Νεοπαγανιστικές απάτες

Απάντηση στις συκοφαντίες τού Νεοπαγανισμού

Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Ελληνικότητα, Ιστορικά θέματα και Ρωμανία

Λόγοι άρνησης Ελληνικότητας Ρωμαίων και Χριστιανών // Το όνομα Ρωμηός και η ιστορική του σημασία // Η Ελληνική καταγωγή τής Ρώμης // Η "Βυζαντινή" συνείδηση τών απελευθερωμένων Ελλήνων // Η έννοια τής λέξης: "Έλληνας" στους αιώνες

Το ελληνικό Βυζάντιο του 968 μ.Χ. και ο επίσκοπος Λιουτπράνδος

Τα ονόματα: Έλληνες, Ρωμαίοι και Γραικοί, από τις πηγές

Papyrus 52

 

Κείμενα για την ελληνική ταυτότητα

 

 

 1. Προλεγόμενα

Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με ένα λατινικό μεσαιωνικό κείμενο, γνωστό με τον τίτλο «Relatio de legatione Constantinopolitana», το οποίο αποτελεί την Έκθεση που έγραψε το 968 μ.Χ., ο Λατίνος πρέσβης και επίσκοπος Λιουτπράνδος, μετά το τέλος της πρεσβείας του στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά (963-969)[1]. Πρόκειται για ένα κείμενο που μπορεί να βοηθήσει αρκετά στην κατανόηση της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας των Βυζαντινών[2].

Ο λόγιος, Λογγοβάρδος επίσκοπος Κρεμόνας[3] Λιουτπράνδος, επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη ως απεσταλμένος του βασιλιά Όθωνα Α΄ (936-973). Ο Όθωνας Α΄ είχε εισβάλλει στην νότια Ιταλία, πολιόρκησε βυζαντινές κτήσεις, όμως δεν κατάφερε να επιτύχει τον σκοπό του «και αναγκάστηκε να προσφύγη στη διπλωματία. Έτσι ανέλαβε ο επίσκοπος Κρεμώνης Λιουτπράνδος τη νέα του αποστολή στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε από 4 Ιουνίου 968 μέχρι 2 Οκτωβρίου 968»[4]. Η διπλωματική αποστολή περιελάμβανε ένα βασιλικό συνοικέσιο μεταξύ του Όθωνα Β΄ [γιος του Όθωνα Α΄] και της πορφυρογέννητης πριγκίπισσας Θεοφανώς[5], αλλά και την αναγνώριση της ηγεμονικής ιδιότητας του Όθωνα Α΄, ο οποίος μετά τη στέψη του ως αυτοκράτορας από τον πάπα Ιωάννη IB΄ στη Ρώμη (2 Φεβρουαρίου 962) είχε μεγάλες φιλοδοξίες[6] (αυτές καταγράφονται στην Έκθεση του Λιουτπράνδου και δημιούργησαν μεγάλες εντάσεις με τους Βυζαντινούς).

Η ανάλυση της μαρτυρίας αυτής θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε αρκετά για την πολιτισμική, θρησκευτική και εθνική ταυτότητα του Βυζαντίου:

«Είναι γενικά αποδεκτό ότι το σχίσμα των Εκκλησιώνδεν ξεκίνησε απλά και μόνο με το γνωστό εκατέρωθεν ανάθεμα του 1054Την καχυποψία και την αδυναμία κατανόησηςμπορούμε να τις διακρίνουμε καθαρότερα κατά τη διάρκεια της πρώτης χιλιετίας. Η φιλολογική μαρτυρία του Λιουτπράνδου της Κρεμόνας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωσηΤο χάσμα της αποξένωσης ή της σύγκρουσης μεταξύ των δύο πολιτισμώνείναι εξίσου εμφανές και στον πρεσβευτή από την Κρεμόνα»[7].

Η Έκθεση όπου περιγράφεται η τελικά «αποτυχούσα αποστολή» του Λιουτπράνδου, είναι «εμπαθής και μονόπλευρη, αλλά ζωντανή και πλούσια σε παρατηρήσεις για την καθημερινή ζωή στην Πόλη και τα ανάκτορα, [και] αποτελεί σπουδαία πηγή και για τις πολιτικο-ιδεολογικές αντιλήψεις»[8].

 

2. Η μετάφραση του Ζαμπέλιου από το λατινικό πρωτότυπο

Για την κατανόηση του λατινικού κειμένου επιλέξαμε τη μετάφραση που εξέδωσε ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος στο έργο του «Βυζαντιναί Μελέται» το 1857 με τίτλο, «Πρεσβεία Λιουτπράνδου προς Νικηφόρον Φωκάν» (σελίδες 515-574). Παρά το γεγονός ότι πέρασαν πολλά χρόνια, η μετάφραση αυτή έχει μια αξία που επιβεβαιώνεται από την ειδική βιβλιογραφία. Παραθέτουμε με χρονολογική σειρά σχετική τεκμηρίωση για τη χρήση της μετάφρασης αυτής:

[ Κουκουλές Φαίδων, «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός», τόμ. Β1, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1948-1955, σελ. 10, σημ. 3 ]

 

[ Ζακυθηνός Διονύσιος, «Βυζαντινή Ιστορία 324-1071», εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1989 (c1972), σελ. 329, σημ. 2 ]

 

[ Ostrogorsky Georg, «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», τόμ. Β', 7η έκδ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002 (c1978), σελ. 306 (βιβλιογραφική προσθήκη του επιμελητή, Ευ. Χρυσού) ]

 

[ Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, «Εισαγωγή στη Μεσαιωνική Ιστορία και τη μελέτη της», 3η ανατύπωση, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 85 ]

 

[ Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, «Βυζαντινή ιστορία (867-1081)», τόμ. Β2, έκδ. 2η, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 145, σημ. 1 ]

 

Το μόνο που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι το λατινικό κείμενο περιλαμβάνει συνολικά, περίπου 40 αναφορές σε «Γραικούς» (=Graecos) και τα παράγωγα, όμως ο Ζαμπέλιος το αναφέρει και σε άλλα σημεία για να βοηθήσει την κατανόηση του κειμένου. Οπότε για τις μαρτυρίες που παραθέτουμε, συμβουλευτήκαμε και το λατινικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Το έργο «Βυζαντιναί Μελέται» του Ζαμπέλιου μπορεί να βρεθεί ψηφιοποιημένο στο archive.org ή στο Google Books (δυστυχώς στην Ανέμη δεν έχει ψηφιοποιηθεί σωστά και λείπουν οι μισές σελίδες του βιβλίου).

Επειδή οι μαρτυρίες είναι αρκετές, δεν θα τις παραθέσουμε όλες εικονογραφημένες, αλλά μόνο τις σημαντικότερες. Επίσης, παραπέμποντας στις ψηφιακές σελίδες της μετάφρασης του Ζαμπέλιου, θα προσθέτουμε ανάλογα και τις ενδείξεις αρχή, τέλος, στη μέση, για να βρίσκουμε πιο γρήγορα την μαρτυρία μέσα στην σελίδα.

Σε μερικά σημεία που κρίνουμε σημαντικά, ή όπου η κάπως λογοτεχνική μετάφραση του Ζαμπέλιου χρειάζεται επεξήγηση, παρεμβάλουμε και την αγγλική μετάφραση με πράσινο χρώμα. Οι αριθμοί στις παρενθέσεις που παρεμβάλει συχνά ο Ζαμπέλιος αντιστοιχούν σε υποσημειώσεις οι οποίες ξεκινούν από τη σελίδα κθ΄.

 

3. Η Σημασία του «Γραικός» στο Βυζάντιο

Επειδή το εθνικό όνομα «Γραικός» θα το συναντήσουμε πολλές φορές στο παρόν άρθρο, θα χρειαστεί να πούμε δυο λόγια γι’ αυτό.

Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε από τις αρχαίες πηγές, τα ονόματα «Έλλην» και «Γραικός» τα βρίσκουμε στις αρχαίες ελληνικές παραδόσεις που περιγράφουν την προέλευση των Ελλήνων. Οι μαρτυρίες του Ησίοδου και του Αριστοτέλη φανερώνουν ότι το «Γραικός» ήταν το αρχαιότερο ίσως εθνωνύμιο των Ελλήνων:

[ Δασκαλάκης Απόστολος, «Η Ελλάς ως πολιτική έννοια κατά την αρχαιότητα», ΕΕΦΣΠΑ, τόμ. Δ΄ (1953-1954), σελ. 189 ]

 

Επειδή δεν είναι εδώ ο κατάλληλος τόπος για να αναπτύξουμε το θέμα, καταφεύγουμε στην ειδική βιβλιογραφία από την οποία βεβαιωνόμαστε ότι το όνομα Γραικός συνέχισε την πορεία του στην ιστορία, και στο Βυζάντιο σήμαινε όχι απλά τον «ελληνόφωνο», αλλά τον Ορθόδοξο Έλληνα, με την έννοια είτε του Έλληνα στο γένος, είτε  του Έλληνα ως  προς τη συλλογική του ταυτότητα, με άξονα τη γλώσσα, την παιδεία και τον πολιτισμό:

 

[ Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου Μαρία, «Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα», Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 2000, σελ. 67 ]

 

[ Τσάρας Γιάννης, «Το νόημα του ‘γραικώσας’ στα ‘Τακτικά’ του Δέοντος Στ΄ του Σοφού», Βυζαντινά 1 (1969), σελ. 157 ]

 

[ Καρπόζηλος Απόστολος, «Βυζαντινοί ιστορικοί και Χρονογράφοι», τόμ. Α΄ (4ος - 7ος αι.), εκδ. Κανάκη, Αθήνα 1997, σελ. 323 ]

 

Επειδή ο 10ος αιώνας είναι ακριβώς η εποχή που μας ενδιαφέρει, αξίζει να παραθέσουμε μια μαρτυρία από τις αρχές του 10ου αιώνα, όπου ο Λέοντας Χοιροσφάκτης, ένας Βυζαντινός αξιωματούχος, σε επιστολή του που αποτελεί μέρος της προσπάθειας για επιστροφή στην πατρίδα, στρατιωτών που τους είχαν αιχμαλωτίσει οι Άραβες, χρησιμοποιεί για τους Βυζαντινούς (άρα και για τον εαυτό του) το εθνωνύμιο «Γραικοί». Όπως εξηγεί η Αικ. Χριστοφιλοπούλου, η αιχμαλωσία των Βυζαντινών καταγράφεται στη μαρτυρία ως ‘’αιχμαλωσία Γραικών’’:

[ Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, «Βυζαντινή ιστορία (867-1081)», τόμ. Β2΄, έκδ. 2η, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 66 ]

 

Παρακάτω βλέπουμε και τα κυριότερα αποσπάσματα από το πρωτότυπο κείμενο της επιστολής του Λέοντα, όπου ονομάζει «ομοφύλους» του και «Γραικούς» τους Βυζαντινούς, σε έναν εξαιρετικής σπουδαιότητας εθνικό αυτοπροσδιορισμό:

[ Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμ. 1, εν Αθήναις 1883, σελ. 397 ]

 

Εκτός από τον αβίαστο αυτοπροσδιορισμό των Βυζαντινών ως «Γραικών», εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι στην μαρτυρία αυτή συνυπάρχουν οι αναφορές στα ονόματα «Ρωμαίος» (‘’Ρωμαίων αρχή’’) και «Γραικός».

