Η Εκκλησία του Αγίου… ληστή , η Αγία…Πόρνη και ο δια Χριστόν…κλέφτης !


3d white person. Bank robber with a safe on his back. 3d image. Isolated white background.

Ήταν ο πρώτος άγιος που πέρασε στον Παράδεισο. Ο Άγιος Ληστής.

Ο ληστής κρεμόταν πάνω στον σταυρό, μόλις λίγα μέτρα μακριά από το Σταυρό του Χριστού, πάνω στον Γολγοθά. Βαθιά μετανιωμένος είπε προς τον Θεάνθρωπο: “Κύριε, μνήσθητί μου, όταν έλθεις εν τη Βασιλεία σου”. Ο Χριστός ανταποκρίθηκε στην ειλικρινή μεταμέλειά του και του είπε: “Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω”.

Ήταν ο πρώτος άγιος που πέρασε στον Παράδεισο. Ο Άγιος Ληστής του Γολγοθά τιμάται από την ορθόδοξη εκκλησία αλλά ουδέποτε Ιερός Ναός είχε αφιερωθεί σε αυτόν! Πριν από ένα μήνα, ο Άγιος Ληστής του Γολγοθά απέκτησε το πρώτο του ναΰδριο (εκκλησάκι) σε όλο τον κόσμο! Βρίσκεται στην “αγκαλιά” της Ορθοδόξου Ιεραποστολικής Φιλοπτώχου Αδελφότητας “Η Οσία Ξένη”, στη Θεσσαλονίκη και πλέον αποτελεί τον προστάτη άγιο της Διακονίας Αποφυλάκισης Απόρων Κρατουμένων.

“Ψυχή” τόσο της Αδελφότητας όσο και της Διακονίας είναι ο αρχιμανδρίτης πατέρας Γερβάσιος. Για 36 χρόνια ο πατέρας Γερβάσιος στέκεται δίπλα από τους φυλακισμένους όλου του κόσμου, ανεξάρτητα από φύλο, φυλή ή θρήσκευμα. Η Διακονία του έγινε γνωστή σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη και το έργο του έχει αναγνωριστεί από τους πάντες. Άλλωστε, έχει βραβευτεί πολλές φορές, ενώ η φήμη του έφτασε έως την επιτροπή των βραβείων Νόμπελ.

84f6d9f666749e9729212f72b75ea2db_XL[1]

Όμως, η Διακονία στερούνταν από έναν προστάτη άγιο. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να επιλέξει τον Άγιο Ληστή του Γολγοθά. Ο πατέρας Γερβάσιος έψαξε στα βιβλία και με έκπληξη διαπίστωσε ότι κανένας ναός σε όλο τον κόσμο δεν είναι αφιερωμένος στον πρώτο άγιο της Ορθοδοξίας. “Βάλαμε στόχο να ανεγείρουμε στην έδρα της αδελφότητας και της διακονίας ένα μικρό ιερό ναό στη μνήμη του Αγίου μας. Έστω, ένα ναΰδριο για να προσευχόμαστε σε αυτό για όλους τους κρατούμενους της γης. Να ανάβουμε ένα κερί γι’ αυτούς. Και για όσους πέθαναν στο χώρο των φυλακών, εντός και εκτός Ελλάδας. Να μπορούμε να τελούμε στο δικό τους ναϋδριο, κάθε χρόνο, μία ορισμένη μέρα, μνημόσυνο για την ανάπαυση των ψυχών τους”, ανέφερε στον Τύπο της Κυριακής. Παραδέχθηκε ότι ήταν αδύνατη η ανέγερση Ιερού Ναού. “Το κόστος θα ήταν τεράστιο. Γι’ αυτό επιλέξαμε ένα προκάτ ναϋδριο. Μία προκατασκευασμένη μικρή εκκλησία, πάντα με την άδεια και την ευλογία του Μητροπολίτη Κασσανδρείας κκ Νικοδημου”, πρόσθεσε ο πατέρας Γερβάσιος.

