην έχουν κανέναν απολύτως κύριο» (562e-563d) και «κολλημένοι γύρω στο βήμα κάνουν φασαρία και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να έχη αντίθετη γνώμη» (564d) και (επικριτικά) «οι αρχηγοί [της δημοκρατίας] κατορθώνουν να αφαιρούν τις περιουσίες των πλουσίων και να τις μοιράζουν στο λαό, αφού, εννοείται, αυτοί κρατήσουν το μεγαλύτερο μέρος» (565a).

Αυτός είναι ο ειδωλολατρικός αντιεξουσιασμός. Η ειρωνία κατά της δημοκρατίας και η επιβολή της θέλησης του ισχυρού. Όπως πράττει ο Δίας έναντι των λοιπών θεών και ανθρώπων.

Του Ι. Ταχού

Δημιουργία αρχείου:8-7-2005.

Τελευταία ενημέρωση: 9-7-2005.

ΕΠΑΝΩ