Πρόκειται δηλαδή για μια μαρτυρία ιδιαίτερα ενοχλητική για τους λεγόμενους εθνομηδενιστές καθώς διαψεύδει τη θεωρία τους ότι δήθεν, οι Βυζαντινοί, πίστευαν πως εθνικά… ήταν «Ρωμαίοι»!

Η μαρτυρία του Λέοντα Χοιροσφάκτη λοιπόν, επιβεβαιώνει πόσο ακριβής ήταν ο βυζαντινολόγος Σπύρος Βρυώνης (θα δούμε πιο κάτω την σκέψη του αναλυτικά) όταν έγραφε ότι ναι μεν οι Βυζαντινοί αυτοαποκαλούνται «Ρωμαίοι», όμως, «πρέπει να εξετάσουμε όχι μόνο το όνομα αλλά και την πραγματικότητα που κρύβεται κάτω από το όνομα»[9]!

Κάτω λοιπόν από το όνομα «Ρωμαίος», το πολιτικό αυτό εργαλείο που περιγράφει τον μοναδικό νόμιμο κάτοχο της εξουσίας που παρέδωσε στους Βυζαντινούς ο Μ. Κων/νος, όλα τα υπόλοιπα είναι ελληνικά. Ειδικά η μαρτυρία του Λιουτπράνδου θα μας δείξει ξεκάθαρα αυτό που γράφει η Ελένη Αρβελέρ, ότι στον 10ο αιώνα, το Βυζάντιο ήταν ήδη μια «ελληνορθόδοξη Αυτοκρατορία, με μια ενιαία παιδεία, ανεπιεική και αδιάλλακτη έναντι λαών και εθνών που είχαν διαφορετικά Ιδεώδη»[10].

Βεβαίως, την διακοπή με το λατινικό παρελθόν[11] φανερώνει άλλη μία εξίσου σημαντική μαρτυρία, αυτή του Χρονογράφου Θεοφάνη από τον 8ο αιώνα που μας πηγαίνει άλλους δύο αιώνες πίσω, σε μια εποχή που ήδη ο πολιτισμικός άξονας της αυτοκρατορίας περιγράφεται ως ελληνικός αφού βασίζεται στα «Γραικών γράμματα και την γλώσσαν» (de Boor, 455.24-25)!

Αν και θα χρειαστεί ξεχωριστό άρθρο για να φανεί πόσο φαιδρό είναι το σενάριο περί δήθεν «εξαφάνισης» των Ελλήνων, αρκεί προς το παρόν να πούμε ότι:

«Η Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σταδιακά μεταμορφώθηκε στη μεσαιωνική Ελληνική Αυτοκρατορία μέσα από τρεις βασικές διαδικασίες: τον εκχριστιανισμό της, τον απολατινισμό της και τελικά τον εξελληνισμό της, μια διαδικασία που λίγο-πολύ ολοκληρώθηκε ως τον 7ο αιώνα μ.Χ.»[12].

 

4. «Γραικοί» και «Φράγκοι»

Σο σημείο αυτό θα σχολιάσουμε ένα ακόμη ζήτημα που σχετίζεται με το εθνωνύμιο «Γραικός». Υπάρχουν αρκετοί που διστάζουν στην αποδοχή του ονόματος αυτού, για τον μοναδικό λόγο ότι αρκετές φορές στα χείλη των δυτικών πήρε αρνητική χροιά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το υποτιμητικό «Γραικύλος» που χρησιμοποιήθηκε από τους Λατίνους σατυρικούς ποιητές και όχι μόνο, όταν η Ελλάδα είχε κατακτηθεί από τους Ρωμαίους. Όμως, αν λάβουμε υπόψη ότι τον μέγα ρήτορα Κικέρωνα, οι συντοπίτες του τον ονόμαζαν χλευαστικά «Γραικό» (Πλούταρχος, «Κικέρων» 5,3) λόγω της βαθιάς του γνώσης και επιρροής από την ελληνική φιλοσοφία, μπορούμε εύκολα να σκεφτούμε ότι για όποια αρνητική χροιά στο όνομα «Γραικός» αιτία ήταν κυρίως ο φθόνος για τα πνευματικά επιτεύγματα των Ελλήνων.

Πάντως, συχνά στην ιστορία, ονόματα εθνών βρέθηκαν σε ανάλογη θέση. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο π.χ. το όνομα «Γερμανός» ακουγόταν χειρότερο και από βρισιά, για να μην πούμε πόσα «κακά του κόσμου» έχουν συνδεθεί με το όνομα «Εβραίος»… Κάτι παρόμοιο συνέβη κάποτε και με το «Γραικός», αλλά και με το «Φράγκος»! Μην ξεχνάμε ότι και σήμερα ακόμα έχουμε την κοροϊδευτική λέξη… «κουτό-Φραγκος» για τους δυτικούς!

Στην βυζαντινή εποχή, το «Φράγκος» (=ο δυτικός γενικά) είχε ήδη μια υποτιμητική χροιά και μάλιστα, στον 10ο αιώνα, ο επίσκοπος Λιουτπράνδος το γνωρίζει:

[ Ζαμπέλιος Σπυρίδων, «Βυζαντιναί μελέται», εν Αθήναις 1857, σελ. 541 (στη μέση) ]

 

Όμως, έχει ενδιαφέρον το συμπέρασμα που προκύπτει από τον σχολιασμό του Λατίνου πρέσβη, μιας προφητείας που έμαθε ότι πίστευαν οι Βυζαντινοί. Μεταφέροντας την προφητεία στους ηγεμόνες του, ο Λιουτπράνδος την περιγράφει ως εξής:

«Ότι ο Λέων [=ενήλικο λιοντάρι], τουτέστιν ο των Ρωμαίων, ή άλλως, ο των Γραικών Αυτοκράτωρ, και ο Σκύμνος [=νεογέννητο λιοντάρι], τουτέστιν ο των Φράγκων Ρηξ [=Ρήγας, Βασιλιάς]» (σελ. 547, τέλος).

 

Κατόπιν αρχίζει να την αναλύει κριτικά γράφοντας:

«Φρονώ, ότι και απρεπές εστιν ο μεν Αυτοκράτωρ Γραικών να ονομάζηται λέων, ο δε Αυτοκράτωρ Φράγκων να καλήται σκύμνος [κ.λπ. κ.λπ.]» ( βλ. σελ. 548, αρχή έως τέλος).

Μάλιστα στην κριτική του, που συνεχίζεται στη σελίδα 548, περιλαμβάνει πολλές θετικές εκφράσεις για τον ηγεμόνα του, οι οποίες όμως αναφέρονται σε αυτόν με το εθνωνύμιο… «Φράγκος».

Αν λοιπόν δεχτούμε ότι στην πρώτη διατύπωση στη σελίδα 547, ο επίσκοπος γράφει τη λέξη «Φράγκων» επειδή απλά μεταφέρει στους ηγεμόνες του κατά γράμμα την προφητεία, εντούτοις οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι στη σελίδα 548 ο επίσκοπος παινεύει τον Όθωνα Α΄, εξακολουθώντας να τον ονομάζει «Βασιλιά των Φράγκων», πράγμα που δεν θα έκανε αν το «Φράγκων» το θεωρούσαν οι δυτικοί υβριστικό!

 

Αυτό λοιπόν το επισημαίνουμε ως απάντηση προς όσους αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη το εθνικό «Γραικός» επειδή κατά καιρούς είχε υποτιμητική χροιά στα χείλη των δυτικών. Αλλά και το «Φράγκος» είχε υποτιμητική χροιά στα χείλη των Βυζαντινών. Τι έπρεπε να κάνουν οι Φράγκοι δηλαδή; Να αλλάξουν εθνικό όνομα;!

Άλλωστε, το «Γραικός» δεν ήταν μια επιλογή των δυτικών μόνο σε περιπτώσεις που ήθελαν να υβρίσουν. Οι δυτικοί απλώς δεν είχαν άλλον όρο για τους Βυζαντινούς. Έτσι, ο Λιουτπράνδος γράφει απευθυνόμενος στους δικούς του:

 «… και πολύτιμον ασπίδα, ην μετ’ άλλων δώρων μοι εδώσατε Σεβαστοί Κύριοι, επί σκοπώ του διανείμαι αυτά προς φίλους μου Γραικούς [gifts to give to my Greek friends]» (σελ. 572, τέλος).

[ Ζαμπέλιος Σπυρίδων, «Βυζαντιναί μελέται», εν Αθήναις 1857, σελ. 572 ]

 

Εδώ βλέπουμε ότι το εθνικό «Γραικός» χρησιμοποιείται έτσι κι αλλιώς, και χωρίς υβριστικά συμφραζόμενα: οι δυτικοί δηλαδή, ακόμα και τους Βυζαντινούς που θεωρούν φίλους τους, πάλι «Γραικούς» τους ονομάζουν.