Με μεγάλο κόπο, θυσίες, δόσεις και πολλές δωρεές από τους πιστούς, το ναΰδριο τοποθετήθηκε στην αυλή της αδελφότητας στην Περαία Θεσσαλονίκης. Η πρώτη λειτουργία τελέστηκε ανήμερα του εορτασμού του Αγίου Ληστή του Γολγοθά, την 12η Οκτωβρίου.

Έκτοτε, ο Άγιος αποτελεί τον προστάτη της Διακονίας Αποφυλάκισης Απόρων Κρατουμένων, η οποία έχει αποφυλακίσει περισσότερους από 15.000 κρατουμένους καταβάλλοντας τουλάχιστον τέσσερα εκατομμύρια ευρώ. Ο αεικίνητος γέροντας δέχεται κάθε μέρα φαξ από αστυνομικά τμήματα και φυλακές. Τον ενημερώνουν για κάποιο άπορο κρατούμενο που δεν μπορεί να βγει καθώς αδυνατεί να πληρώσει το χρηματικό πρόστιμο. Αμέσως αξιολογείται η κατάσταση και κατατίθενται τα χρήματα. «Είναι άτομα που βρίσκονται στα κρατητήρια για μικροαδικήματα. Έχουμε θέσει ως όριο τα 400 ευρώ για κάθε αποφυλάκιση. Το χαμηλότερο ποσό που έχουμε πληρώσει είναι 8,10 ευρώ και αφορούσε συνάνθρωπό μας που δεν είχε να εξαγοράσει δύο μέρες από τη συνολική ποινή που του είχε επιβληθεί. Βέβαια, εξετάζουμε την κάθε περίπτωση χωριστά. Έτσι, έχουμε πληρώσει 9.900 ευρώ για καταδικασθέντα ο οποίος είχε υποστεί τρία εγκεφαλικά και η κράτησή του στις φυλακές θα σήμαινε βέβαιο θάνατο», είπε στον ΤτΚ.

Ποιος είναι ο πατέρας Γερβάσιος

Ο π. Γερβάσιος (κατά κόσμον Γεώργιος) Ραπτόπουλος γεννήθηκε το 1931 τα Αιμιλιανά Γρεβενών. Το 1950 πέρασε στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ. Έγινε κληρικός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε Αρχιμανδρίτης. Υπηρέτησε στις Μητροπόλεις Σιδηροκάστρου Σερρών, Θεσσαλονίκης, Σερρών & Νιγρίτης και Κασσανδρείας. Το 1966 ίδρυσε την Αδελφότητα «Η Οσία Ξένη» και το 1978 συστάθηκε η «Διακονία Αποφυλακίσεως Απόρων Κρατουμένων και Φυγοποίνων». Έχει επισκεφτεί όλες τις ελληνικές φυλακές και σωφρονιστικά καταστήματα στην Αλβανία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Κύπρο, τη Μαδαγασκάρη, τη Ρουμανία, τη Ρωσία, την Αυστραλία, τα νησιά Φίτζι κ.α.

Η ΑΓΙΑ ΠΟΡΝΗ:

Στην Πνευματική ζωή, είναι ανάποδα τα πράγματα. Άμα κρατάς εσύ το άσχημο , τότε νοιώθεις όμορφα. Άμα το δίνεις στον άλλον, τότε νοιώθεις άσχημα. Όταν δέχεσαι την αδικία και δικαιολογείς τον πλησίον σου, δέχεσαι τον πολυαδικημένο Χριστό, στην καρδιά σου. Τότε ο Χριστός μένει με το ενοικιοστάσιο [1] ,μέσα σου και σε γεμίζει με ειρήνη και αγαλλίαση. Για δοκιμάστε, βρε παιδιά, να ζήσετε αυτήν την χαρά! Να μάθετε να χαίρεσθε με αυτήν την πνευματική χαρά, όχι με την κοσμική. Πάσχα θα έχετε τότε κάθε μέρα.

            Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από την χαρά που νοιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά, σας λέω, την γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένοιωσα μέσα στην αδικία. Ξέρετε πόσο χαίρομαι , όταν κάποιος με πει πλανεμένο; «Δόξα σοι ο Θεός, λέω, από αυτό έχω μισθό, ενώ αν με πουν άγιο, χρωστάω». Γλυκύτερο πράγμα από την αδικία δεν υπάρχει!

            Ένα πρωϊ στο καλύβι χτύπησε κάποιος το σιδεράκι στην πόρτα. Κοίταξα από το παράθυρο να δω ποιος είναι, γιατί δεν ήταν ακόμα η ώρα να ανοίξω. Είδα έναν νέο με φωτεινό πρόσωπο και κατάλαβα ότι είχε βιώμαα πνευματικά, αφού τον πρόδιδε η Χάρις του Θεού. Γι’ αυτό, αν και ήμουν απασχολημένος, διέκοψα αυτό που έκανα, άνοιξα την πόρτα, τον πήρα μέσα, του πρόσφερα νερό και με τρόπο άρχισα να τον ρωτάω για την ζωή του, γιατί έβλεπα ότι είχε πνευματικό περιεχόμενο. «Τι δουλειά κάνεις, παλληκάρι;» τον ρώτησα. «Τι δουλειά, πάτερ; μου  λέει. Εγώ στην φυλακή μεγάλωσα. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου εκεί τα πέρασα. Τώρα είμαι είκοσι έξι χρονών». «Καλά βρε παλληκάρι, τι έκανες και σε έκλειναν φυλακή;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου άνοιξε την καρδιά του: «Από μικρός, μου είπε, πονούσα πολύ, όταν έβλεπα δυστυχισμένους ανθρώπους. Ήξερα όλους τους πονεμένους, όχι μόνον από την ενορία μου αλλά και από άλλες ενορίες. Επειδή ο παπάς της ενορίας μας με τους επιτρόπους μάζευαν συνέχεια χρήματα και έφτιαχναν κτήρια, αίθουσες κτλ, ή έκαναν διάφορους εξωραϊσμούς, είχαν παραμεληθεί τελείως οι φτωχές οικογένειες. Εγώ δεν κρίνω εάν ήταν απαραίτητα αυτά που έφτιαχναν, αλλά έβλεπα να υπάρχουν πολλοί δυστυχισμένοι άνθρωποι. Πήγαινα λοιπόν κρυφά και έκλεβα από τα χρήματα που μάζευαν από τους εράνους. Έπαιρνα αρκετά, δεν τα έπαιρνα όλα. Ύστερα αγόραζα τρόφιμα, διάφορα πράγματα, τα άφηνα κρυφά έξω από τα σπίτια των φτωχών και  αμέσως, για να μην πιάσουν άλλον άδικα, πήγαινα στην αστυνομία και έλεγα: «Εγώ έκλεψα τα χρήματα από την εκκλησία και τα ξόδεψα», χωρίς να πω τίποτε άλλο. Με άρχιζαν στο ξύλο και στο βρισίδι, «αλήτη, κλέφτη», εγώ σιωπούσα. Με έκλειναν μετά στην φυλακή. Αυτή η δουλειά γινόταν για χρόνια. Όλη η πόλη όπου έμενα  – τριάντα χιλιάδες κάτοικοι – και άλλες πόλεις με είχαν μάθει, και «αλήτη» με ανέβαζαν, «κλέφτη» με κατέβαζαν. Εγώ σιωπούσα και ένοιωθα χαρά. Κάποτε μάλιστα με είχαν κλείσει στην φυλακή τρία ολόκληρα χρόνια. Μερικές φορές με έκλειναν άδικα στην φυλακή και, όταν έπιαναν τον ένοχο, με άφηναν. Αν δεν τον έπιαναν καθόμουν μέσα, όσο έπρεπε να καθίσει εκείνος. Γι’ αυτό σου είπα, πάτερ μου, ότι τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στις φυλακές».