Το «Γραικός» λοιπόν, από μόνο του δεν αποτελεί ύβρη. Όπως και το «Φράγκος» άλλωστε. Τα εθνικά αυτά ονόματα φορτίζονται αρνητικά και λαμβάνουν υποτιμητικό χαρακτήρα εξαιτίας της αντιπαλότητας και του ανταγωνισμού των δύο πλευρών. Αποδεικνύεται όμως ότι το «Γραικός» είναι ο μοναδικός όρος που έχουν οι δυτικοί για να προσδιορίσουν την βυζαντινή εθνική ταυτότητα.

 

5. Σκέψεις για την συλλογική ταυτότητα των Βυζαντινών

Είναι γνωστό και έχει αναδειχθεί αρκετά αυτό που σημειώνει η Ελένη Αρβελέρ, ότι η άλωση της Κων/πολης από τους Σταυροφόρους το 1204, «δημιούργησεχάος αβύσσου μεταξύ Λατίνων και Ελλήνων. Είναι άλλωστε αξιοσημείωτο ότι από τότε οι Βυζαντινοί αρχίζουν να αποποιούνται το ρωμαϊκό όνομα που τους συνέδεε με την Παλαιά Ρώμη και οικειώνονται το ελληνικό, που είχε πάψει πια να θυμίζει την ειδωλολατρική αρχαιότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέρος των Νεοελλήνων ιστορικών δεν διστάζουν να τοποθετήσουν το 1204 την απαρχή του Νεοελληνικού Έθνους»[13].

Η επαναφορά σε τακτικότερη χρήση του «Έλληνας» ως εθνικού ονόματος των Βυζαντινών είναι δεκτή και τεκμηριωμένη στις πηγές για τον 12ο-13ο αιώνα και εξής (βλ. και ΕΔΩ). Όμως, πώς γίνεται να ξεπήδησαν έτσι ξαφνικά κάποιοι «Έλληνες» στον αιώνα αυτόν; Είναι δυνατόν να δεχτούμε διακοπή και ασυνέχεια του ελληνισμού, εξαιτίας της ρωμαϊκής κατάκτησης και του ονόματος «Ρωμαίος» που υιοθέτησαν οι Βυζαντινοί;

Ο αξιόλογος, διεθνούς κύρους βυζαντινολόγος, καθ. Σπύρος Βρυώνης, σημειώνει με έμφαση ότι μια ομάδα μελετητών του Βυζαντίου, δυστυχώς, επιμένει πάρα πολύ σε μια στείρα ονοματολογία (βλ. το παρακάτω εικονογραφημένο απόσπασμα). Το σκεπτικό αυτής της ερμηνευτικής «σχολής» έχει ως εξής:

«Δεν υπάρχει συνέχεια μεταξύ των κλασικών Ελλήνων και των Βυζαντινών, αφού αυτοαποκαλούνται ‘’Ρωμαίοι’’ και ‘’Χριστιανοί’’, ενώ απεχθάνονται το όνομα ‘’Έλληνας’’»[14].

Είναι όμως δυνατόν, το όνομα «Ρωμαίος» από μόνο του να μας δώσει ασφαλείς πληροφορίες χωρίς περαιτέρω επιστημονική μελέτη; Ο Σπύρος Βρυώνης απαντά αρνητικά: σίγουρα είναι σημαντικό ότι οι Βυζαντινοί αυτοαποκαλούνται «Ρωμαίοι», όμως, «πρέπει να εξετάσουμε όχι μόνο το όνομα αλλά και την πραγματικότηταΕίναι εξίσου σημαντικό να εξακριβωθεί η πραγματικότητα που κρύβεται κάτω από το όνομα»:

[ Speros Vryonis, «Recent Scholarship on Continuity and Discontinuity of Culture: Classical Greeks, Byzantines, Modern Greeks», στο: Byzantina kai Metabyzantina vol. 1, «The ‘Past’ in medieval and modern Greek culture», Malibu 1978, σελ. 248 ]

 

Πρόσφατα μάλιστα, στην 2η έκδοση της «Εισαγωγής στη βυζαντινή ιστορία» (Σταμούλης, 2011) έργο που -ευτυχώς- αποτελεί και πανεπιστημιακό σύγγραμμα, οι Αλέξης Σαββίδης και Benjamin Hendrickx τάσσονται ξεκάθαρα απέναντι σε αυτή την ονοματολογία:

[Σαββίδης Αλέξης-Benjamin Hendrickx, «Εισαγωγή στη βυζαντινή ιστορία (284-1461)», έκδ. 2η, εκδ. Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 31-32 ]

 

Θα δούμε λοιπόν ότι η Έκθεση του επισκόπου Λιουτπράνδου αποδεικνύει πως οι εξαλλοσύνες περί «εξαφάνισης των Ελλήνων» είναι ανυπόστατες και ότι το όνομα «Ρωμαίος» από μόνο του αδυνατεί να στηρίξει οποιαδήποτε θεωρία περί «ασυνέχειας» του ελληνισμού.

Βρισκόμαστε άλλωστε μόλις στα 968 μ.Χ., δυόμιση ολόκληρους αιώνες πριν αρχίσει το εθνικό «Έλλην» να εμφανίζεται συχνότερα, και από την μελέτη της «Πρεσβείας» του Λατίνου επισκόπου έρχεται αβίαστα στο προσκήνιο ένα σημαντικό ερώτημα:

Ποιοι πραγματικά είναι οι Βυζαντινοί που περιγράφονται εκεί, ως ένας Ορθόδοξος λαός, που ζει στα από αιώνες ελληνικά εδάφη, απεχθάνεται τους Λατίνους, απαξιώνει την Αρχαία Ρώμη, στέκεται απέναντι στην Ρωμαϊκή Εκκλησία και τον Πάπα, έχει άγνοια της λατινικής γλώσσας, ζει σε μια ομοιογενή χώρα που όλοι μιλούν μόνο ελληνικά και μορφώνονται με την ελληνική παιδεία, ενώ ακόμα και στο περιβάλλον του Παλατιού αποδέχονται να τους αποκαλούνε Γραικούς, τη χώρα τους Γραικία, και το ντύσιμο, τα ήθη και τα έθιμα τους γραικικά;!

Το ερώτημα αυτό, φανερώνει για ποιον λόγο η ονοματολογία αντιμετωπίζεται με κάποια ειρωνεία από τον καθ. Σπ. Βρυώνη, καθώς δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κρυφτούλι με την πραγματικότητα… Μια πραγματικότητα που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι πίσω από το όνομα «Ρωμαίος» δεν υπάρχει κανείς άλλος παρά μόνο οι βυζαντινοί πρόγονοι των Ελλήνων:

[ Σαββίδης Αλέξης-Benjamin Hendrickx, «Εισαγωγή στη βυζαντινή ιστορία (284-1461)», έκδ. 2η, εκδ. Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 10 ]

 

Όμως, οι οπαδοί της ονοματολογίας, απέναντι στον καταιγισμό των τεκμηρίων, προσπαθούν ακόμα να σώσουν τη σαθρή θεωρία τους: έσχατο επιχείρημα τους είναι το συμβάν ενώπιον του Λιουτπράνδου, όπου οι βυζαντινοί αντέδρασαν για την παπική επιστολή που χαρακτήριζε τον Νικηφόρο Φωκά «Αυτοκράτορα των Γραικών», απαντώντας με ένα τρομερό ξέσπασμα ότι είναι «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων», συνδέοντας τον τίτλο με τον Μέγα Κωνσταντίνο και τη Νέα Ρώμη/Κωνσταντινούπολη. Με βάση λοιπόν αυτό το συμβάν, υποστηρίζουν ότι δήθεν, οι βυζαντινοί ήθελαν να είναι εθνικά Ρωμαίοι και… αρνούνταν ότι ήταν Γραικοί.

Ασφαλώς όμως, αυτό το τέχνασμα δεν αρκεί για να τους σώσει… Διότι, πώς είναι δυνατόν να συνδέσουν τον τίτλο «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων» με εθνική προέλευση; Η «Έκθεση» του Λιουτπράνδου μας δείχνει ότι Φράγκοι και Βυζαντινοί, με ευκολία ανταλλάσσουν υβρεολόγια είτε για την πρεσβυτέρα Ρώμη είτε για τους αρχαίους Ρωμαίους, και όμως, και οι δύο ταυτόχρονα, επιθυμούν τον τίτλο «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων»! Πόση «σοφία» χρειάζεται άραγε για να κατανοήσει κάποιος ότι ο συγκεκριμένος τίτλος ουδεμία σχέση έχει με λατινική εθνική ταυτότητα, αφού έτσι αυτούσιο τον υιοθέτησαν και οι Γερμανοί, και οι Ρώσοι (η ιδέα της Τρίτης Ρώμης[15]), και οι… Οθωμανοί ακόμα[16];!  

Η απάντηση λοιπόν είναι προφανής:

[ Σαββίδης Αλέξης-Benjamin Hendrickx, «Εισαγωγή στη βυζαντινή ιστορία (284-1461)», έκδ. 2η, εκδ. Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 30 ]

 

Και όπως φαίνεται και από το χαρακτηριστικό απόσπασμα του Θεοφύλακτου Σιμοκάττη[17], ο τίτλος του «Αυτοκράτορα των Ρωμαίων» ήταν για αιώνες επιθυμητός, διότι έτσι αυτούσιος αποτελούσε το απόλυτο εργαλείο πολιτικής υπεροχής, δύναμης και επιβολής:

[ Σαββίδης Αλέξης-Benjamin Hendrickx, «Εισαγωγή στη βυζαντινή ιστορία (284-1461)», έκδ. 2η, εκδ. Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 31 ]

 

Κλείνοντας, να πούμε ότι αποτελεί μεγάλη τύχη που το κείμενο του Λιουπράνδου είναι απολύτως εχθρικό προς τους Βυζαντινούς διότι έτσι έχουμε μια μαρτυρία απαλλαγμένη από κολακείες και εύφημα ρητορικά σχήματα. Ταυτόχρονα, αποτελεί επίσης μεγάλη τύχη που οι Βυζαντινοί βρίσκονται σε θέση υπεροχής, με συνείδηση της δύναμης τους έναντι τη Δύσης, με αποτέλεσμα να μην έχουν ανάγκη για διπλωματικές υποχωρήσεις και ελιγμούς. Με τον τρόπο αυτό, διακρίνεται καθαρότερα η εθνική, γλωσσική και θρησκευτική σχέση μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

 

6. Οι Μαρτυρίες, κεφ. 1: Η Εκκλησιαστική αποξένωση Ανατολής-Δύσης

Αρκετές είναι οι μαρτυρίες στην Έκθεση του Λιουτπράνδου που δείχνουν ότι η διάσταση Ορθόδοξης Εκκλησίας και Παπικών είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα από το Σχίσμα του 1054.

 

1) Απαξίωση προς τις Ορθόδοξες Λειτουργικές συνήθειες

[Ο Λιουτπράνδος γράφει απευθυνόμενος στους δικούς του]

«Κατά δε την πανήγυριν ταύτην ηκροάσθημεν τα φλυαρώτατα της Ακολουθίας μυρολόγια [the garrulous songs]» (σελ. 530, στη μέση).

 

2) Οι αξιώσεις του Παπικού Πρωτείου από τους Λατίνους

[Ο Λιουτπράνδος γράφει απευθυνόμενος στους δικούς του]

«Και αυτή η της Κωνσταντινουπόλεως εκκλησία υπόκειται νομίμως τη Αγία, Καθολική και Αποστολική ημετέρα Εκκλησία» (σελ. 569, αρχή ).

 

3) Άρνηση της «καθολικότητας» της ρωμαϊκής εκκλησίας από τους Βυζαντινούς

Ο Λιουτπράνδος ρωτά για ποιον λόγο ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας «δεν αποκαθιστά την Εκκλησίαν αυτήν [την παπική] μάλλον ανεξάρτητον και πλουσίαν» και οι βυζαντινοί απαντούν: «Τούτο θέλει πράξει […] οπόταν η Ρώμη και η Ρωμαϊκή Εκκλησία διοργανωθώσι κατ’ αρέσκειαν αυτού [δηλ. του Βυζαντινού Αυτοκράτορα]» (σελ. 529, τέλος )

Σχόλιο: Προσέχουμε ότι ο Λατίνος επίσκοπος ονομάζει την Εκκλησία του «Καθολική» ενώ οι βυζαντινοί αρνούνται το Πρωτείο χαρακτηρίζοντας την απλώς «Ρωμαϊκή Εκκλησία». Όπως σημειώνει ο καθ. Ιω. Αναστασίου: «Οι Πατέρες έκαμαν διάκρισιν μεταξύ Καθολικής και Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Λέγοντες Καθολικήν Εκκλησίαν εννόουν το σύστημα των ορθοδόξων Χριστιανών, απανταχού της οικουμένης, των διατηρούντων τα ευσεβή δόγματα ακίνητα και ασάλευτα. Λέγοντες Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν εννόουν μίαν μερικήν εκκλησίαν προς αντιδιαστολήν των άλλων μερικών - τοπικών εκκλησιών της οικουμένης»[18].

 

4) Ευθεία άρνηση του Παπικού Πρωτείου

«Τον Πάπαν σας [your pope] ανάξιον εκρίνομεν επιστολών του Αυτοκράτορος ημών» (σελ. 563, στη μέση).

Σχόλιο: Πολύ σημαντική διατύπωση κατά του Παπικού Πρωτείου και ολοφάνερη επίδειξη δύναμης απέναντι στη Δύση.

 

5) Υπόνοιες για εκκλησιολογικές παρεκκλίσεις της Δύσης

[Ο Λιουτπράνδος γράφει απευθυνόμενος στους δικούς του]

 «Με ηρώτησε, προς τοις άλλοις, εις κατάγελων ημών, και περί του αριθμού των Συνόδων, ας ημείς [οι δυτικοί] ομολογούμεν» (σελ. 532, στη μέση).

 

6) Απαξίωση προς τον δυτικό Κλήρο από τους Βυζαντινούς

«Ο δε παρών των Βουλγάρων πρεσβευτής Πατρίκιος το αξίωμα Αθέμιτον κρίνομεν να προτιμήσωμεν αυτού Επίσκοπον, και μάλιστα Φραγκεπίσκοπον [bishop, especially a Frankish one]» (σελ. 531, στη μέση).

 

7) Λειτουργικές διαφορές, Ανατολικό-Δυτικό Τυπικό(;)

[Ο Λιουτπράνδος γράφει απευθυνόμενος στους δικούς του]

«Νικηφόρος […] προσέταξε τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως … να μη επιτρέψει του λοιπού ίνα τελώνται Λατινιστί κατά πάσαν Απουλίαν και Καλαβρίαν, αλλ’ Ελληνιστί, τα ιερά μυστήρια [not to permit any longer the divine mysteries be celebrated in Latin, but to have them celebrated in Greek]» (σελ. 568, στη μέση).

Σχόλιο: Πιθανόν θα πρέπει να εννοήσουμε και το διαφορετικό Τυπικό των ακολουθιών. Οι Ορθόδοξες και Ρωμαιοκαθολικές τελετές παρουσιάζουν διαφορές, άρα με τα «Λατινιστί» - «Ελληνιστί» δεν μπορεί να αναφερόμαστε μόνο στη γλώσσα αλλά και στο Λατινικό και Ορθόδοξο Τυπικό.

 

8) Οι δυτικοί θεωρούν τους Ορθοδόξους αιρετικούς

[Ο Λιουτπράνδος αφήνει γραπτό μήνυμα με πρόθεση να το δουν οι Βυζαντινοί]

«Σφαλερά η των Αργείων [=ομηρικοί Έλληνες] πίστις! Λατίνε [=ο δυτικός χριστιανός] απέχου αυτών!» (σελ. 564, αρχή).

 

9) Κατηγόριες για παπικά Συγχωροχάρτια(;) ή για το Φιλιόκβε(;)

«Οι άχρι τούδε Πάπαι επολιτεύθησαν ως Πνευματοκάπηλοι, εμπορεύθησαν δηλαδή το Άγιον Πνεύμα [the former popes were traders and that they sold the Holy Spirit]» (σελ. 568, στη μέση).

 

Χάσμα αγεφύρωτο λοιπόν μοιάζει η απόσταση μεταξύ Ορθοδόξων και Λατίνων. Επίσης, οι ευθείες και συχνά προσβλητικές απαντήσεις των Βυζαντινών δείχνουν ότι έχουν συνείδηση της δύναμης τους. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για τις μαρτυρίες που αφορούν την εθνική ταυτότητα των Βυζαντινών.

 

7. Οι Μαρτυρίες, κεφ. 2: Η πολυφυλετική σύνθεση των Δυτικών

Οι μαρτυρίες στην Έκθεση του Λιουτπράνδου δείχνουν πως οι δυτικοί αποτελούνται από διάφορα φύλα και φυσικά ο επίσκοπος το γνωρίζει και δεν το αρνείται. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Βυζαντινοί υπενθυμίζουν διαρκώς την πολυφυλετική σύνθεση των δυτικών με μια διάθεση υποτιμητική, σαν να τους χαρακτηρίζουν συνονθύλευμα.

 

1) Η Βυζαντινοί γνωρίζουν την πολυφυλετική σύνθεση των Δυτικών

α) «Σάξωνες, Σουηβοί, Βαυαροί, Ιταλοί, αι φυλαί πάσαι συνέρευσαν μετά του Δεσπότου σου [δηλ. του Όθωνα Α΄]» (σελ. 525, στη μέση).

 

[Ο Λιουτπράνδος γράφει απευθυνόμενος στους δικούς του]

β) «Ο Νικηφόρος ευηρεστήθη να περιπαίξει τους Φράγκους, υπό το όνομα των οποίων αδιακρίτως περιελάμβανε Λατίνους τε και Τεύθονας» (σελ. 541, στη μέση).

 

γ) «Διεκελεύσατο [ο Νικηφόρος] ίνα, συναριστώντες, εξεμέσωσι τα εξ αμάξης καθ’ Υμών [δηλ. κατά του Όθωνα Α΄] και κατά του γένους όλων των Λατίνων και των Τευθώνων» (σελ. 544, στη μέση).

 

2) Οι δυτικοί αποδέχονται την πολυφυλετική τους σύνθεση

[Ο Λιουτπράνδος απευθύνεται στους Βυζαντινούς]

α) «Ημείς, τουτέστιν οι Λογγοβάρδοι, οι Σάξωνες, οι Φράγκοι, οι Λοθαρίγγιοι, οι Βαυαροί, οι Σουηβοί και οι Βουργούνδιοι» (σελ. 526, αρχή).

 

β) «Προφασιζόμενοι δήθεν [οι Βυζαντινοί] ότι ημείς οι Ιταλοί, οι Σάξωνες, οι Φράγκοι, οι Βαυαροί, οι Σουηβοί, και πάντα καθόλου τα εσπέρια φύλα ανάξιοι εσμέν [all the Italians, Saxons … … -nay, all nations- as unworthy]» (σελ. 560, στη μέση).

 

Ένα σημαντικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα παραπάνω, είναι ότι ο Λιουτπράνδος, ενώ έχει το θάρρος και απαντά όταν χρειάζεται, εντούτοις καταπίνει τα προσβλητικά υπονοούμενα για την πολυφυλετική σύνθεση των δυτικών χωρίς να μπορεί να προσάψει στους Βυζαντινούς κάτι παρόμοιο. Σε ολόκληρη την διπλωματική «Έκθεση» οι Βυζαντινοί δεν είναι τίποτε άλλο παρά «Γραικοί» και αυτό δείχνει ότι αντιλαμβάνεται τους «Γραικούς» ως έναν και ομοιογενή λαό.