            Αφού τον άκουσα με προσοχή, του είπα: «Βρε παλληκάρι, όσο καλά και αν φαίνεται αυτό, δεν είναι καλό και να μην το ξανακάνης. Άκου τι θα σου πω. Θα με ακούσης;». «Θα σε ακούσω πάτερ» μου λέει. «Να απομακρυνθείς από αυτή την πόλη, του λέω, να πας σε άγνωστο περιβάλλον, στην τάδε πόλη, και εγώ θα φροντίσω να συνδεθής με καλούς ανθρώπους. Να εργάζεσαι και να βοηθάς, όσο μπορείς, τους πονεμένους από το υστέρημα σου, επειδή αυτό έχει μεγαλύτερη αξία. Αλλά, και όταν κανείς δεν έχει τίποτα να δώσει σε έναν φτωχό και πονάει η καρδιά του, τότε κάνει ανώτερη ελεημοσύνη, διότι κάνει ελεημοσύνη με το αίμα της καρδιάς του. Γιατί εάν είχε κάτι και το έδινε, θα αισθανόταν και χαρά, ενώ, όταν δεν έχει να δώσει, αισθάνεται πόνο στην καρδιά». Μου υποσχέθηκε ότι θα ακούσει την συμβουλή μου και έφυγε χαρούμενος. Έπειτα από επτά μήνες παίρνω ένα γράμμα από τις φυλακές Κορυδαλλού, στο οποίο έγραφε τα εξής; «Ασφαλώς, πάτερ μου, θα απορήσεις που σου γράφω πάλι από την φυλακή μετά από τόσες συμβουλές που μου έδωσες και μετά τις υποσχέσεις που σου έδωσα. Μάθε ότι αυτή την φορά υπηρετώ μία φυλάκιση την οποία είχα υπηρετήσει, κάποιο λάθος έγινε. Ευτυχώς που δεν υπάρχει ανθρώπινη δικαιοσύνη, γιατί θα αδικούνταν οι πνευματικοί άνθρωποι επειδή θα έχαναν τον ουράνιο μισθό». Όταν διάβασα αυτά τα τελευταία λόγια, θαύμασα αυτόν τον νέο, που είχε πάρει τόσο ζεστά την πνευματική ζωή και είχε συλλάβει τόσο βαθιά το βαθύτερο νόημα της ζωής! Δια Χριστόν κλέφτης! Μέσα του είχε Χριστό. Δεν μπορούσε να φρενάρει τον εαυτό του από την χαρά που ένοιωθε. Θεία παλαβομάρα, πανηγύρι είχε!

–         Γέροντα, από το ρεζίλι ερχόταν η χαρά;

–                     Από την αδικία ερχόταν η χαρά. Κοσμικός άνθρωπος ήταν, ούτε συναξάρια, ούτε Πατερικά είχε διαβάσει και, ενώ έτρωγε άδικα ξύλο, τον έκλειναν στην φυλακή, τον είχαν μέσα στην πόλη για αλήτη, για παλιόπαιδο, για κλέφτη, γινόταν ρεζίλι, αυτός δεν μιλούσε και τα αντιμετώπιζε όλα τόσο πνευματικά! Νέος άνθρωπος, και δεν φρόντιζε να αποκατασταθή, αλλά πώς να βοηθήσει τους άλλους! Τους μεγάλους κλέφτες πολλές φορές δεν τους κλείνουν ούτε μία φορά στη φυλακή, ενώ αυτόν τον δόλιο τον φυλάκισαν για την ίδια κλοπή δύο φορές και για άλλες κλοπές τον φυλάκισαν άδικα, μέχρι να βρουν τον πραγματικό κλέφτη! Την χαρά όμως που είχε αυτός δεν την είχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Τριάντα χιλιάδες χαρές δεν συμπλήρωναν την δική του χαρά.

Γι’ αυτό λέω ότι ένας πνευματικός άνθρωπος δεν έχει θλίψεις. Όταν η αγάπη αυξηθεί και καεί η καρδιά από τον θείο έρωτα, δεν μπορεί να σταθεί πλέον η θλίψη. Η μεγάλη αγάπη προς τον Χριστό υπερνικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες που του προξενούν οι άνθρωποι.

[1] «Ενοικιοστάσιο»: Νομική διάταξη σύμφωνα με την οποία οι ενοικιαστές στέγης για κατοικία η επαγγελματική δραστηριότητα έχουν το δικαίωμα να παρατείνουν την διαμονή τους και μετά την λήξη της μισθώσεως.

Πηγή: Γ. Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι», τ. Γ’, σελ. 74-77, Β’ Εκδοση, Εκδοση Ι. Ησυχαστήριο  «Ευαγγελιστής Ιωαννης ο Θεολόγος».

Leave a comment