 

8. Οι Μαρτυρίες, κεφ. 3: Οι Βυζαντινοί αποδέχονται το εθνικό «Γραικός»

Πολύ σημαντικά τεκμήρια για την εθνική ταυτότητα των Βυζαντινών προκύπτουν από την Έκθεση του Λιουτπράνδου. Και εδώ πρέπει να προσέξουμε πώς διαψεύδεται το σενάριο που έστησαν οι εθνομηδενιστές επάνω στο συμβάν με την αντίδραση των Βυζαντινών, όταν διάβασαν σε επιστολή του Πάπα να αναφέρεται ο Νικηφόρος ως «Αυτοκράτορας των Γραικών» και ο Όθωνας Α΄ ως «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων» (σελ. 554, στη μέση).

 Ο Λιουτπράνδος έζησε από κοντά αυτό το τρομερό ξέσπασμα των Βυζαντινών που έβριζαν και καταριούνταν τους δυτικούς και τον Πάπα, και ο ίδιος έμεινε παγωμένος και σιωπηλός (‘’άφωνος μένω, ωσεί ιχθύς’’ σελ. 554, τέλος), απορώντας για το πώς οι Βυζαντινοί δεν σκότωσαν τον κομιστή της επιστολής! Το ακόλουθο τεκμήριο που δείχνει τον εκρηκτικό θυμό των Βυζαντινών, είναι πολύ σημαντικό διότι αποτελεί το πρώτο βήμα προς την απάντηση στο ερώτημα:

Τι ήταν αυτό που πείραξε τους Βυζαντινούς; Τους πείραξε άραγε που ο Πάπας τους ονόμασε «Γραικούς» αντί για «Ρωμαίους»; Ή μήπως τους πείραξε ότι απέδωσε τον ένδοξο τίτλο «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων» στους Φράγκους, και μετονόμασε αυθαίρετα τον Νικηφόρο σε «Αυτοκράτορα των Γραικών»;

[ Ζαμπέλιος Σπυρίδων, «Βυζαντιναί μελέται», εν Αθήναις 1857, σελ. 554 ]

 

Κατά το παραπάνω τρομερό συμβάν, ο αυτοκράτορας Νικηφόρος απουσιάζει σε εκστρατεία κατά των Μουσουλμάνων. Οι Βυζαντινοί θυμωμένοι, φυλάκισαν τους απεσταλμένους του Πάπα για το ασεβές γράμμα, και έστειλαν με αγγελιοφόρο την επιστολή να την διαβάσει και ο Νικηφόρος (σελ. 556, αρχή).

Έναν μήνα μετά την παραπάνω κρίση που ξέσπασε μεταξύ των δύο πλευρών, καλείται στις 17 Σεπτεμβρίου ο Λιουτπράνδος και πηγαίνει στο Παλάτι για να συζητήσει με ηγετικά στελέχη των Βυζαντινών (σελ. 556, στη μέση).

Κάποια στιγμή οι Βυζαντινοί λένε στον Λιουπράνδο ότι δεν μπορούν να του επιτρέψουν να πάρει μαζί του πορφύρες (ως δώρο προς τον Όθωνα) (σελ. 561, στη μέση). Ο Λατίνος επίσκοπος ως αντεπιχείρημα τους θυμίζει ότι παλαιότερα που είχε ξανάρθει, δεν τον είχαν εμποδίσει να πάρει πολύτιμα δώρα μαζί του.

Στο σημείο αυτό λοιπόν μας δίνει μια σημαντική μαρτυρία:

Λέει στους Βυζαντινούς ότι πριν 18 χρόνια είχε βρεθεί και πάλι στην Κων/πολη σε διπλωματική αποστολή το έτος 950 επί Κωνσταντίνου Ζ΄, όμως «τότε δε πολλώ πλείονα και πολυτελέστερα ιμάτια επριάμην, άπερ ούτε υφ’ [υμών] των Γραικών διηρευνήθησαν [nor viewed by the Greeks], ούτε διά βούλλας εσφραγίσθησαν μολυβδίνης» (σελ. 562, αρχή)!

Έτσι ξεκαθαρίζουν τα πάντα!

Είναι φανερό, πως αν το πρόβλημα βρισκόταν στο εθνικό όνομα «Γραικοί», όπως αφελώς ισχυρίζονται οι εθνομηδενιστές, θα ήταν αδύνατον ο Λιουτπράνδος που έζησε τρομοκρατημένος την βίαιη έκρηξη των Βυζαντινών, να πηγαίνει μέσα στο Παλάτι και μπροστά στην Βυζαντινή ηγεσία, να ονομάζει τους Βυζαντινούς… «Γραικούς» διακινδυνεύοντας για λίγα πορφυρά ενδύματα την αποστολή του ή και τη ζωή του ακόμα!

Το ίδιο μας βεβαιώνει και η αντίδραση των βυζαντινών: τους βλέπουμε λίγο πριν, μόνο στο άκουσμα του τίτλου «Αυτοκράτορας των Γραικών» να είναι έτοιμοι να κάνουν φόνο, αλλά στο άκουσμα της εθνικής περιγραφής τους ως «Γραικοί» από τον Λιουτπράνδο, συνεχίζουν τη συζήτηση σαν να μην τρέχει τίποτα: οι Βυζαντινοί δηλαδή αποδέχονται αβίαστα το εθνικό όνομα «Γραικοί» όπως έκανε και ο Λέων Χοιροσφάκτης στην επιστολή που είδαμε παραπάνω!

Είναι πασιφανές λοιπόν, ότι το ξέσπασμα των Βυζαντινών δεν οφειλόταν στο εθνικό «Γραικός», αλλά μόνο στην καπήλευση του τίτλου «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων» από τους Φράγκους!

Αρκεί λοιπόν ο αναγνώστης να διαβάσει την περιγραφή του Λιουτπράνδου με το φοβερό υβρεολόγιο των Βυζαντινών στις σελίδες σελ. 554, τέλος και σελ. 555, αρχή, και κατόπιν να το συγκρίνει με το παρακάτω τεκμήριο, όπου ο Λατίνος επίσκοπος ονομάζει τους Βυζαντινούς κατά πρόσωπο «Γραικούς» και εκείνοι χωρίς να ενοχληθούν, «απήντησαν» κανονικά, συνεχίζοντας τον διάλογο!

[ Ζαμπέλιος Σπυρίδων, «Βυζαντιναί μελέται», εν Αθήναις 1857, σελ. 562 ]

 

Το παραπάνω τεκμήριο όμως δεν είναι το μοναδικό, καθώς υπάρχει ένα ακόμα σημαντικότερο.

Είπαμε λοιπόν ότι ένα μήνα μετά την φοβερή έκρηξη τους, οι Βυζαντινοί κάλεσαν τον Λιουτπράνδο στο Παλάτι. Η συζήτηση κάποια στιγμή περιστρέφεται γύρω από το συμβάν με την παπική επιστολή και οι Βυζαντινοί λένε στον Λατίνο επίσκοπο ότι ο Πάπας θα πρέπει να είναι ανόητος για να ονομάσει τον Νικηφόρο «Αυτοκράτορα των Γραικών», όταν γνωρίζει πώς οι Βυζαντινοί πήραν τα σκήπτρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τα χέρια του ίδιου του Μ. Κων/νου (σελ. 557, στη μέση).

Και τότε, ο Λατίνος πρέσβης, διπλωματικά, αλλά σε φιλικό τόνο τους λέει, παρεξηγήσατε τον Πάπα. Εάν ονόμασε τον Νικηφόρο «Αυτοκράτορα των Γραικών» το έκανε όχι για να προσβάλει, αλλά ως έπαινο, επειδή εσείς, «και γλώσσαν, και έθιμα, και ενδυμασίαν έκτοτε μετεβάλετε [you changed your language, your customs, and your dress], ο αγιώτατος Πάπας εσυμπέρανεν ότι και το Ρωμαϊκόν όνομα σας απήρεσκεν, ως ήδη σας απήρεσεν ο Ρωμαϊκός αμφιεσμός» (σελ. 558, αρχή).

Ο Λιουτπράνδος δηλαδή, όχι μόνο λέει κατά πρόσωπο τους Βυζαντινούς ότι δεν τους θεωρεί Ρωμαίους και τους διακρίνει από αυτούς, αλλά επιπλέον τους λέει ότι είναι Γραικοί στα ήθη, στην γλώσσα και στην ενδυμασία!

Και οι Βυζαντινοί όχι μόνο δεν ξεσπούν με βίαιο τρόπο, αλλά ούτε καν αντιλέγουν, και όταν τους υπόσχεται ο Λιουτπράνδος ότι σε επόμενη παπική επιστολή θα υπάρχει ο αυτοκρατορικός τίτλος όπως τον θέλουν, του απαντούν με ευγένεια μοναδική:

«Μόνος γάρ των Φράγκων ον νυν φιλούμεντη σή μεσολαβήσει, τα διάστροφα επανορθωθώσι» (σελ. 559, αρχή).

[ Ζαμπέλιος Σπυρίδων, «Βυζαντιναί μελέται», εν Αθήναις 1857, σελ. 558-559 ]

 

Όταν κανείς διαβάζει τις δύο αυτές μαρτυρίες, και από την άλλη βλέπει τους αποδομητές να επιμένουν ότι οι Βυζαντινοί δήθεν θύμωσαν, επειδή ο Πάπας τους ανέφερε στην επιστολή ως «Γραικούς», αναρωτιέται αν είναι θρασείς παραχαράκτες ή εντελώς αφελείς και επιπόλαιοι…

 

9. Οι Μαρτυρίες, κεφ. 4: «Ρωμαίος», ένα όνομα με πολιτικές διαστάσεις

Βλέπουμε λοιπόν πώς διαστρέφουν οι εθνομηδενιστές τις μαρτυρίες: ο θυμός των Βυζαντινών οφείλεται στο γεγονός ότι οι Φράγκοι επιδίωκαν την διατάραξη των ισορροπιών δύναμης με την αυθαίρετη υιοθέτηση του τίτλου «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων».

Αυτή πάντως η διεκδίκηση του τίτλου «Ρωμαίος», προκαλεί αμηχανία και στις δύο πλευρές, αφού ξέρουν πως σχεδόν τίποτα δεν συνδέει ούτε τους Γραικούς, ούτε τον Γερμανό Όθωνα, με τους Αρχαίους Ρωμαίους. Όμως και για τις δύο πλευρές είναι απαραίτητη μια θεωρία που να δικαιολογεί την κατοχή ή την διεκδίκηση του Αυτοκρατορικού τίτλου και όσα αυτός συνεπάγεται: «προσφωνείν εαυτόν Αυτοκράτορα [ο Όθωνας], και ιδιοποιείσθαι του υμετέρου κράτους τα θέματα» (σελ. 535, στη μέση).

 

Οι δυτικοί πιστεύουν πως αρκεί ότι κατοικούν στη «γη των Ρωμαίων» (σελ. 570, αρχή) και έρχονται «εξ Αυσωνίας» (σελ. 564, στη μέση), δηλαδή από την «Ιταλία εκείνη όθεν εξήλθεν ο Αυτοκράτωρ Κων/νος» (σελ. 570, αρχή).

Στην παραπάνω θεωρία των δυτικών που φιλοδοξεί να δικαιολογήσει την διεκδίκηση του τίτλου «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων», οι Βυζαντινοί τους θυμίζουν ότι είναι «αλλόφυλοι» (σελ. 528, αρχή) και ότι, «υμείς ούκ εστέ Ρωμαίοι αλλά Λογγοβάρδοι» (σελ. 525, τέλος).

Μάλιστα οι δυτικοί ξέρουν ότι αυτό λέγεται «εις ύβριν» εναντίον τους (σελ. 525, τέλος) και είναι κάπως αστεία η θυμωμένη αντίδραση του Λιουτπράνδου σε αυτή την «ύβρη», αφού απαντά πειραγμένος: να ξέρετε ότι και «εμείς» όταν θέλουμε να βρίσουμε κάποιον, τον ονομάζουμε… «Ρωμαίο» (σελ. 526, αρχή έως μέση)!

Φυσικά, στον επίσκοπο αυτό το σχόλιο δεν στοιχίζει τίποτα, αφού γνωρίζει πώς είναι Λογγοβάρδος και καμία εθνική σχέση δεν έχει με τους Ρωμαίους, όμως είναι αστεία η απάντηση του διότι στην πρώτη παράγραφο της «Έκθεσης» του καλεί τον πατέρα και υιό Όθωνα, ως Σεβαστούς Αυτοκράτορες των… «Ρωμαίων» (σελ. 515, αρχή)! Σαν να ονομάζει δηλαδή τους ηγέτες του, αυτοκράτορες… «δειλών», «αγενών», «φιλάργυρων» και «ασελγών» (σελ. 526, μέση)!

Οι παράδοξες αυτές αντεγκλήσεις συνεχίζονται διαρκώς. Είναι φανερό (από το προοίμιο της Έκθεσης ή από την παπική επιστολή κ.λπ.) ότι οι Φράγκοι επιθυμούν διακαώς τον τίτλο του «Αυτοκράτορα των Ρωμαίων». Επειδή ειδικά οι Γερμανοί δεν έχουν εθνική σχέση με τους Ρωμαίους, το βασικό τους επιχείρημα όπως είπαμε είναι ότι αυτή τη στιγμή σχετίζονται εδαφικά και εκκλησιαστικά με την Ρώμη και την Ιταλία. Έτσι, ζητούν από τους Βυζαντινούς να σέβονται την πρεσβυτέρα Ρώμη (σελ. 519, μέση), αφού θέλουν να λέγονται «Ρωμαίοι».

Όμως οι Βυζαντινοί χωρίς πρόβλημα απαξιώνουν την εθνική σχέση με την ρωμαϊκή φυλή, και απαντούν στους δυτικούς ότι η πόλη που οι Φράγκοι έχουν περί πολλού, η πρεσβυτέρα Ρώμη, μαζί με τους υπόλοιπους Ρωμαίους που έμειναν εκεί μόλις έφυγε η Ρωμαϊκή Αρχή, δεν ήταν παρά ένα άθλιο μέρος που το κατοικούσαν «χυδαίοι», «χωριάτες», «δούλοι» και όλοι οι «ευτελείς» (σελ. 557, τέλος)!

Από την άλλη, η επιχειρηματολογία του Λατίνου πρέσβη, αποσυνδέει πλήρως τους Βυζαντινούς από τους Αρχαίους Ρωμαίους λέγοντας ότι η εδαφική περιοχή που διεκδικεί ο Όθωνας, «διά τε την εθνότητα και διά την γλώσσαν των κατοίκων της [the nationality(=gens στο λατινικό) and language of the people], φαίνεται φυσικότερον υπαγομένη εις το ιταλικόν βασίλειον» (σελ. 520, τέλος).

Αυτό όμως λίγο απασχολεί τους Βυζαντινούς, αφού στη δική τους θεωρία δεν χρειάζονται ούτε φυλετική σχέση, ούτε σχέση γλώσσας ή παιδείας με τη Ρώμη αλλά τους αρκεί  να υποστηρίζουν ότι μεταβιβάστηκε σε αυτούς η Ρωμαϊκή Αρχή (Αυτοκρατορικά Σκήπτρα, Γερουσία, Στρατιωτική Αρχή [imperial scepter, the senate, and all the Roman knighthood]), η οποία έφυγε από τη Ρώμη και ήρθε στην Κων/πολη (σελ. 557, μέση). Η θεωρία αυτή δείχνει ότι κάθε επίκληση του όρου «Ρωμαίος» από τους Βυζαντινούς για τον εαυτό τους παραπέμπει στην υπερηφάνεια τους[19] για την κληρονομιά της Ρωμαϊκής Αρχής (π.χ. «ημών των Ρωμαίων» σελ. 560, στη μέση).

Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι οι Βυζαντινοί δεν διατυπώνουν την παραμικρή αντίρρηση ως προς το ότι είναι εθνικά «Γραικοί» (γλώσσα, ήθη και έθιμα) και αποδέχονται το συμπέρασμα του Λιουτπράνδου ότι διαφέρουν από τους αρχαίους Ρωμαίους. Μάλιστα, όταν οι Βυζαντινοί ξεσπούν και απειλούν για να υπερασπίσουν τον τιμημένο τίτλο του «Ρωμαίου Αυτοκράτορα», υβρίζουν ανελέητα τους δυτικούς ως «βάρβαρους», «κακούργους», «αλιτήριους», «χωριάτες» και «δούλους» (σελ. 555, αρχή), όμως δεν εκστομίζουν το παραμικρό κατά του ονόματος «Γραικός», ούτε στο επεισόδιο του ξεσπάσματος, ούτε στο επεισόδιο με την απαγόρευση της πορφύρας, ούτε στο επεισόδιο με την αναφορά του Λιουτπράνδου σε γραικική γλώσσα, έθιμα και ενδυμασία!

Μάλιστα για να διαψεύσουμε ακόμα περισσότερο τους αποδομητές που φλυαρούν περί Βυζαντινών ως δήθεν «εκφυλισμένων Ρωμαίων», πρέπει να πούμε ότι είναι σημαντική η τοποθέτηση του Λιουτπράνδου που διατυπώνει σε ήρεμο τόνο την ανάγκη για αμοιβαίο σεβασμό στις συνήθειες των λαών, γράφοντας με παράπονο ότι δεν μπόρεσε να τηρήσει τα «πάτρια του έθιμα», ενώ οι δυτικοί πάντα σέβονταν τους Γραικούς πρέσβεις και την διαφύλαξη «των πατρίων αυτών εθίμων» [=patrium στο λατινικό] (σελ. 545, στη μέση).

Εδώ λοιπόν αβίαστα μας βεβαιώνει για το βάθος της διάστασης μεταξύ «Γραικών» και Λατίνων «Φράγκων»: είναι δύο λαοί, με έθιμα τα οποία πηγάζουν από διαφορετική πατρογονική αρχή.

Άλλωστε, όπως πριν λίγο αναφέραμε, ο Λιουτπράνδος δεν γνωρίζει "εκφυλισμένους Ρωμαίους", αλλά ένα άλλο, διαφορετικό έθνος (nationality=gens, σελ. 520, τέλος): το έθνος των κατά πάντα Ελλήνων και απογόνων των Δαναών (βλ. και Μαρτυρίες, κεφ. 6).

 

10. Οι Μαρτυρίες, κεφ. 5: Η γλώσσα και η παιδεία των Βυζαντινών

Όπως είδαμε, οι Βυζαντινοί είναι απλώς «Γραικοί» κατά τη «γλώσσαν, και έθιμα, και ενδυμασίαν» (σελ. 558, αρχή) και η πατρίδα τους είναι η «Γραικία» (σελ. 569, στη μέση, σελ. 570, τέλος και σελ. 529, αρχή) [στη σελίδα 529 ο Ζαμπέλιος μεταφράζει «εν Ελλάδι» αλλά μάλλον «Γραικία» είναι το ορθό. Το αγγλικό έχει ‘’in Greece‘’ ].

Σε τρία χαρακτηριστικά σημεία της Έκθεσης του Λιουτπράνδου βλέπουμε ότι η μοναδική γλώσσα που ομιλείται στο Βυζάντιο είναι τα ελληνικά. Γι’ αυτό, στην αγορά, ο Λιουτπράνδος έχοντας μαζί του έναν μάγειρα «αγνοούντα την γλώσσαν την Γραικικήν» του ήταν αδύνατον «να συγκοινωνήση προφορικώς προς τους πωλητάς» παρά μόνο με… νοήματα (σελ. 553, στη μέση). Κατά συνέπεια υπήρχε πλήρης άγνοια των λατινικών.

Για τον λόγο αυτό, ήταν απαραίτητο να έχει μαζί του έναν διερμηνέα (σελ. 553, στη μέση), έναν «Γραικολόγο»[20].

Πιο παραστατικά ακόμα, ο Λατίνος επίσκοπος μας μεταφέρει τις αντιδράσεις του λαού, που σε κάποια στιγμή τον είδαν να περπατά ταλαιπωρημένος στον δρόμο, και βλέποντας την κατάσταση του αναφωνούσαν: «Μάνα, Μάνα» (σελ. 534, αρχή)!

Επιπλέον, από την εμπειρία του με το Παλάτι, ο Λιουτπράνδος καταγράφει με θαυμασμό ότι υπήρχαν εκεί «άνδρες τινές σοφώτατοι, και της Αττικής φωνής εγκρατείς [δηλ. γνώστες της Αττικής γλώσσας]» (σελ. 528, αρχή).

Δεν ήταν άλλωστε κάτι ασυνήθιστο οι εκδηλώσεις θαυμασμού των ξένων για την ελληνική παιδεία των βυζαντινών και αξίζει να παραθέσουμε ένα επεισόδιο από τον 9ο αιώνα:

Ο Λέων ο Φιλόσοφος ή Μαθηματικός (790-869), «υπήρξεν εκ των κυριωτέρων μορφών της επί αυτοκράτορος Θεοφίλου συντελεσθείσης αναγεννήσεως των γραμμάτων και των επιστημών»[21]. Όταν ο χαλίφης αλ-Μαμούν (813-833), πληροφορήθηκε από έναν βυζαντινό αιχμάλωτο την πολυμάθεια του Λέοντα, ξεκίνησε αλληλογραφία μαζί του. Ο χαλίφης προσφέροντας μεγάλα ανταλλάγματα, ζήτησε από τον αυτοκράτορα Θεόφιλο (829-842) να επιτρέψει στον Λεόντα να διδάξει για κάποιο διάστημα στην Βαγδάτη και τότε ο Θεόφιλος απάντησε:

«Θα ήταν παράλογο για εμάς, αν δίναμε στους άλλους τα δικά μας (πνευματικά) αγαθά και αν αφήναμε τις γνώσεις που έχουμε αποχτήσει να διαρρεύσουν μέσα στα άλλα έθνη. Και αυτό γιατί είναι ακριβώς αυτές οι γνώσεις που έχουν κάνει το γένος των Ρωμαίων (= Βυζαντινών) να θαυμάζεται και να τιμάται από όλους»[22] (το πρωτότυπο στο: Συνεχιστής Θεοφάνη, έκδ. Βόννης, σελ. 190.18-21).

Σε κάθε περίπτωση, εδώ βλέπουμε να καταρρίπτονται και οι φλυαρίες περί «ελληνόφωνων»… Ρωμαίων. Διότι στις συζητήσεις για την βυζαντινή συλλογική ταυτότητα θα συναντήσουμε συχνά το εθνομηδενιστικό παιχνίδι με τον υποτιμητικό όρο «ελληνόφωνος». Με αυτόν εννοούν ότι οι Βυζαντινοί δεν ήταν παρά κάποιοι εκφυλισμένοι απόγονοι των Αρχαίων Ρωμαίων και δήθεν, έτσι τους έβλεπαν και οι δυτικοί.

Φυσικά πρόκειται για τέχνασμα. Ο όρος «ελληνόφωνος» θα μπορούσε να ταιριάξει μόνο σε κάποιον που μεγαλώνει π.χ. με την Λατινική παιδεία και απλά μιλάει ελληνικά. Δεν είναι όμως δυνατόν να ονομάζεις «ελληνόφωνο» αυτόν που ζει στα ελληνικά εδάφη, έχει ως μητρική του γλώσσα τα ελληνικά και μεγαλώνει αποκλειστικά με την ελληνική παιδεία!

Διότι μέσα από την παιδεία, περνούν ταυτόχρονα και οι αξίες των συγγραφέων, η αγάπη τους για την Ελλάδα, ο θαυμασμός για τους Έλληνες ήρωες, και οι μάχες τους για την υπεράσπιση ιδεών και εδαφών. Όλες αυτές οι αξίες του Ομήρου, του Ησίοδου, του Πλούταρχου, του Πλάτωνα, του Ισοκράτη, του Δημοσθένη, του Αισχύλου, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη, ήταν ασφαλώς ελληνικές και μεγάλωσαν τους Βυζαντινούς ως Έλληνες και ως προς τη γλώσσα, και ως προς την ενδυμασία, και ως προς τα ήθη και έθιμα. Αυτό είδαμε να ομολογεί ο Λιουτπράνδος τόσες φορές μπροστά τους, και οι Βυζαντινοί ποτέ δεν το αρνήθηκαν.

"Και βεβαίως, αν κάποιος επικαλείται τα κομπογιαννίτικα επιχειρήματα ότι δήθεν, για να γνωρίζει ένα έθνος την συλλογική του ταυτότητα, θα πρέπει μέχρι και ο τελευταίος χωρικός να έχει τις γνώσεις του... Αναξιμένη, τότε θα μπορούσε εξίσου κάποιος να ισχυριστεί ότι και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι δεν ήξεραν την εθνικότητα τους, αφού ξέρουμε ότι υπήρχαν πολίτες "αφιλόλογοι" (Πλούταρχος, "Συμποσιακών" Ε΄, 673A), πολίτες που δεν γνώριζαν καν τα... Ομηρικά Έπη (Πλούταρχος, "Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν" 405C) ή και παντελώς αγράμματοι που δεν ήξεραν ούτε να... γράφουν (Πλούταρχος, "Αριστείδης" 7,7)!"

 

11. Οι Μαρτυρίες, κεφ. 6: Οι Βυζαντινοί ως απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων

Κλείνοντας θα αναφέρουμε μια σειρά έμμεσων μαρτυριών που δείχνουν ότι οι δυτικοί συνέδεαν τους Βυζαντινούς-Γραικούς με τους Αρχαίους Έλληνες.

Όπως γνωρίζουμε, ο Όμηρος χρησιμοποίησε για τους Έλληνες τα ονόματα «Αχαιοί», «Αργείοι» και «Δαναοί».

 

[ Howatson C. M., «Εγχειρίδιο Κλασικών Σπουδών» (The Oxford Companion to Classical Literature), εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 250 ]

 

Τα ονόματα αυτά, αλλά και Ομηρικοί ήρωες, χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορα ανθελληνικά ρητά κατά των υπόδουλων Ελλήνων από τους αρχαίους Λατίνους σατυρικούς ποιητές. Όπως βλέπουμε στην Έκθεση του Λιουτπράνδου, ο επίσκοπος αποθησαύρισε αρκετά από αυτά, και μαζί με άλλα τα χρησιμοποίησε κατά των Βυζαντινών:

- «των Δαναών τους δόλους» (σελ. 539, αρχή),

- «χώρα των Αργείων» (σελ. 551, στη μέση),

- «σφαλερά των Αργείων η πίστις» (σελ. 564, στη μέση),

- «Οδυσσεύς την επιορκίαν και το ψεύδος» (σελ. 517, τέλος),

- «τω μεγάλω Αλεξάνδρω ισοδύναμους τους Γραικούς [ειρωνικά]» (σελ. 538, στη μέση).

 Σημαντική παράμετρος είναι ότι ο Λιουτπράνδος είχε θυμώσει τόσο πολύ με την κακή φιλοξενία και μεταχείριση, ώστε έφτασε στο σημείο να χαράξει κάποιες από αυτές τις ύβρεις στο δωμάτιο που διέμενε ώστε να τις δουν οι Βυζαντινοί (σελ. 564).

Ο Λιουτπράνδος λοιπόν είναι θυμωμένος και όπως κάθε θυμωμένος άνθρωπος έχει όσο τίποτε άλλο την ανάγκη να στοχεύσει ευθέως τον αντίπαλο του: χρησιμοποιεί με υβριστικό τρόπο τα ομηρικά εθνωνύμια για τους Έλληνες, τις λατινικές ειρωνείες κατά των Ελλήνων, τις συγκρίσεις με πασίγνωστους Έλληνες ήρωες, ακριβώς επειδή ξέρει ότι ενοχλούν τους Βυζαντινούς διότι ως Γραικοί συνδέονται με τους αρχαίους Έλληνες.

Θα ήταν εντελώς κωμικό να το αρνηθούμε αυτό -όπως οι αποδομητές- και να θεωρούμε «λογικό» ότι ένας ξένος επισκέπτης της Ελλάδας, για μια τυχόν κακή φιλοξενία, αποφασίζει να ξεσπάσει κατά των Ελλήνων, βρίζοντας κάποιους «άσχετους», όπως π.χ. τους… αρχαίους Κινέζους!

 

12. Επίλογος

Μπορούν τελικά να είναι Έλληνες όλοι οι Βυζαντινοί, ακόμα κι αν δεν κατάγονται απευθείας από οικογένειες της… αρχαίας Αθήνας;!

Φυσικά και είναι.

Καταρχάς, για εδάφη όπως τα ελλαδικά, που υπήρξαν Αυτοκρατορία του Μ. Αλεξάνδρου, Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, έγιναν μεταναστεύσεις λαών, πέρασαν τόσοι κατακτητές, αδικεί την κοινή λογική να υπερασπίζεται κάποιος την ιδέα ότι δεν έγιναν επιμιξίες.

Δεν ξέρουμε ασφαλώς σε τι βαθμό έγιναν, αλλά είναι λογικά αδύνατον να μην έγιναν. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να έχει λογική ισχύ το «Έλληνας μόνο γεννιέσαι», αν με αυτό εννοούμε ότι Έλληνες είναι μόνο οι βιολογικά «καθαροί» απόγονοι του Περικλή...

Όμως οι βιολογικές επιμιξίες δεν αποτελούν πρόβλημα για το έθνος.

Για παράδειγμα, ένας Άραβας ζει με την οικογένεια του στη Σουηδία, μένουν εκεί αυτός και οι απόγονοι του για δεκάδες χρόνια, τα δισέγγονα και τρισέγγονα του μεγαλώνουν πλέον αποκλειστικά με την Σουηδική παιδεία, μιλούν μόνο Σουηδικά, εκφράζονται με την σουηδική μουσική, τέχνη και λογοτεχνία, πολεμούν για την ελευθερία της Σουηδίας εμπνεόμενοι από τους Σουηδούς ήρωες, και η μόνη πατρίδα που γνώρισαν και αγαπούν είναι η Σουηδία.

Η ίδια η ζωή και η πραγματικότητα δείχνει ότι αυτοί οι μακρινοί απόγονοι είναι πλέον Σουηδοί και η ξεχασμένη αραβική ρίζα αποτελεί γι’ αυτούς μόνο μια ιστορική πληροφορία, χωρίς κανένα συναισθηματικό βάρος.

Όμως, οι εθνομηδενιστές, επειδή καταλαβαίνουν ότι έτσι καταρρέει η θεωρία τους επικαλούνται χιτλερικές ιδέες ακραίου βιολογικού φονταμενταλισμού, και λένε ότι οι απόγονοι του παραπάνω παραδείγματος, και μετά από 100 χρόνια ακόμα, εξακολουθούν να ανήκουν σε ένα… αραβικό έθνος που δεν το γνωρίζουν καν! Έτσι λένε και για τους Βυζαντινούς (οι οποίοι μάλιστα ούτε καν μετακινήθηκαν από τα προαιώνια ελλαδικά εδάφη) ότι ήταν δήθεν «συνέχεια» του λατινικού γένους των Αρχαίων Ρωμαίων(!) ή ότι δεν μπορεί να είναι Έλληνες, διότι τον 6ο μ.Χ. αιώνα, ήρθαν πολλοί… Σλάβοι στο Βυζάντιο.

Το αστείο βεβαίως είναι ότι επειδή οι εθνομηδενιστές έχουν την ιδέα ότι είναι «αριστεροί», όταν διάφοροι, με κριτήρια DNA, ισχυρίζονται ότι «Έλληνας μόνο γεννιέσαι», τους αποκαλούν με ευκολία φασίστες! Την ίδια στιγμή όμως, για να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει συνέχεια των Ελλήνων στο Βυζάντιο (επειδή έχουν… δυσανεξία στην έννοια ‘’έθνος’’), επικαλούνται τις επιμιξίες, ομολογώντας τελικά και αυτοί το φασιστικό, ότι… «Έλληνας μόνο γεννιέσαι»! Είναι πραγματικά απίστευτοι…

Στο ερώτημα λοιπόν, γιατί οι Βυζαντινοί ήταν Έλληνες-Γραικοί όπως περίτρανα μας απέδειξε η μελέτη της Έκθεσης του Λιουτπράνδου, η απάντηση δίδεται από τον σημαντικό βυζαντινολόγο Παναγιώτη Χαρανή (Peter Charanis):

«Είναι προφανές ότι στοιχεία από διαφορετικές εθνικές ομάδες εισήλθαν κατά την εξέλιξη των Ελλήνων. Ξένοι, ακόμη και βάρβαροι, σταδιακά έγιναν Έλληνες επειδή με την πάροδο του χρόνου, εγκατέλειπαν τις δικές τους πολιτισμικές παραδόσεις και υιοθετούσαν εκείνες των Ελλήνων με τους οποίους συμβίωναν είτε ως κατακτητές, είτε ως κατακτημένοι.

Ως εκ τούτου, εκείνο που έχει σημασία σε σχέση με τη συνέχεια των Ελλήνων, δεν είναι αν οι Πελοποννήσιοι εκτοπίστηκαν από τους Σλάβους (στα τέλη του 6ου αιώνα) ή από τους Αλβανούς (τον 14ο αιώνα), αλλά κατά πόσο είχε πάψει να ομιλείται η ελληνική γλώσσα και αν η ελληνική κουλτούρα έπαψε ποτέ να υπάρχει.

Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη ποτέ, και κατά συνέπεια, δεν υπήρξε ποτέ εποχή χωρίς Έλληνες.

Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει πως κατά τη διάρκεια αυτής της συνέχειας είχαν μείνει τα πράγματα όπως ήταν αρχικά, πως δεν έγιναν αλλαγές. Η ελληνική πολιτισμική παράδοση κατά την διάρκεια της μακράς ιστορίας της βίωσε σημαντικές αλλαγές, όμως σε κάθε περίπτωση ο νέος, επηρεασμένος από τις αλλαγές αυτές πολιτισμικός προσανατολισμός, όπως αποκρυσταλλώθηκε, αποδείχθηκε στη βάση του ελληνικός, και το ίδιο συνέβη σε όσους συμμετείχαν στον πολιτισμό αυτό και μιλούσαν τη γλώσσα του, η οποία αν και επηρεάστηκε από τις αλλαγές αυτές, παρέμενε όμως ακόμη ελληνική.

Υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να βλέπουμε την εξέλιξη των Ελλήνων από την αρχαιότητα έως σήμερα».

[ Peter Charanis, «The Formation of the Greek People», στο: Byzantina kai Metabyzantina vol. 1, «The ‘Past’ in medieval and modern Greek culture», Malibu 1978, σελ. 97 ]


Σημειώσεις

[1] Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, «Πηγαί της Βυζαντινής Ιστορίας», 5η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 272.

[2] Σχετικά με την βυζαντινή ταυτότητα, βλ. μια ενδιαφέρουσα σειρά τριών άρθρων από τον βυζαντινολόγο Δημήτριο Κωνσταντέλο, αναρτημένα ΕΔΩ.

[3] Οι Λογγοβάρδοι ήταν ανατολικογερμανικό φύλο του που εγκαταστάθηκαν τον 6ο αιώνα στην Λομβαρδία, περιφέρεια της βόρειας Ιταλίας. Η Κρεμόνα είναι πόλη της Λομβαρδίας.

[4] Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, «Βυζαντινή ιστορία (867-1081)», τόμ. Β2΄, 2η έκδ., Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 147.

[5] Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», τόμ. Β΄, 3η έκδ., Αθήνα 2002, σελ. 162.

[6] Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή ιστορία …», ό.π., σελ. 144-146.

[7] Meyendorff John, Παπαδάκης Αριστείδης, «Η Χριστιανική ανατολή και η άνοδος του Παπισμού, Η εκκλησία απο το 1071 ως το 1453», ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003, σελ. 14.

[8] Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή ιστορία …», ό.π., σελ. 145.

[9] Speros Vryonis, «Recent Scholarship on Continuity and Discontinuity of Culture: Classical Greeks, Byzantines, Modern Greeks», στο: Byzantina kai Metabyzantina vol. 1, «The ‘Past’ in medieval and modern Greek culture», Malibu 1978, σελ. 248.

[10] Γλύκατζη-Αρβελέρ Ελένη, «Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», Ψυχογιός, Αθήνα 1988, σελ. 60.

[11] I. Stouraitis, «Roman identity in Byzantium: a critical approach», Byzantinische Zeitschrift 107/1 (2014), σελ. 217: «Theophanes’ statement testifies to the socio-political effect of the break with the Latin cultural content of imperial Romanness after the seventh century».

[12] Σαββίδης Αλέξης-Benjamin Hendrickx, «Εισαγωγή στη βυζαντινή ιστορία (284-1461)», έκδ. 2η, εκδ. Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 37.

[13] Γλύκατζη-Αρβελέρ Ελένη, «Γιατί το Βυζάντιο», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009, σελ. 226.

[14] Επειδή επανειλημμένα γίνεται αναφορά για τη χρήση του «Έλληνας» στο Βυζάντιο, σημειώνουμε το εξής: όποια τυχόν απαξία συναντάμε στις βυζαντινές πηγές για το ‘’Έλληνας’’, αποδεικνύεται από τα συμφραζόμενα ότι δεν αφορά ποτέ εθνικό προσδιορισμό, την παιδεία ή τη γλώσσα. Αφορά πάντα και μόνο, την θρησκευτική του χρήση, αφού ξέρουμε πως για αιώνες είχε και την γενική σημασία του «παγανιστή» ανεξαρτήτου εθνότητας. Όμως, η μετατροπή αυτή του «Έλλην» σε θρησκευτικό προσδιορισμό, φαίνεται ότι ξεκίνησε από τους ίδιους τους ειδωλολάτρες. Πάντως, τα εκκλησιαστικά πρόσωπα, μιλούν με αγάπη και θαυμασμό για την ελληνική γλώσσα, ενώ και τα ειδωλολατρικά κείμενα σώζονταν στις βυζαντινές βιβλιοθήκες.

[15] Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία της Ρωσσίας (988-1988)», 4η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1997, σελ. 184 και εξής.

[16] Βλ. και Μαντούβαλου Μαρία, «Ρωμαίος, Ρωμηός και Ρωμηοσύνη», περ. «Νέα Σιών», τόμ. 91 (2007), σελ. 50.

[17] Θεοφυλάκτου, «Ιστοριών» Α΄,1C στο: Theophylactus Simocatta, CSHB, ed. Bekker, Bonn, 1834, σελ. 32.

[18] Ι. Ε. Αναστασίου, «Βαρλαάμ του Καλαβρού περί της αρχής του Πάπα», «Εκκλησιαστικός Φάρος» 53 (1971), σελ. 117-118.

[19] Σαββίδης Αλέξης-Benjamin Hendrickx, «Εισαγωγή στη βυζαντινή ιστορία (284-1461)», έκδ. 2η, εκδ. Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 30.

[20] Το λατινικό κείμενο έχει την λέξη «Graecolonon» η οποία παραξένεψε τους μελετητές. Ο Ζαμπέλιος εικάζει ότι πρόκειται για σφάλμα και προτείνει το «Graecologon» = Γραικολόγος, δηλ. ο διερμηνέας, αυτός που μιλά τα βυζαντινά ελληνικά (βλ. και Ζαμπέλιος Σπυρίδων, «Βυζαντιναί μελέται», εν Αθήναις 1857, σελ. ξς΄, σημ. 389 [=λάθος αρίθμηση, αντί για 339] ).

[21] Μαρία Νυσταζοπούλου, «Λέων ο Φιλόσοφος ή Μαθηματικός», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 8 (1966), στ. 274.

[22] Το επεισόδιο αναλυτικά και η μετάφραση του χωρίου στο: Σαββίδης Αλέξιος, «Βαγδάτη καλεί Κωνσταντινούπολη. Πτυχές των βυζαντινο-αραβικών πολιτιστικών σχέσεων στο πρώτο μισό του ένατου μ.Χ. αιώνα», περ. «Ουτοπία» 54 (2003), σελ. 179-183. Η επεξηγηματική παρένθεση «Ρωμαίων (= Βυζαντινών)» είναι του καθ. Αλέξη Σαββίδη.

Δημιουργία αρχείου: 23-11-2016.

Τελευταία μορφοποίηση: 30-11-2016.

ΕΠΑΝΩ